Skip to main content

Ἡ διακονία μου στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν (1987-1995)

Στόν Μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος
κυρό Σεραφείμ
πού μοῦ ἔδειξε μεγάλη ἐμπιστοσύνη καί ἀρρενωπή ἀγάπη

 

Περιεχόμενα

Πρόλογος 

1. Ἡ μετάθεσή μου στήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν 

2. Τό ἔργο μου ὡς Ἱεροκήρυκος 

α) Λειτουργίες – κηρύγματα 
β) Ὁμιλίες – διαλέξεις – φροντιστήρια Κατηχητῶν 
γ) Ἑβδομαδιαῖες Ὁμιλίες 
δ) Ἐξομολόγηση 
ε) Ἐκπροσώπηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν 
στ) Συμμετοχή σέ Συνέδρια 

3. Τό ἔργο μου ὡς Διευθυντοῦ Νεότητος 

α) Γραφεῖο τῆς Διευθύνσεως Νεότητος(διοργάνωση-διορισμοί Κατηχητῶν) 
β) Δραστηριότητα μεταξύ τῶν κατηχητῶν 
γ) Σεμινάρια Κατηχητῶν καί Ἡμερίδες 
δ) Διοργάνωση ἀθλητικῶν ἐκδηλώσεων 
ε) Ὑλικό γιά μαθήματα καί ἑορτές 
στ) Περιοδικό «Σημειωματάριο» 
ζ) Ἐκδρομές 
η) Τό γενικό ἔργο 

4. Τό ἔργο μου ὡς μέλους τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν 

α) Συνεδριάσεις Συμβουλίων 
β) Ἐπισκέψεις σέ Νεανικά Κέντρα – διοργανώσεις ἐκδηλώσεων 

5. Ἐκπροσώπηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας σέ διάφορα Συμβούλια 

–Ἐθνική Ἐπιτροπή κατά τοῦ AIDS 
–Ὀργανισμός κατά τῶν Ναρκωτικῶν (ΟΚΑΝΑ) 
–Κέντρο Ἐλέγχου Εἰδικῶν Λοιμώξεων (ΚΕΕΛ) 
–Ἐθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης 
–Διακομματική Ἐπιτροπή τῆς Βουλῆς γιά τό Δημογραφικό πρόβλημα 
–Ἐπιτροπή τοῦ Ὑπουργείου Ὑγείας καί Πρόνοιας γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Διεθνοῦς Ἔτους τῆς Οἰκογενείας κατά τό ἔτος 1994 
–Συντονιστική Ἐπιτροπή στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ναρκωτικῶν καί τοῦ AIDS

6. Μέλος καί παραγωγός τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

7. Ἀρθρογράφος στήν Ἐφημερίδα τῆς Ἐκκλησίας «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια»

8. Συγγραφή βιβλίων 

9. Εἰσηγήσεις ἐκτός Ἀθηνῶν καί ἐκτός Ἑλλάδος 

10. Στήν Ἱερά Μητρόπολη Θηβῶν καί Λεβαδείας 

11. Ἀποστολή στόν Λίβανο 

12. Ἐπικοινωνία μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κυρό Σεραφείμ 

α) Ἐγκύκλιοι 
β) Περιστατικά 
γ) Ἐκλογή στό τριπρόσωπο γιά τήν Μητρόπολη Ζακύνθου 
δ) Ἐκλογή στήν Μητρόπολη Ναυπάκτου 

Ἐπίλογος 

 

Πρόλογος

Ἕνα σημαντικό μέρος τῆς ἱερατικῆς μου ζωῆς ἔχει καθορισθῆ ἀπό τήν διακονία μου στήν Ἱερά Ἀρχιεπικαθορισθῆ Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν, στήν ὁποία ὑπηρέτησα ὡς Ἱεροκήρυξ σκοπή καί Διευθυντής Νεότητος, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1987-1995, ὁπότε καί ἐκλέχτηκα Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου. Σέ διάφορα κείμενά μου καί ἰδίως στούς δύο τόμους τῶν βιβλίων μου μέ τίτλο Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη κοινωνία τόμ. Α΄ καί τόμ. Β΄, φαίνεται ἕνα μέρος αὐτῆς τῆς διακονίας.

Μέ τό παρόν κείμενο θά προσπαθήσω νά ἀναλύσω περισσότερο τό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελέσθηκε μέ τήν ἀγάπη καί τήν ἐλευθερία τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Σεραφείμ, τοῦ ἀπό Ἰωαννίνων.

1. Ἡ μετάθεσή μου στήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν

Τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ τόν γνώριζα ἀπό τά Ἰωάννινα καί μάλιστα ἀπό τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του. Κατεστάθη Μητροπολίτης Ἰωαννίνων ἀρχές τοῦ 1958 ἀπό Μητροπολίτης Ἄρτης. Ἤμουν τότε μαθητής β΄ Γυμνασίου. Τόν ὑποδεχθήκαμε μέ πολύ ἐνθουσιασμό ὡς παιδιά τοῦ Κατηχητικοῦ Σχολείου. Χαιρόμουν νά παρευρίσκομαι σέ Λειτουργίες πού τελοῦσε, διότι ἦταν καλλίφωνος καί μεγαλοπρεπής. Συνήθως βρισκόμουν στό ἀναλόγιο τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἰωαννίνων καί πολλές φορές κρατοῦσα τά βιβλία γιά νά διαβάση ἤ νά ψάλη, διότι ἦταν κάτοχος καί τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς καί εἶχε θαυμάσια φωνή.

Ἀργότερα ὡς φοιτητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης ὅταν ἐπισκεπτόμουν τήν γενέτειρά μου τά Ἰωάννινα, πάντοτε προσπαθοῦσα νά ἔρχομαι σέ ἐπικοινωνία μαζί του. Ἡ ἐπικοινωνία μαζί του ἦταν θερμή, μοῦ ἔδειχνε ἀγάπη καί ἐκδήλωνε τό ἐνδιαφέρον του, ἀλλά εἶχε καί μιά διστακτικότητα, διότι εἶχα Πνευματικό Πατέρα τόν Ἱεροκήρυκα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀρχιμ. Σεβαστιανό Οἰκονομίδη, πού ἀνῆκε στήν ἀδελφότητα τοῦ Σωτῆρος καί ἀργότερα ἔγινε Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης.

Δέν μοῦ ἔκανε ποτέ πρόταση γιά νά μέ χειροτονήση στά Ἰωάννινα, τήν ὁποία μοῦ ἔκανε ὁ τότε Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Καλλίνικος, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκα στήν Ἔδεσσα, τόν ὁποῖο ἐγνώριζα ἀπό
τότε πού ἦταν Πρωτοσύγκελλος στήν Ἱερά Μητρόπολη Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας, ἀφοῦ τελείωσα τό Γυμνάσιο στό Ἀγρίνιο. Ὁ Ἐδέσσης Καλλίνικος προκειμένου νά μέ χειροτονήση ζήτησε τήν ἄδεια ἀπό τόν Σεραφείμ πού ἐκεῖνος τοῦ τήν ἔδωσε γραπτῶς. Ὅμως, φαίνεται ὅτι εἶχε κάποια στενοχώρια, διότι δέν ἔμεινα κοντά του γιά νά χειροτονηθῶ Κληρικός ἀπό αὐτόν στά Ἰωάννινα. Τό κρατοῦσε μέσα του, ἄν καί ἐγώ δέν εἶχα κάποιον δισταγμό ἀπέναντί του, οὔτε ἔφυγα ἀπό τά Ἰωάννινα, ἐπειδή εἶχα κάποια δυσκολία γιά τό πρόσωπό του.

Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ Γέροντάς μου Μητροπολίτης Καλλίνικος πολλοί Χριστιανοί ἀπό τήν Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας, ἀλλά καί ἀπό τά Ἰωάννινα τόν παρακαλοῦσαν νά μέ προτείνη νά χειροτονηθῶ Μητροπολίτης στήν Ἔδεσσα. Τότε ἐκεῖνος ἐξέφρασε τό παράπονό του ὅτι δῆθεν τόν περιφρόνησα καί δέν θέλησα νά χειροτονηθῶ στά Ἰωάννινα, ἄν καί ποτέ δέν μοῦ τό εἶχε προτείνει. Κατά τήν ἐκλογή γιά τήν ἀνάδειξη Μητροπολίτου Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας ψηφίστηκα ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς δεύτερος στό τριπρόσωπο. Μάλιστα δέ τήν ἡμέρα τῆς χειροτονίας τοῦ ἐκλεγέντος Μητροπολίτου Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Χρυσοστόμου, ἐνῶ τόν ἀναμέναμε στήν εἴσοδο τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος στράφηκε σέ μένα καί δείχνοντας τόν ἐψηφισμένο Μητροπολίτη Ἐδέσσης μοῦ εἶπε: «Ἐσύ θά ἤσουν στήν θέση του, ἐάν, ἐάν...!!». Τότε τόν ρώτησα: «Τί σημαίνει, Μακαριώτατε τό "ἐάν";», καί ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Δέν εἶναι τῆς ὥρας». Ἐπρόκειτο γιά τό παράπονό του, τό ὁποῖο ἀνέφερα προηγουμένως.

Ἔλαβα τό θάρρος καί τοῦ ἀπέστειλα ἐπιστολή γιά νά τοῦ πῶ ὅτι ἐγώ οὐδέποτε εἶχα πρόβλημα μέ τό πρόσωπό του καί ὅτι χειροτονήθηκα Κληρικός στήν Ἔδεσσα, διότι εἶχα ἔντονη πρόσκληση ἀπό τόν Καλλίνικο. Δέν μοῦ ἀπήντησε στό γράμμα αὐτό. Ὅταν, ὅμως, τόν ἔβλεπα, τόν χαιρετοῦσα μέ σεβασμό καί εὐγένεια.

Ὅταν διεπίστωσα ὅτι ὁ νέος Μητροπολίτης Ἐδέσσης κυρός Χρυσόστομος δέν μέ ἤθελε στήν Ἱερά Μητρόπολη Ἐδέσσης, ὅπου ὑπηρετοῦσα, μάλιστα δέ μοῦ ἔστειλε καί μία ἐπιστολή, ἡ ὁποία κατέληγε ὅτι εἶμαι «ἀνεπιθύμητος» καί «ἐπιζήμιος γιά τόν τόπο», ἀφοῦ τοῦ ἀπήντησα σχετικῶς, ἀποφάσισα μέ τήν συμβουλή τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμ. π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου νά ἀποχωρήσω ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας.

Βεβαίως, προηγουμένως μέ ἐπιστολή μου ἀπήντησα στόν Μητροπολίτη Χρυσόστομο καί ἀνέτρεψα τά ὅσα ἐκεῖνος ἔγραφε, ἀλλά συγχρόνως ζήτησα ἕνα μήνα ἄδεια προκειμένου νά ἀναζητήσω ἄλλη Ἱερά Μητρόπολη. Αὐτό τό ἔκανα διότι ὁ ἀείμνηστος Γέροντάς μου Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας κυρός Καλλίνικος κατά τήν διάρκεια τῆς ἀσθενείας του μοῦ εἶχε δώσει σαφῆ ἐντολή: «Ἄν ὁ διάδοχός μου δέν σέ θέλη, τότε νά πάρης τήν εὐχή του καί νά φύγης. Δέν θέλω νά καθίσης ἐκεῖ καί νά ἀντιμάχεσαι μέ τόν Μητροπολίτη». Αὐτό δείχνει τό ἐκκλησιαστικό φρόνημά του.

Μετά ἀπό αὐτό τό περιστατικό ἀναζήτησα Ἱερά Μητρόπολη προκειμένου νά μετατεθῶ ὡς Ἱεροκήρυκας. Ὑπῆρχαν τρεῖς Μητροπολίτες οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νά μέ προσλάβουν στήν Μητρόπολή τους, ἤτοι ὁ Μητροπολίτης Ἰωαννίνων Θεόκλητος, ὁ Μητροπολίτης Νεαπόλεως Διονύσιος καί ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος. Ὅμως, ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, τόν ὁποῖον συμβουλευόμουν ὡς ἐπιστήθιο φίλο τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός μου, μοῦ εἶπε ὅτι πρέπει νά ζητήσω νά ἔρθω στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν. Τό σκεπτικό του ἦταν: «Θά ἔχης προβλήματα ὅπου θά πᾶς, γιατί κάθε Μητροπολίτης ἔχει ἕνα περιβάλλον ἀπό ἀγάμους Κληρικούς καί θά συναντήσης τόν ἀνταγωνισμό. Ἐνῶ στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή θά ὑπάρχη εὐρύ πεδίο δράσεως καί ἀνοικτός χῶρος γιά ἐργασία».

Ἐκείνη τήν ἐποχή μέ βοήθησε ἀποτελεσματικά ὁ Μητροπολίτης Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἱερώνυμος. Ὑπέβαλα αἴτηση στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καί συγχρόνως ἀνεζήτησα νά συναντήσω τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ. Ὅμως, τήν περίοδο ἐκείνη – Φεβρουάριο ἕως Μάρτιο 1987– ὑπῆρξε μεγάλη σύγκρουση μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ τότε Ὑπουργός Παιδείας καί Θρησκευμάτων Ἀντώνης Τρίτσης ἤθελε νά ἀφαρπάξη τήν ἐκκλησιαστική περιουσία καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δέν ἤθελε νά ἀσχοληθῆ μέ τό θέμα μου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε στόν Μητροπολίτη Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἱερώνυμο πού παρενέβη νά μέ προσλάβη ἐκεῖνος στήν Μητρόπολή του γιά ἕνα μικρό χρονικό διάστημα καί ὕστερα θά μέ ἀποσποῦσε στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή.

Ἔτσι, ἀπό τόν Μάρτιο τοῦ 1987 ἕως τόν Νοέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους διετέλεσα Ἱεροκήρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας καί ἀπό τίς 4-11-1987 ἀνέλαβα τήν Α΄ κενή τακτική θέση Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν μέ πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

Ἀμέσως μετά τήν μετάθεσή μου στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ζήτησα νά συναντήσω τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος Σεραφείμ γιά νά τόν εὐχαριστήσω καί νά λάβω τήν εὐλογία του προκειμένου νά ἀρχίσω τό ἔργο τοῦ Ἱεροκήρυκος. Ἐξέθεσε τό παράπονό του, ἐπειδή δέν χειροτονήθηκα Κληρικός ἀπό ἐκεῖνον στά Ἰωάννινα, καί τοῦ ἀπήντησα ὅτι αὐτό ἔγινε ἀπό συγκυρία καί δέν ὀφειλόταν στό πρόσωπό του.

Ὁ μακαριστός Σεραφείμ ἦταν εἰλικρινής καί ντόμπρος ἄνθρωπος, δηλαδή δέν ἦταν ὑποκριτής. Ὅταν ἄκουσε ὅσα τοῦ ἀνέφερα, εἶπε: «Καλά, ρέ! ἄρχισε ἐδῶ τό ἔργο σου. Καί κοίταξε νά δῆς, μή κάνεις τίποτε συνωμοτικά πράγματα καί νά μήν εἶσαι "ζωή-φιο"!». Αὐτό τό εἶπε γιατί ἦταν ἀντίθετος μέ τό ἔργο τῶν Χριστιανικῶν Ὀργανώσεων, τῆς Ἀδελφότητος Ζωῆς, τά δέ μέλη τῆς Ζωῆς τά ἔλεγε «ζωή-φια». Τοῦ ἀπάντησα: «Μακαριώτατε, διαβάζω Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί νομίζω ὅτι, ἔχω ἐκκλησιαστικό φρόνημα τό ὁποῖο θά διαπιστώσετε».

Μέ τήν μεταθεσή μου στήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ἄρχισε ἕνα νέο κεφάλαιο στήν ἐκκλησιαστική μου διακονία, πού εἶχε πολύ ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα καί μοῦ προσέδωσε πολύ μεγάλη πείρα. 

2. Τό ἔργο μου ὡς Ἱεροκήρυκος

Ὁ Ἱεροκήρυξ στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ἔχει ὡς ἔργο, ὅπως καί στίς ἄλλες Ἱερές Μητροπόλεις, νά περιοδεύη τούς Ἱερούς Ναούς, νά λειτουργῆ, νά κηρύττη, νά ἐκπροσωπῆ τόν Ἀρχιεπίσκοπο σέ διάφορες ἐκδηλώσεις καί νά ἀναλαμβάνη ὅποια διακονία τοῦ ἀναθέτουν. Στήν συνέχεια θά παρατεθοῦν μερικά σημεῖα πού ἀφοροῦν τό ἔργο τοῦ Ἱεροκήρυκος, στά ὁποῖα ἀνταποκρινόμουν.

α) Λειτουργίες – κηρύγματα

Ἡ βασική διακονία τοῦ Ἱεροκήρυκος εἶναι νά τελῆ τίς θεῖες Λειτουργίες κάθε Κυριακή καί κάθε μεγάλη ἑορτή σέ διαφόρους Ναούς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, σύμφωνα μέ πρόγραμμα τό ὁποῖο κατήρτιζε ὁ Γενικός Ἀρχιεφωνα Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Πρωτ. π. Κωνσταντῖνος Ἀνδρουλάκης. Βεβαίως μαζί μέ την θεία Λειτουργία ὁ Ἱεροκήρυξ ὁμιλεῖ ἐπικαίρως.

Συνήθως ἐπειδή σέ ὅλους τούς κεντρικούς Ναούς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς ὑπηρετοῦν Ἐφημέριοι κάτοχοι τοῦ πτυχίου τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, γι’ αὐτό οἱ Ἱεροκήρυκες ἀποστέλλονταν στούς περιφερειακούς Ναούς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἤτοι στήν Ἁγία Παρασκευή, στόν Προφήτη Ἠλία, στήν περιοχή Βενιζέλου, στά Πατήσια, στό Κυνός Ἄργους, στά Πετράλωνα, στήν Ἠλιούπολη κλπ.

Πολλές φορές λειτουργοῦσα καί ὁμιλοῦσα καί σέ κεντρικούς Ναούς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς. Γιά παράδειγμα, ὁμίλησα κατά τήν ἑορτή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ. Σεραφείμ στόν Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν, κατά τήν ἑορτή τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίου Πολιούχου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, σέ ἑορτάζοντες κεντρικούς Ναούς πού χοροστατοῦσε ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος, στόν ἐπίσημο Ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Πνύκα κλπ.

Προσπαθοῦσα πάντοτε τό κήρυγμα νά εἶναι ἐπιμελημένο. Ἐπίσης, φρόντιζα, ἡ χρονική διάρκειά του νά περιορίζεται στά δέκα (10΄) λεπτά καί τό περιεχόμενό του νά εἶναι ἐκκλησιαστικό καί θεολογικό καί νά ἀναφέρεται σέ θέματα πού ἀπασχολοῦν τούς Χριστιανούς ὡς πρός τήν πίστη τους καί τήν ζωή τους. Τό βιβλίο τό ὁποῖο ἐξέδωσα μέ τίτλο Τό πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ περιλαμβάνει τά κηρύγματα τά ὁποῖα ἔκανα στούς Ναούς τῶν Ἀθηνῶν τό ἔτος 1988-89.

β) Ὁμιλίες – διαλέξεις – φροντιστήρια Κατηχητῶν

Πέρα ἀπό τά εὐχαριστιακά κηρύγματα, ὡς Ἱεροκήρυξ δεχόμουν συνεχεῖς προσκλήσεις ἀπό τούς Ἐφημερίους τῶν Ἱερῶν Ναῶν γιά νά ἀναπτύξω θέματα ἐπίκαιρα στίς Ἐνορίες τους, εἴτε κατά τήν διάρκεια τῶν Κατανυκτικῶν Ἑσπερινῶν, εἴτε σέ ἄλλες εὐκαιρίες τίς ὁποῖες εἶχαν προγραμματίσει. Ἔτσι, τήν ἐποχή ἐκείνη ἐγράφησαν πολλές ὁμιλίες καί διαλέξεις μέ διάφορα θέματα, μοῦ δόθηκαν πολλές εὐκαιρίες νά ἀντιμετωπίσω ζητήματα πού προκαλοῦσαν τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀνθρώπων καί στήν συνέχεια ἀπετέλεσαν κεφάλαια σέ βιβλία τά ὁποῖα δημοσιεύθηκαν. 

Ἡ Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κάθε ἔτος διοργανώνει Φρονιστήριο ὑποψηφίων Κατηχητῶν μέ διαφόρους ὁμιλητές. Στό πρόγραμμα τῶν ὁμιλητῶν συγκατέλεγαν καί ἐμένα καί ἀνέπτυξα θέματα, ὅπως τά σχετικά μέ τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, τόν Τριαδικό Θεό κλπ. Ἐπίσης, ἡ Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή διοργάνωνε διαλέξεις γιά τούς φοιτητές, ἰδίως τήν Μεγάλη Σαρακοστή καί συμμετεῖχα μέ ἀνάπτυξη διαφόρων θεμάτων.

Καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς Ἱεροκηρυκτικῆς μου διακονίας στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν προσπαθοῦσα νά βοηθῶ ὅλους τούς Ἱερεῖς στό ἔργο τους πρός τούς νέους καί τούς Χριστιανούς, χωρίς νά κάνω δική μου προσωπική ἐργασία. Προσπαθοῦσα ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο  ἀντιμετώπιζα τά θέματα νά εἶναι σύμφωνος μέ τήν  διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί κυρίως τήν  διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Πολλοί πού ἄκουγαν τίς ὁμιλίες μου ἔλεγαν ὅτι τελείωσα τήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί ὄχι τῶν Ἀθηνῶν, ἀφοῦ φαινόταν ἡ διαφορά μεταξύ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν στόν τρόπο σκέψης.

Ἦταν ἑπόμενο ὅτι οἱ περισσότεροι Κληρικοί θεολόγοι τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς εἶχαν τελειώσει τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί ἐλάχιστοι τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αὐτό, βέβαια, εἶχε ὡς συνέπεια νά γνωρίζωνται μεταξύ τους καί νά ἀλληλοβοηθοῦνται, ἐνῶ στήν ἀρχή ἐγώ ἤμουν ἄγνωστος  γι’ αὐτούς.

Πάντως, μέ τίς περιοδεῖες σέ ὅλους σχεδόν τούς Ἱερούς Ναούς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς ὄχι μόνον γνώρισα τό Κέντρο καί τήν Περιφέρεια τῆς Ἀθήνας, ἀλλά ἦλθα σέ ἐπικοινωνία μέ πολλούς Χριστιανούς καί γνώρισα τό ἐκκλησιαστικό τους ἦθος καί τήν ἀγάπη τους στόν Θεό. Πολλοί μέ πλησίαζαν γιά νά ζητήσουν διευκρινίσεις ἀπό τά κηρύγματα καί συνεχιζόταν ἔτσι ἡ ἐπικοινωνία μας. Μέσα στά πλαίσια αὐτά ἐγράφη τό βιβλίο Ψυχική ἀσθένεια καί ὑγεία πού εἶναι ἕνας διάλογος μέ μιά ὁμάδα ἀνθρώπων πού ἔδειξαν ἐνδιαφέρον ἀπό ἕνα κήρυγμα πού ἄκουσαν στόν Ἱερό Ναό.

Ἐπίσης, μοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα νά γνωρίσω τό πολυποίκιλο ἔργο πού γινόταν στούς 150 περίπου Ἐνοριακούς Ναούς τῶν Ἀθηνῶν, ἀνάλογα μέ τά ἰδιαίτερα χαρίσματα τῶν Ἐφημερίων, πού ὑπηρετοῦσαν σέ αὐτούς. Ἔτσι, ἄλλοι Ἐφημέριοι εἶχαν ἀναπτύξει ἔντονη δράση μεταξύ τῶν νέων, ἄλλοι εἶχαν καλλιεργήσει τήν λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας σέ ἔντονο βαθμό, ἄλλοι ἀσχολήθηκαν ἰδιαίτερα μέ τούς γέροντες καί ἵδρυσαν Μονάδες Φροντίδας Γερόντων, ἄλλοι ἐνδιαφέρονταν γιά τήν ἑτοιμασία καί διανομή καθημερινῶν γευμάτων στούς πτωχούς ἀνθρώπους, ἄλλοι ἔδιναν ἰδιαίτερη βαρύτητα στήν αἱμοδοσία, ἄλλοι συνδύαζαν μερικά ἀπό αὐτά.

Αὐτό μοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα νά καταλάβω ὅτι κάθε Ἐνορία, ὅταν ὑπάρχουν Ἐφημέριοι μέ ἔντονο ποιμαντικό ἐνδιαφέρον, μπορεῖ νά λειτουργήση ὡς μιά ἰδιαίτερη θεραπευτική κοινότητα, πού ἐξασκεῖ μιά προληπτική θεραπεία, ἀλλά συγχρόνως συνδέει τούς ἀνθρώπους μέ τόν Θεό καί μεταξύ τους. Ἔτσι συνέγραψα ἕνα μικρό βιβλιαράκι Ἐνορία ὡς θεραπευτική κοινότητα, πού ἐξέδωσε ἡ Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

γ) Ἑβδομαδιαῖες Ὁμιλίες

Κάθε ἑβδομάδα ὁμιλοῦσα σέ ἕναν συγκεκριμένο Ἱερό Ναό ὕστερα ἀπό ἀπαίτηση πολλῶν ἀνθρώπων νά συναντιώμαστε καί νά συζητοῦμε διάφορα θεολογικά θέματα.  Μιά χρονιά ἡ ἑβδομαδιαία αὐτή ὁμιλία γινόταν στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Ἐλευθερίου Ἀχαρνῶν, πλησίον τοῦ ὁποίου ἔμενα, μιά ἄλλη χρονιά στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς στήν ὁδό Κ. Παλαμᾶ στά Πατήσια, καί στήν συνέχεια γινόταν στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀχαρνῶν.

Προϊστάμενος τήν ἐποχή ἐκείνη στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀχαρνῶν ἦταν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Σεραφείμ Παπακώστας, νῦν Μητροπολίτης Καστορίας, ὁ ὁποῖος εὐχαρίστως παραχωροῦσε τήν αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου γιά νά γίνωνται αὐτές οἱ ὁμιλίες. Ἐπίσης, πολλές φορές ἐκκλησιαζόμουν στόν Ἱερό αὐτό Ναό, καί ἀναπαυόμουν ἀπό τό λειτουργικό πνεῦμα πού διέκρινε τόν π. Σεραφείμ. Τελοῦσε ἱερές ἀκολουθίες σύμφωνα μέ τό ἁγιορείτικο τυπικό, ἀγρυπνίες κλπ. στίς ὁποῖες συμμετεῖχα καί γι’ αὐτό ἔλεγα μέ κάποια εὐχαρίστηση ὅτι ἐκκλησιαζόμουν στόν Ἅγιο Νικόλαο Ἀναπαυσᾶ, διότι μέ ἀνέπαυε ὅλο τό κλίμα τό ὁποῖο ὑπῆρχε, οἱ δέ Ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ μέ θεωροῦσαν ὡς τόν ἕκτο Ἐφημέριο τοῦ Ναοῦ.

Ἀπό τίς ἑβδομαδιαῖες αὐτές ὁμιλίες ἀπέκτησα ἰσχυρές πνευματικές φιλίες καί τίς ἐνθυμοῦμαι μέ πολλή ἀγάπη. Κυρίως ἀνέπτυσσα θεολογικά καί νηπτικά θέματα μέσα ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, Μεγάλου Βασιλείου, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὅπως καί τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τῶν Πατέρων τῆς Φιλοκαλίας, τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου κλπ.

δ) Ἐξομολόγηση

Τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως εἶναι ἀναπόσπαστο ἔργο τοῦ Κληρικοῦ. Ἤδη εἶχα ἐξασκήσει ἀπό ἐτῶν τό ἔργο αὐτό, ἀπό τότε πού ἤμουν Ἱεροκήρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας,
ἀλλά καί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας καί εἶχα ἀντιληφθῆ καί τό ἐπίπονο τοῦ ἔργου καί τήν οὐσιαστική προσφορά στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐξομολόγηση δέν εἶναι ἁπλῶς μιά συζήτηση οὔτε κἄν μιά ψυχολογική διαδικασία, ἀλλά εἶναι τό μυστήριο τῆς καταλλαγῆς τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, καί συνδέεται μέ τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Μέ τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως πού εἶναι ἀναπόσπαστα συνδεδεμένο μέ τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί τῆς Κοινωνίας τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται σέ μετάνοια, ἀποκτᾶ ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς του στήν Ἐκκλησία καί αἴσθηση τῆς σωτηρίας του. Βεβαίως, δέν εἶχα ἰδιαίτερο Ναό καί ἰδιαίτερες ὧρες ἐπιτελέσεως τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως, ἀλλά δεχόμουν συνεχῶς παρακλήσεις νά ἀναλάβω τήν πνευματική πατρότητα. Σέ τέτοιες περιπτώσεις ἐξομολογοῦσα στούς διαφόρους Ναούς πλησίον τῶν οἰκιῶν πού κατά καιρούς ἔμενα, ἤτοι τῆς Ἁγίας Ζώνης Κυψέλης, τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου Ἀχαρνῶν, τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀχαρνῶν κλπ. ὕστερα ἀπό ἐνημέρωση καί ἄδεια ἀπό τούς Ἐφημερίους τῶν Ναῶν αὐτῶν, καθώς ἐπίσης ἐξομολογοῦσα καί στό Γραφεῖο Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν.

ε) Ἐκπροσώπηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν

Ἡ Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή δεχόταν καθημερινῶς πολλές προσκλήσεις ἀπό διαφόρους φορεῖς καί σωματεῖα γιά νά παραστῆ στίς ἐκδηλώσεις τους ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος. Ὁ μακαριστός Σεραφείμ ἐπέλεγε νά παραστῆ σέ μερικές βασικές  ἐκδηλώσεις, ἀλλά τίς περισσότερες ἀνέθετε στόν  Πρωτοσύγκελλο νά ὁρίζη τήν ἐκπροσώπηση ἀπό κατάλληλο Κληρικό, Ἐπίσκοπο ἤ Ἱεροκήρυκα.

Ἐπειδή ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί ὁ Πρωτοσύγκελλος μέ ἑκτιμοῦσαν, γι’ αὐτό μοῦ ἀνέθεταν μερικές κρίσιμες  παραστάσεις, ἤτοι στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, στά Πανεπιστήμια, στό Πολυτεχνεῖο, στόν Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός, στήν Ἀρχαιολογική Ἑταιρεία, σέ σημαντικούς Συλλόγους κλπ. Αὐτό γινόταν σχεδόν κάθε ἑβδομάδα.

Ἡ ἐκπροσώπηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τίς περισσότερες φορές προέβλεπε προσφώνηση-χαιρετισμό, τούς ὁποίους σπάνια ἔγραφε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἤ ἡ Ἀρχιεπισκοπή. Σχεδόν πάντοτε ὁ ἐκπρόσωπος ἔπρεπε νά αὐτοσχεδιάζη  προκειμένου νά ἀπευθύνη τόν χαιρετισμό του, νά συσχετίση τόν χαιρετισμό μέ τό κεντρικό θέμα τοῦ Συνεδρίου ἤ τῆς ὁμιλίας. Αὐτό ἀπαιτοῦσε ἰδιαίτερη σοβαρότητα.

Πάντως, στήν διακονία αὐτή νά ἐκπροσωπῶ τόν Ἀρχιεπίσκοπο, μέ τά ἰδιαίτερα διάσημα, ἤτοι Σταυρό καί ἐπανωκαλύμαυχο καί νά κάθομαι στήν θέση του μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τῶν Ὑπουργῶν, τῶν Ἀκαδημαϊκῶν κλπ. μοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα νά γνωρίσω πολλούς ἀνθρώπους τῆς κοινωνίας, νά συνομιλῶ μαζί τους γιά διάφορα ζητήματα καί νά δίδω λόγο «παντί τῷ αἰτοῦντι». Εἶναι ἑπόμενον ὅτι ἐνημέρωνα τόν Ἀρχιεπίσκοπο σχετικῶς γιά τό τί εἶπα κατά τόν χαιρετισμό, μέ ποιόν συζήτησα καί ποιές ἦταν οἱ ἐντυπώσεις μου ἀπό τήν ἐκπροσώπηση ἐκείνη, ἀλλά καί νά τοῦ μεταφέρω τυχόν προτάσεις ἤ χαιρετισμούς τῶν ἐπισήμων ἀνθρώπων.

Παρά τόν κόπο τῆς διακονίας αὐτῆς καί τήν εὐθύνη, αὐτές οἱ ἐκπροσωπήσεις μοῦ προσέδωσαν μεγάλη πείρα καί εὐχαριστῶ τόν Θεό γι’ αὐτήν τήν εὐκαιρία. Δέν εἶναι εὔκολο πράγμα νά ἐπικοινωνῆ κανείς μέ ἀνθρώπους τῆς ἐπιστήμης, τῶν γραμμάτων καί τῆς πολιτικῆς καί νά συζητᾶ μαζί τους μέ σοβαρότητα γιά θεολογικά, ἐκκλησιαστικά καί κοινωνικά ζητήματα. Δοξάζω τόν Θεό γιατί ἡ θεολογία τήν ὁποία διδάχθηκα μοῦ ἔδωσε μεγάλη ἐπάρκεια νά συζητῶ γιά ὅλα τά ζητήματα, χωρίς νά βρίσκομαι σέ μειονεκτική θέση. Τίς περισσότερες φορές οἱ διοργανωτές τῶν Ἐκδηλώσεων ἀναφέρονταν γραπτῶς στόν Ἀρχιεπίσκοπο γιά τίς ἐντυπώσεις πού τούς προξενοῦσε ἡ ἐκπροσώπηση.

στ) Συμμετοχή σέ Συνέδρια

Μετατέθηκα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν στίς 4 Νοεμβρίου 1987 καί ἄρχισα τό ἔργο μου, πού ἦταν λειτουργικό καί κηρυκτικό. Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1988 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ μοῦ ζήτησε νά πάω στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή «Ἅγιος Ἰωάννης ὁ  Δαμασκηνός» στόν Βόρειο Λίβανο, γιά νά διδάξω τήν ἑλληνική γλώσσα (ἀρχαία καί νέα) στούς φοιτητές. Γιά τό ἔργο μου αὐτό ἔχω γράψει ἕνα ἄλλο βιβλίο μέ τίτλο Ἀποστολή καί Ἱεραποστολή στήν Μέση Ἀνατολή (Λίβανος καί Συρία). 

Μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀποσπάσθηκα γιά πέντε μῆνες (1-2-1988 ἕως 30-6-1988) στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή «Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός» τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας στόν Λίβανο, ὁ ὁποῖος σπαρασσόταν ἀπό ἐμφύλιο πόλεμο. Δίδαξα τήν ἑλληνική  γλώσσα στούς φοιτητές τῆς Μπελεμεντείου Σχολῆς. Καί μετά τό πέρας τῆς ἀποσπάσεώς μου ἐξακολουθοῦσα νά πηγαίνω κατά διαστήματα στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή γιά νά διδάξω τό μάθημα τῆς Χριστιανικῆς Ἠθικῆς, οὐσιαστικά τῆς ὀρθοδόξου ἀσκητικῆς.  Ἔτσι, ἀπό τό 1988 μέχρι τό 1990 πηγαινοερχόμουν μεταξύ Ἀθηνῶν καί Μέσης Ἀνατολῆς, μέσα στήν δύσκολη κατάσταση τοῦ ἐμφυλίου πολέμου.

Στό διάστημα πού βρισκόμουν στήν Ἀθήνα ὁμιλοῦσα σέ σεμινάρια καί ἀνέπτυσσα διάφορα θέματα, ὅπως: στό Φροντιστήριο Κατηχητῶν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (1989)· στό «Σεμινάριο Ὀρθοδόξου Πίστεως» τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (1989)· στό Σεμινάριο Ὀρθοδόξου Πίστεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου 1990.

Ἀκόμη, εἰσηγήθηκα θέματα στά πλαίσια Σεμιναρίου Ὀρθοδόξου Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τό ὁποῖο λειτουργεῖ μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς μέ γενικό θέμα: «Ὁ κόσμος καί τό μέλλον του: ἀδιέξοδο ἤ ἐλπίδα;» (Αὔγ. 1991) καί στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς μέ γενικό θέμα: «Τό  ἀνθρώπινο πρόσωπο στό φῶς τῆς ὀρθοδοξίας» (Ὀκτ. 1992).  Ἐπίσης, συμμετεῖχα στήν «ἵδρυση πειραματικοῦ, συμβουλευτικοῦ σταθμοῦ γιά θέματα αἱρέσεων» τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί ἄλλων φορέων. Ἐπιπλέον, διορίσθηκα Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν προετοιμασία τῆς «Ἡμερίδος ἐκκλησιαστικῆς Ραδιοφωνίας» γιά τήν προετοιμασία της καί κατάρτιση θεματολογίου (Νοέμβριος 1993). 

3. Τό ἔργο μου ὡς Διευθυντοῦ Νεότητος

Στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ὑπῆρχε Διεύθυνση Νεότητος τήν ὁποία ἀνελάμβανε ἕνας Κληρικός κατά βάσιν Ἱεροκήρυξ-Ἀρχιμανδρίτης. Ἡ θέση αὐτή ἦταν πολύ σημαντική, τρίτη στήν ἱεραρχία τῆς Ἱερᾶς  Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἡ πρώτη ἦταν ἡ διοίκηση, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Πρωτοσύγκελλο καί τόν Γενικό Ἀρχιερατικό Ἐπίτροπο, ἡ δεύτερη ἦταν ἡ Διεύθυνση Ἀλληλεγγύης τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, πού ἐξασκοῦσε ὅλο τό κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο της, καί ἡ τρίτη ἦταν ἡ Διεύθυνση Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς πού ἠσχολεῖτο μέ ὅλο τό ἔργο στούς νέους πού γινόταν σέ κάθε Ἐνορία.

Διορίστηκα Διευθυντής Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς τόν Ἰούνιο τοῦ ἔτους 1988 καί ἐνῶ οἱ ὀργανικές αὐτές θέσεις προέβλεπαν χορήγηση ἑνός χρηματικοῦ βοηθήματος, ἐγώ οὐδέποτε τό ἐζήτησα καί οὐδέποτε τό εἰσέπραξα.

Τήν ἐποχή ἐκείνη πού διορίστηκα μέ ἀπόφαση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ Διευθυντής Νεότητος,  Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Ἀχιεπισκοπῆς ἦταν ὁ Ἀρχιμαντοσύγκελλος Ἀρχιμανδρίτης Δημήτριος Μπεκιάρης, νῦν Μητροπολίτης Γουμενίσσης. Μέ τήν εὐαισθησία τήν ὁποία εἶχε πρός τούς νέους προκειμένου νά ὀργανωθῆ καλύτερα τό ἔργο πρός τούς νέους εἶχε δημιουργήσει τό Ἵδρυμα Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν.

Γιά νά μή γίνεται σύγκρουση μεταξύ τοῦ ἔργου τῶν δύο αὐτῶν ὀργάνων, καθορίσθηκε μέ ἀπόφαση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὥστε ἡ Διεύθυνση Νεότητος νά ἀσχολῆται κυρίως μέ τό ἔργο τῆς κατηχήσεως σέ ὅλες τίς ἡλικίες τῶν νέων, τό δέ Ἵδρυμα Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς νά διευθύνη τίς Ἐνορίες ἐκεῖνες πού εἶχαν ἀναπτύξει Κέντρα Νεότητος μέ ποικίλες δραστηριότητες. Γιά τό Ἵδρυμα Νεότητος θά ἀναφερθῶ πιό κάτω, ἀφοῦ ὡς ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Διευθυντοῦ Νεότητος ἤμουν μέλος τοῦ Ἱδρύματος. Ἐδῶ θά ἀσχοληθῶ μέ τό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελοῦσα ὡς Διευθυντής Νεότητος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς.

Ὡς Διευθυντής Νεότητος μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά ἔρχομαι σέ συχνή ἐπικοινωνία μέ τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Σεραφείμ. Δηλαδή, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐρχόταν στήν Ἀρχιεπισκοπή ὁ Κλητήρας εἰδοποιοῦσε ἀμέσως τά τρία πρόσωπα, δηλαδή τόν Πρωτοσύγκελλο, τόν Γενικό Ἀρχιερατικό Ἐπίτροπο καί τόν Διευθυντή Νεότητος γιά νά τόν ὑποδεχθοῦν στήν εἴσοδο τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Μεγάρου. Στήν συνέχεια ἀνεβαίναμε στόν πρῶτο ὄροφο τοῦ Μεγάρου, εἰσερχόμασταν στό Γραφεῖο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί κάναμε τίς πρῶτες συζητήσεις γιά διάφορα ζητήματα. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, σύμφωνα μέ αὐτό πού ἐπικρατεῖ στούς πολιτικούς χώρους, εἴχαμε, μιά συνάντηση «τοῦ πρωϊνοῦ καφέ».

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ παρέμενε πάντα στό Γραφεῖο του μέ τό ράσο του, συνήθως καί τό ἐπανωκαλύμαυχο, ἀλλά καί τό ἐγκόλπιο καί ἔτσι δεχόταν τόν κόσμο. Στήν πρώτη καθημερινή συνάντηση πού εἴχαμε μᾶς ἔλεγε διάφορες σκέψεις του ἀπό αὐτά πού εἶχε ἀκούσει καί εἶχε πληροφορηθῆ καί μᾶς ἔδινε μιά κατεύθυνση πῶς νά κινηθοῦμε. Μᾶς ζητοῦσε νά μάθη γιά τό τί ἐκκρεμότητες εἴχαμε ἀπό τίς ἁρμοδιότητές μας, ἐμεῖς εἴχαμε ἕτοιμα τά θέματα γιά νά τόν ρωτήσουμε καί ἐκεῖνος ἔδινε τίς ἀπαντήσεις του. Πάντοτε ἦταν εὐχάριστος, καρδιακός πρός τούς συνεργάτες του, ἀλλά μερικές φορές ἦταν καί θυμωμένος ἀπό αὐτά τά ὁποῖα γίνονταν ἤ πληροφορεῖτο. Μερικά ἀπό αὐτά θά γραφοῦν σέ ἄλλη ἑνότητα.

α) Γραφεῖο τῆς Διευθύνσεως Νεότητος (διοργάνωση-διορισμοί Κατηχητῶν)

Τό Γραφεῖο τῆς Διευθύνσεως Νεότητος λειτουργοῦσε στό ὑπόγειο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, ὅπου ὑπῆρχε καί μικρό ἐκκλησάκι πού ἐτιμᾶτο στήν Ἁγία Φιλοθέη. Ἀπό τήν Διεύθυνση Νεότητος πέρασαν πολλοί Ἀρχιμανδρίτες, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν Μητροπολίτες, ὅπως οἱ Μητροπολίτες Λαρίσης Σεραφείμ, Θήρας Παντελεήμων, Κίτρους  Ἀγαθόνικος, Καστορίας Σεραφείμ κλπ. Γι’ αὐτό ὑπῆρχε καί τό ἀστεῖο-ἀνέκδοτο ὅτι ἄν δέν κατεβῆς στό ὑπόγειο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς γιά νά κρατᾶς ὅλη τήν Ἀρχιεπισκοπή δέν μπορεῖς νά γίνης Μητροπολίτης.

Διορίσθηκα Διευθυντής Νεότητος τό ἔτος 1988.  Ὑποδιευθυντής ἦταν ὁ Πρωτ. π. Ἠλίας Μπαραμπούτης,  ἕνας σεμνός καί πεπειραμένος Κληρικός, Ἐφημέριος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Λουκᾶ Πατησίων, καί Γραμματεύς ὁ Γεώργιος Μαυρομμάτης, ἕνας δραστήριος, ἔξυπνος καί ἔμπειρος ὑπάλληλος καί συγγραφεύς πολλῶν θεολογικῶν καί λειτουργικῶν βιβλίων.
Στό Γραφεῖο πήγαινα τρεῖς-τέσσερεις φορές τήν ἑβδομάδα, κατά τίς πρωϊνές ὧρες καί ἀσχολούμασταν μέ τά θέματα τά ὁποῖα εἶχαν σχέση μέ τήν Κατήχηση τῶν νέων καί τήν διοργάνωση διαφόρων ἐκδηλώσεων. Στό θέμα αὐτό μᾶς βοηθοῦσαν ἐθελοντικῶς πολλοί Κατηχητές. Τόν πρῶτον καιρό πού ἀνέλαβα τήν Διεύθυνση βρῆκα σέ ἐξέλιξη ἕνα πρόγραμμα συνεντεύξεως μέ τούς κατηχητές προκειμένου νά διορισθοῦν στούς Ναούς. Δηλαδή, ὅταν ἄρχιζε ἡ κατηχητική περίοδος, ὁ ὑπεύθυνος Ἱερεύς τοῦ Ναοῦ πρότεινε τούς Κατηχητές γιά τό Δημοτικό Σχολεῖο, τό Γυμνάσιο καί τό Λύκειο, ἀλλά προκειμένου νά διοριστοῦν ἀπό τήν Διεύθυνση Νεότητος ἔπρεπε νά περάσουν ἀπό μιά συνέντευξη, δηλαδή ἔπρεπε νά τούς γνωρίσουμε. Αὐτό γινόταν τήν πρώτη φορά πού θά ἀναλάμβαναν τό ἔργο τοῦ Κατηχητοῦ καί ὄχι κάθε χρόνο. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἦρθα σέ ἐπικοινωνία μέ ὅλο αὐτό τό ἔμψυχο «ὑλικό» τῶν φοιτητῶν καί κατηχητῶν πού χρησιμοποιοῦνταν ἀπό τούς Ἱερεῖς τῶν Ναῶν γιά τήν κατήχηση τῶν παιδιῶν. Κατά τήν συνέντευξη μοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία νά συζητῶ διάφορα θέματα πού ἀπασχολοῦν τούς νέους καί νά τούς ρωτῶ πῶς ἀντιμετωπίζουν διάφορα συγκεκριμένα ζητήματα.

Τό θέμα αὐτό ἦταν πολύ σημαντικό, διότι ἡ πλειονότητα τῶν Κατηχητῶν προέρχονταν ἀπό τίς Θρησκευτικές Ὀργανώσεις, ἤτοι Ζωή, Σωτήρ, Σταυρός, κλπ. Ὁπότε, κατά τήν διάρκεια τῶν συζητήσεων, ἔβλεπα τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ἔκαναν τήν κατήχηση καί ἐργάζονταν στούς νέους. Καταρτίσθηκε ἕνα ὀργανόγραμμα πού παρουσιάζει τό πῶς διοργανώνεται τό κατηχητικό ἔργο στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή, ἤτοι, πῶς συγκροτεῖται ἡ Διεύθυνση Νεότητος καί πῶς διοργανώνεται τό νεανικό ἔργο τῶν Ἐνοριῶν. Προβλεπόταν σέ κάθε Ἐνορία νά λειτουργῆ Συμβούλιο ἀπό τόν ὑπεύθυνο Ἱερέα ἐπί τῆς Νεότητος καί τούς κατηχητάς καί τίς κατηχήτριες, νά λειτουργοῦν  Ἐπιτροπές γιά τόν συντονισμό τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, νά λειτουργῆ σέ κάθε Ἐνορία πενταμελής ἐπιτροπή γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν σχέσεων μεταξύ Ἐκκλησίας καί Σχολείων, καθώς ἐπίσης σέ κάθε Ἐνορία νά λειτουργῆ εἰδική Ἐπιτροπή πού προγραμματίζει καί διοργανώνει ἐκδηλώσεις γιά τούς φοιτητές τῶν Ἐνοριῶν.

Ὁ Διευθυντής Νεότητος εἶχε τήν ἁρμοδιότητα νά συντάσση τίς ἐγκυκλίους, τίς ὁποῖες ὑπέγραφε ὁ  Ἀρχιεπίσκοπος σέ τρεῖς περιπτώσεις. Πρῶτον, στήν ἀρχή τῆς κατηχητικῆς περιόδου, καί αὐτή ἡ ἐγκύκλιος διαβαζόταν στούς Ἱερούς Ναούς τήν ἡμέρα πού ἄρχιζαν τά Κατηχητικά Σχολεῖα. Δεύτερον, τήν ἐγκύκλιο κατά τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν πρός τούς φοιτητές καί  σπουδαστές, ἡ ὁποία διαβαζόταν σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς, καί τυπωνόταν σέ εἰδικό τρίπτυχο φυλλάδιο πού  μοιραζόταν σέ ὅλους τούς φοιτητές. Καί τρίτον τίς ἐγκυκλίους γιά διάφορα γεγονότα πού ἀφοροῦσαν τούς νέους, μέ συγκεκριμένες ἐπετείους. Τήν πρώτη φορά πού ἔγραψα ἐγκύκλιο τήν διάβασα στόν Ἀρχιεπίσκοπο μέ πολύ δισταγμό καί ἐκεῖνος ἔφερε κάποια ἀντίρρηση γιά τό περιεχόμενό της. Στήν  συνέχεια, ὅμως, ὑπέγραφε τίς ἐγκυκλίους χωρίς κἄν νά τίς διαβάση. Μοῦ εἶχε τελεία ἐμπιστοσύνη. Σέ ἄλλο  κεφάλαιο θά ἀναφέρω περιστατικά γύρω ἀπό τό θέμα αὐτό πού δείχνουν καί τήν εἰλικρίνειά του, τήν ντομπροσύνη του, ἀλλά καί τήν ἐλευθερία, ἡ ὁποία τόν διέκρινε. Εἶχε ἀποκτήσει δέ τέτοια ἐμπιστοσύνη σέ μένα πού μοῦ  ἀνέθετε νά γράφω καί ἄλλες ἐγκυκλίους γιά τό κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς καί μερικές στίς μεγάλες ἑορτές. Τελικά τοῦ ἔγραψα περίπου πενήντα ἐγκυκλίους.

Τό κατηχητικό ἔτος 1990-91 στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν λειτούργησαν 539 Κατηχητικά Σχολεῖα μέ ἀριθμό 14.447 νέους. Συγχρόνως λειτούργησαν 25 Νεανικά Ἐνοριακά Κέντρα μέ 2000 νέους καί μέ προγράμματα τά ὁποῖα καταρτίζονταν ἀπό τούς ὑπευθύνους Ἐφημερίους τοῦ νεανικοῦ ἔργου.

Κατά τό κατηχητικό ἔτος 1990-91 ἔγιναν δύο συναντήσεις τῶν ὑπευθύνων Ἱερέων ἐπί τῆς Νεότητος. Στήν πρώτη (18-9-1990) στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Καρύτση ἀναπτύχθηκαν τρία θέματα, ἤτοι: Ἀπό μένα ὡς Διευθυντή Νεότητος μέ θέμα: «Τά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως»· ἀπό τόν Ὑποδιευθυντή Νεότητος π. Ἠλία Μπαραμπούτη, μέ θέμα: «Ὁ Ἐκκλησιασμός τῶν μαθητῶν»· καί ἀπό τόν Γραμματέα τῆς Διευθύνσεως Νεότητος κ. Γεώργιο Μαυρομάτη μέ θέμα: «Διαδικαστικά τῆς Διευθύνσεως Νεότητος».

Στήν δεύτερη συνάντηση (25-4-1991) ἔγινε ἀπολογισμός τοῦ ἔργου τῆς Διεύθυνσης Νεότητος, στήν ὁποία ἀντηλλάγησαν ἀπόψεις σχετικά μέ τήν λήξη τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων καί τῶν κατηχητικῶν συναντήσεων.

Τό Κατηχητικό ἔτος 1990-91 διοργανώθηκε διαγωνισμός ἐκθέσεως μεταξύ τῶν νέων τῶν Κατηχητικῶν σχολείων. Τά θέματα ἦταν τά ἑξῆς: Γιά τό Δημοτικό Σχολεῖο: «Ὁ Δαβίδ προσευχόταν: "Κύριε καί Θεέ μου, σέ σένα στήριξα τήν ἐλπίδα μου". Πῶς τό καταλαβαίνεις αὐτό; Τί νόημα ἔχει αὐτό γιά τήν ζωή σου;». Γιά τό Γυμνάσιο: «Διαβάζουμε σέ διάφορα κείμενα ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἰκογένεια καί νοσοκομεῖο. Ποιά εἶναι ἡ προσωπική σου γνώμη; Πῶς μποροῦμε νά νοιώσουμε αὐτήν τήν πραγματικότητα;». Γιά Λύκειο: «Ὑποστηρίζουν πολλοί ὅτι ἡ μοναξιά καί ἡ ἔλλειψη ἀγάπης πού αἰσθάνονται πολλοί νέοι σήμερα εἶναι μιά βασική ἀνάγκη πού τούς ὁδηγεῖ στά ναρκωτικά, τό AIDS, τήν βία κλπ. Ποιά κατά τήν γνώμη σου θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ προσφορά τῆς Ἐκκλησίας στό θέμα αὐτό;».

Ἡ συμμετοχή τῶν νέων στόν διαγωνισμό ἦταν ἱκανοποιητική, τίς ἐκθέσεις τίς ἀξιολόγησε εἰδική Ἐπιτροπή, καί δόθηκαν τά σχετικά βραβεῖα. Τήν 19η Μαρτίου 1991 τελέσθηκε ἀπογευματινή  Προηγιασμένη θεία Λειτουργία γιά τούς Κατηχητάς στόν  Ἱερό Ναό Ἁγίου Νικολάου Ἀχαρνῶν. Τό Μάρτιο τοῦ 1991 ἔδωσα συνέντευξη στήν ἐφημερίδα «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια» γιά τό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελεῖται ἀπό τήν Διεύθυνση Νεότητος κατά τήν τριετία 1988-1991.

Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1992 ἔγραψα κείμενο μέ τίτλο «Ἡ ἐκκλησιαστική ἀγωγή στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν», στό ὁποῖο παρουσίαζα ὅλο τό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελεῖτο στίς Ἐνορίες μέ τήν κατήχηση, τίς ἐκδηλώσεις, τήν βυζαντινή μουσική, τούς δημοτικούς χορούς, τίς  νεανικές χορωδίες, τά προγράμματα πληροφορικῆς, τά φροντιστηριακά μαθήματα, τίς ἀθλητικές ἐκδηλώσεις, τά νεανικά περιοδικά καί διάφορες δραστηριότητες.

Μέ ἀριθμούς αὐτές οἱ δραστηριότητες εἶχαν ὡς ἀκολούθως. Σέ 70 Ἐνορίες ἀπό τίς 142 τό ἔτος 1990-91  ἔγιναν 22 ἑορταστικές ἐκδηλώσεις, 35 τμήματα Βυζαντινῆς Μουσικῆς, 34 Τμήματα Δημοτικῶν Χορῶν, 21  Χορωδίες, 7 Τμήματα Εὐρωπαϊκῆς Μουσικῆς, 6 Προγράμματα πληροφορικῆς, 21 Τμήματα Φροντιστηριακῶν μαθημάτων, 30 Ἀθλητικές ὁμάδες (μπάσκετ, ποδοσφαίρου κλπ.) 19 Πρωταθλήματα παιχνιδιῶν, 4 Ἐνοριακά περιοδικά, καί 2 τμήματα φωτογραφικῆς τέχνης. Ἡ Διεύθυνση Νεότητος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς διοργάνωσε σύναξη γιά τούς φοιτητές τόν Ἀπρίλιο 1992 στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν μέ ὁμιλητή τόν Πρωτ. π. Γεώργιο Μεταλληνό Καθηγητή καί θέμα: «Τό ἱστορικό ὑπόβαθρο τῆς Βαλκανικῆς κρίσεως» τό ὁποῖο ἀπασχολοῦσε τήν περίοδο ἐκείνη τήν Ἑλλάδα.

Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1994 συνέταξα ἕνα κείμενο μέ τίτλο «Προτάσεις γιά τό κατηχητικό ἔργο», μέ τό ὁποῖο πρότεινα στούς κατηχητές νά ἐπισκέπτωνται μέ τά παιδιά τοῦ Κατηχητικοῦ Σχολείου διάφορα Ἱδρύματα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς· νά ἐπισκέπτωνται ἐκθέσεις πού γίνονται σέ διάφορες Αἴθουσες γιά ἐνημερωτικούς καί ἐκπαιδευτικούς σκοπούς· νά διοργανώνουν ἐπισκέψεις σέ ἀρχαιολογικούς καί ἐκκλησιαστικούς χώρους· νά γίνωνται ἐπισκέψεις στά Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς γιά νά ξεναγηθοῦν στούς χώρους πού γίνεται τό κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο· νά γίνωνται ἐπισκέψεις τά Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, στό τυπογραφεῖο τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας καί στόν Ραδιοφωνικό Σταθμό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος· νά παρακολουθοῦν ἤ νά προβάλλουν ἐπιλεγμένες σειρές καί ντοκυμαντέρ καί ἀμέσως μετά νά γίνεται ἡ συζήτηση· νά καλλιεργοῦν τήν Παράδοσή μας μέ τήν ἐκμάθηση βυζαντινῶν ὕμνων, παραδοσιακῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν καί δημοτικοῦ
χοροῦ.

Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1994 ἔδωσα συνέντευξη στόν Ραδιοφωνικό Σταθμό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ θέμα: «Ἡ κατήχηση παλαιά καί σήμερα», στό ὁποῖο παρουσιαζόταν ἐκτός ἀπό τήν ἱστορία τῆς κατηχήσεως καί τό νεανικό ἔργο πού γινόταν στίς Ἐνορίες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1994 σέ συνάντηση τῶν Ἱερέων τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν ἀνέπτυξα τό θέμα: «Ἡ ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας πρός τούς συγχρόνους νέους» μέ τονισμό δύο σημείων, ἤτοι τά προβλήματα τῶν συγχρόνων νέων καί ἡ ἐκκλησιαστική ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων πού ἔχουν οἱ νέοι σήμερα.

Ὡς Διευθυντής Νεότητος ἐπισκεπτόμουν διάφορα Κατηχητικά Σχολεῖα καί Ἐνοριακά Κέντρα, καθώς ἐπίσης ἀνέπτυσσα διάφορα θέματα σέ φοιτητικές συναντήσεις, ὅπως: στόν Ἱερό Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γερασίμου Ἰλισίων, στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Νικολάου Ἀχαρνῶν, στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Νικολάου Καλλιθέας κ.ἀ.

β) Δραστηριότητα μεταξύ τῶν κατηχητῶν

Μέσα στίς ἁρμοδιότητες τῆς Διευθύνσεως Νεότητος ἦταν ἡ συνεχής ἐπικοινωνία μέ τούς κατηχητές καί στήν ἀρχή τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου, ἀλλά καί στό ἐνδιάμεσο τῆς χρονιᾶς. Ἔτσι, πάντοτε στήν ἔναρξη τῶν Κατηχητικῶν, δηλαδή τόν Ὀκτώβριο μήνα, γινόταν μιά ὁμιλία, στούς Κατηχητές ἀπό μένα πάνω σέ διάφορα θέματα πού τήν παρακολουθοῦσαν σχεδόν ὅλοι οἱ κατηχητές πού ἀνέρχονταν στόν ἀριθμό τῶν 400-500.

Μερικά ἀπό αὐτά τά θέματα, τά ὁποῖα ἀνέπτυξα στίς συνάξεις τῶν κατηχητῶν ἦταν: Παραδοσιακή Κατήχηση, ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀγωγή σήμερα, τά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως, Κατήχηση καί Κατηχητές, Ποιμαντική καί ὀργάνωση, Ἐκκλησιαστική Κατήχηση, κλπ. Ἐπίσης, διοργανώθηκαν Ἡμερίδες κατηχητῶν, στίς ὁποῖες κλήθηκαν νά ὁμιλήσουν οἱ ἴδιοι οἱ Κατηχητές γιά τά προβλήματα τά ὁποῖα τούς ἀπασχολοῦν. Προσπαθοῦσα πάντοτε νά ἀποσυνδέσω τήν κατήχηση τῶν παιδιῶν ἀπό τήν ἠθικολογία καί νά προσφέρεται στά παιδιά ἡ θεολογία καί τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα. Θεωροῦσα καί θεωρῶ ὅτι ἡ βάση τῆς κατηχήσεως πρέπει νά ἀναφέρεται στό πῶς τά παιδιά θά ἀποκτήσουν συνείδηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, νά αἰσθάνωνται τήν Ἐκκλησία ὡς πνευματική οἰκογένεια καί πνευματικό θεραπευτήριο καί τούς κατηχητές ὡς πνευματικούς ἀδελφούς τους καί θεραπευτές. Πάντοτε ἡ Κατήχηση καί ἡ διδασκαλία μέσα στήν Ἐκκλησία ἔχει τήν ἔννοια τῆς θεραπείας ἀπό τά πάθη καί τῆς ἐντάξεώς τους στήν ἐκκλησιαστική ζωή.

Ἡ ἑβδομάδα 10-17 Φεβρουαρίου 1991 ὁρίσθηκε ὡς «Ἑβδομάδα νεανικοῦ προβληματισμοῦ». Ἀπεστάλη ἐγκύκλιος σέ ὅλες τίς Ἐνορίες, πού ὅριζε νά πραγματοποιηθοῦν ἐκδηλώσεις σχετικά μέ τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στά νεανικά προβλήματα καί κυρίως τά ναρκωτικά, τήν βία καί τό AIDS. Πρός τόν σκοπό αὐτό ἐστάλη πρός τούς κατηχητές πλούσιο ὑλικό. Ἐστάλη κατάλληλο ὑλικό γιά τά ναρκωτικά καί τό AIDS καί δόθηκε ἰδιαίτερη σημασία ὄχι τόσο στήν κοινωνική, ψυχολογική καί πολιτική πλευρά τοῦ θέματος, ὅσο στήν ἐκκλησιαστική καί θεολογική, δηλαδή τονίσθηκε ὁ ἐκκλησιαστικός τρόπος προσεγγίσεως τῶν θεμάτων αὐτῶν, πού εἶναι ἀποτελεσματικός ρεαλιστικός καί ὁλοκληρωμένος.

Ἐπίσης, διοργανώθηκε διαγωνισμός ἐκθέσεως μεταξύ τῶν παιδιῶν τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων καί τῶν τριῶν βαθμίδων μέ διαφορετικό θέμα γιά τήν καθεμία, καί δόθηκαν βραβεῖα στίς καλύτερες ἐκθέσεις. Σέ πολλούς Ἱερούς Ναούς διοργανώθηκαν ὁμιλίες διαλέξεις γιά τό AIDS, ὅπως στούς Ἱερούς Ναούς Ἁγίου Ἐλευθερίου Ἄρεως, Ἁγίου Ἐλευθερίου Ἀχαρνῶν κλπ. Ἡ Διεύθυνση Νεότητος συμμετεῖχε μέ ἀντιπρόσωπό της στήν πρώτη Διαβαλκανική Συνάντηση Ὀρθοδόξων Νεολαιῶν στήν Ἀθήνα καί στήν Θεσσαλονίκη τόν Μάϊο τοῦ 1992.

Μέ κείμενό μου, τόν Ἰανουάριο 1994, πρότεινα στούς κατηχητές τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς νά διοργανωθοῦν στίς Ἐνορίες ἑορταστικές ἐκδηλώσεις μέ θέμα: «Τά Βαλκάνια καί ἡ κοινή πολιτιστική παράδοση». Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική θά ἔπρεπε νά γίνη ἀναφορά στό ὅλο θεολογικό καί πνευματικό ἔργο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῶν Βαλκανίων· νά τονισθοῦν οἱ κοινές πολιτιστικές  παραδόσεις τῶν βαλκανικῶν λαῶν· νά τονισθῆ ἰδιαιτέρως ὅτι αὐτό ὀφείλεται στήν Ἐκκλησία καί τήν Ρωμηοσύνη καί νά μνημονευθοῦν οἱ μεγάλοι φωτιστές τῶν Σλαύων, καθώς ἐπίσης καί διάφοροι ἅγιοι πού συνετέλεσαν στήν κοινή αὐτή παράδοση, ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης καί οἱ μαθητές του, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἅγιος Σάββας, ὁ ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι κλπ.· νά ὑπογραμμισθοῦν οἱ διασπαστικές τάσεις πού παρατηρήθηκαν στό παρελθόν καί παρατηροῦνταν στό παρόν. Ἐπίσης, ἔγιναν προτάσεις γιά πρακτική ἐφαρμογή ὅλων τῶν ἀνωτέρω, ὅπως υἱοθέτηση ἀπό κάθε Ἐνορία ἑνός χωριοῦ ἤ Ἐνορίας ἀπό τόν Βαλκανικό χῶρο, ἐπισκέψεις καί ἐκδρομές σέ Βαλκανικές χῶρες καί συνάντηση μέ τούς νέους, πρόσκληση νέων ἀπό τίς χῶρες τῶν Βαλκανίων γιά ὀλιγοήμερη ἐπίσκεψη στήν Ἑλλάδα, ἀλληλογραφία μεταξύ νέων ἀπό τίς χῶρες αὐτές καί πρόσκληση χορευτικῶν συγκροτημάτων ἀπό ὅλες τίς Βαλκανικές χῶρες.

γ) Σεμινάρια Κατηχητῶν καί Ἡμερίδες

Ἡ ἐπιδίωξή μου ἦταν νά ὑπάρχη διαρκής ἐπιμόρφωση τῶν Κατηχητῶν σέ βασικά σημεῖα ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας. Μέσα στά πλαίσια αὐτά τίθεται ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ Σεμιναρίου τό ὁποῖο ἀνέλαβα προσωπικά, γιατί ἤθελα νά περάσω μέσα στήν κατήχηση τίς βασικές θεολογικές ἀρχές τῆς Ἐκκλησίας μας.  Τό Σεμινάριο γινόταν στόν Ἱερό Ναό Μεταμορφώσεως Πλάκας μιά φορά τόν μήνα καί ἡμέρα Τρίτη. Προηγεῖτο πάντοτε μιά εἰσήγηση ἐκ μέρους μου καί στήν συνέχεια ἀκολουθοῦσε ἡ συζήτηση. Ὅλη ἡ διαδικασία ἦταν περίπου δύο μέ τρεῖς ὧρες. Ἀναπτύχθηκαν τά θέματα πού εἶχαν σχέση μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν κατήχηση. Θά ἀναφέρω στήν συνέχεια τίς εἰσηγήσεις τίς ὁποῖες ἔκανα:

Τό ἔτος 1988-89 τό θέμα ἦταν: «Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική κατήχηση»
1. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη
2. Ἡ ὀρθόδοξη ἠθική
3. Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου
4. Ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου
5. Ἡ ὀρθόδοξη ἀσκητική Α΄
6. Ἡ ὀρθοδοξη ἀσκητική Β΄

Τό ἔτος 1989-90 κεντρικό θέμα ἦταν: «Ἐκκλησία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα»
1. Προέλευση καί ἀποκάλυψη τῆς Ἐκκλησίας
2. Ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδιότητές της
3. Ἡ Ὀρθοδοξία κατά τούς ἁγίους Πατέρες
4. Ὀρθόδοξο-ἐκκλησιαστικό φρόνημα
5. Ὀρθοδοξία καί νομικισμός
6. Τό καθολικό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας
7. Ἡ ἐκκοσμίκευση στήν Ἐκκλησία, τήν θεολογία καί τήν ποιμαντική

Τό ἔτος 1990-91 κεντρικό θέμα ἦταν πάλι: «Ἐκκλησία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα»
1. Ἐκκλησία καί θεία Εὐχαριστία κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή
2. Τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας
3. Οἱ ἅγιοι Πατέρες καί ἡ φιλοσοφία
4. Τό δόγμα περί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος
5. Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου
6. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ.
7. Τό «Πάτερ ἡμῶν», κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή

Τό ἔτος 1991-92 κεντρικό θέμα ἦταν: «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, κατά τόν Νικόλαο Καβάσιλα»
1. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή
2. Τό βάπτισμα ὡς γέννηση τοῦ ἀνθρώπου.
3. Τό χρίσμα ὡς κίνηση
4. Ἡ θεία Εὐχαριστία ὡς ζωή
5. Ἡ καθιέρωση τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου
6. Ἡ διαφύλαξη τῆς Χάριτος τῶν Μυστηρίων
7. Ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος.

Τό ἔτος 1992-93 τό βασικό θέμα ἦταν: «Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί τά σύγχρονα θέματα»
1. Ἐφηβεία καί ὀρθόδοξη ἀγωγή
2. Ἡ θεολογική ἑρμηνεία τοῦ γάμου
3. Ἡ γυναίκα κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση
4. Πληροφορική καί θεολογία
5. Ναρκωτικά καί AIDS ἀπό ἐκκλησιαστικῆς προοπτικῆς
6. Ἡ ἐγκληματικότητα στήν σύγχρονη ἐποχή
7. Βία καί ἀναρχία

Τό ἔτος 1993-94 τό βασικό θέμα ἦταν: «Ἡ θεολογία στήν ζωή μας»
1. Ὁ ὀρθόδοξος γάμος
2. Ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός
3. Ἡ μετάνοια στήν ζωή μας
4. Ἡ ποιμαντική τῶν ἁγίων
5. Ἔθνος καί ἐθνικισμός
6. Ἡ πνευματική ζωή τῶν παιδιῶν
7. Σύγχρονη ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ

Τό ἔτος 1994-95 τό κεντρικό θέμα ἦταν «Οἱ Δεσποτικές ἑορτές»
1. Ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου
2. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ
3. Ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ
4. Ἡ Περιτομή καί ἡ Ὑπαπαντή τοῦ Χριστοῦ
5. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ
6. Τά Πάθη καί ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ
7. Ἡ Ἀνάσταση καί ἡ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ

Τούς πρώτους μῆνες τοῦ ἔτους 1995 διοργανώθηκε Σεμινάριο γιά τούς Κατηχητές τῆς Ἱερᾶς ἈρχιεπιΣεμινάριο Ἀρχιεπισκοπῆς πού διήρκησε τρεῖς μῆνες μέ θέμα τήν σχέση σκοπῆς μεταξύ νέων καί ναρκωτικῶν, στό ὁποῖο μίλησαν πολλοί εἰδικοί ἐπιστήμονες γιά τό θέμα αὐτό. Στό Σεμινάριο αὐτό ὁμίλησα τόν Μάϊο 1995 μέ θέμα: «Ἡ θεολογία τῆς ἐξάρτησης καί ἡ θεραπεία τῶν ἐξαρτημένων». Πέρα ἀπό τά Σεμινάρια γίνονταν Ἡμερίδες, κυρίως , στήν ἔναρξη τῆς κατηχητικῆς περιόδου.

Γιά παράδειγμα, τόν Νοέμβριο τοῦ 1990 ἔγινε μιά Ἡμερίδα στήν ὁποία ἐκτός ἀπό μένα ὁμίλησαν κατηχητές τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Τό πρόγραμμα  ἦταν τό ἀκόλουθο:

1. Εἰσαγωγική εἰσήγηση Ἀρχιμ. Ἱερόθεου Βλάχου μέ θέμα: «Κατήχηση καί κατηχητές».
2. Λεωνίδα Σανιδᾶ μέ θέμα: «Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ κατά τήν παιδική ἡλικία».
3. Αἰκατερίνη Χουζούρη μέ θέμα: «Ἡ βίωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τούς ἐφήβους».
4. Ἀνδρέα Μοράτου μέ θέμα: «Ἡ συνάντηση τῆς Ἐκκλησίας μέ τούς συγχρόνους νέους».
Τήν παρακολούθησαν 300 περίπου κατηχητές.

Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1991 ἔγινε Ἡμερίδα μέ γενικό θέμα «Ἐκκλησιαστική ἀγωγή στήν σημερινή ἐποχή» μέ τέσσερεις εἰσηγήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ τρεῖς εἰσηγητές ἦταν Κατηχητές τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς.

1. Ἀρχιμ. Ἱερόθεου Βλάχου μέ θέμα: «Στοιχεῖα ὀρθοδόξου ἀγωγῆς».
2. Θεοδώρας Ἀντωνοπούλου μέ θέμα: «Ἐκκλησιαστική ἀγωγή στά παιδιά τοῦ Δημοτικοῦ».
3. Μάρκου Σγάντζου μέ θέμα: «Ἐκκλησιαστική ἀγωγή στά παιδιά τοῦ Γυμνασίου».
4. Πέτρου Καναβοῦ, μέ θέμα: «Ἐκκλησιαστική ἀγωγή στά παιδιά τοῦ Λυκείου».

Τόν Ὀκτώβριο 1992 ἔγινε Ἡμερίδα γιά τούς Κατηχητές τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς. Τό πρόγραμμα ἦταν τό ἑξῆς:

1. π. Γεώργιος Καλαντζῆς μέ θέμα: «Οἱ νέοι στήν ζωή τῆς Ἐνορίας».
2. Ἀρχιμ. π. Σεραφείμ Παπακώστας μέ θέμα: «Ἐνοριακές Φοιτητικές Συνάξεις».
3. Πρωτοπρ. π. Ματθαῖος Χάλαρης, μέ θέμα: «Ἐπικοινωνία Ἐνορίας μέ τά Σχολεῖα».
4. Ἀρχιμ. π. Ἱερόθεος Βλάχος, μέ θέμα: «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστική Κατήχηση».

Καί τά ἑπόμενα ἔτη, 1993, 1994, ἔγιναν παρόμοιες Ἡμερίδες, ἀλλά δυστυχῶς δέν διατήρησα στό ἀρχεῖο μου κάτι σχετικό μέ τήν θεματολογία τους.

δ) Διοργάνωση ἀθλητικῶν ἐκδηλώσεων

Δώσαμε ἰδιαίτερη προσοχή στήν ὅλη ἀγωγή τῶν παιδιῶν, πού γίνεται καί μέ τήν ἄθληση. Διεπίστωσα ὅτι ὑπῆρχαν Ἐνορίες στίς ὁποῖες τά  παιδιά εἶχαν δημιουργήσει ὁμάδες καλαθοσφαίρισης (μπάσκετ) καί ἤθελα αὐτό νά καλλιεργηθῆ ἀκόμη περισσότερο. Ἔτσι συνεργάσθηκα μέ τόν Κληρικό τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν π. Ἀντώνιο Καλλιγέρη, ὁ ὁποῖος ἦταν πρώην παίκτης καλαθοσφαίρισης, συναθλητής μέ τόν Παναγιώτη Γιαννάκη, προκειμένου νά διοργανωθῆ καλύτερα αὐτό τό ἔργο.

Μέσα στά πλαίσια αὐτά διοργανώσαμε πρωτάθλημα ὅλων τῶν ὁμάδων αὐτῶν μέ τήν βοήθεια διαιτητῶν πού ζητήσαμε ἀπό τήν Ὁμοσπονδία Καλαθοσφαίρισης. Περίπου δεκαπέντε Ἐνορίες ἔλαβαν μέρος καί διοργανώθηκε τό Πρωτάθλημα κάθε Σάββατο ἤ Κυριακή γιά περίπου τέσσερεις μῆνες. Στό τέλος δέ πού παρέμειναν τέσσερεις ὁμάδες, διοργανώσαμε τό Final Four στό γήπεδο τοῦ Πανελληνίου, ὅπου ἔγιναν οἱ ἀγῶνες μέ τήν παρουσία τῶν παιδιῶν τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων, ἀναδείχθηκαν οἱ τρεῖς πρῶτοι νικητές καί δώσαμε κανονικά μετάλλια καί κύπελο. Ἡ διοργάνωση ἦταν ὁμοία μέ τίς διοργανώσεις τῶν ἀθλητικῶν Σωματείων.

Ἡ τελική ἡμέρα συνδυάσθηκε καί μέ τήν λήξη τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων, ἦταν κάτι τό πρωτότυπο πού προκάλεσε ἰδιαίτερη ἐντύπωση. Εὐτυχῶς, μετά τήν  ἐπισκοποποίησή μου ἀνέλαβε τήν Διεύθυνση Νεότητος ὁ π. Ἀντώνιος Καλλιγέρης, ὁ ὁποῖος συνέχισε τό ἔργο καί τό ἀνέδειξε. Πάντως, ἐπί τῶν ἡμερῶν μου θέσαμε τά  θεμέλια ὅλης αὐτῆς τῆς διοργάνωσης. 

Σκοπός μου ἦταν τά παιδιά τῶν Ἐνοριῶν που ἀσχολοῦνται μέ τήν Κατήχηση νά ἔχουν εὐρύτερα ἐνδιαφέροντα καί νά συνδυάζεται ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν κοινωνική ζωή καί νά μήν αἰσθάνωνται ὅτι κάτι τούς λείπει ἀπό τήν Ἐκκλησία. Βεβαίως, δέν ἀποβλέπαμε στό νά χαθῆ ὁ λειτουργικός καί ποιμαντικός σκοπός, οὔτε νά ὁδηγηθοῦμε στήν ἐκκοσμίκευση, ἀλλά δέν ἔπρεπε νά πέσουμε καί σέ ἕναν ἰδιότυπο μανιχαϊσμό. Ἐπιβλέπαμε τό ὅλο ἔργο αὐτό ὥστε νά γίνεται μέσα στά πλαίσια τῆς θεολογικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς ἰσορροπίας καί νά ἀποφύγουμε τά ἄκρα.

ε) Ὑλικό γιά μαθήματα καί ἑορτές

Ἡ Διεύθυνση Νεότητος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς δέν εἶχε σκοπό νά ὑποκαταστήση ἤ ἀντικαταστήση τό ἔργο τῶν Ἐνοριῶν στόν νεανικό τομέα, ἀλλά νά τούς βοηθᾶ νά τό ἐξασκήσουν ἀκόμη καλύτερα. Ἔτσι, καταρτίσαμε κάποιο κατηχητικό ἔτος βοηθήματα, τά ὁποῖα ἀποστείλαμε στούς Κατηχητές τοῦ Κατωτέρου (Δημοτικό), τοῦ Μέσου (Γυμνάσιο) καί τοῦ Ἀνωτέρου Κατηχητικοῦ Σχολείου (Λύκειο). Τό Κατώτερο εἶχε τίτλο «Οἱ Φίλοι τοῦ Χριστοῦ», τό Μέσο «Ζώντας τά σωτηριολογικά γεγονότα στήν θεία Λειτουργία» καί συντάχθηκαν ἀπό τόν γραμματέα τῆς Διευθύνσεως Νεότητας Γεώργιο Μαυρομάτη, τό Ἀνώτερο εἶχε τίτλο «Πίστη καί ζωή» καί συντάχθηκε ἀπό μένα. Ἐπίσης, συγκεντρώναμε μέ τήν βοήθεια τοῦ Γραμματέως κ. Γεωργίου Μαυρομάτη ὑλικό γιά διάφορες ἐκδηλώσεις, ὅπως γιά τίς ἐθνικές ἑορτές, γιά τήν «Μνήμη τῆς Μικρασίας» (1992), ἐκδήλωση γιά τά Βαλκάνια (1994), τά ὁποῖα ἀποστείλαμε στίς Ἐνορίες γιά νά ἀξιοποιηθοῦν κατάλληλα γιά τίς ἑορταστικές τους ἐκδηλώσεις.

στ) Περιοδικό «Σημειωματάριο»

Διαπιστώθηκε ἡ ἀνάγκη νά ὑπάρχη ἕνα περιοδικό πού νά κυκλοφορῆ μεταξύ τῶν Κατηχητῶν ὡς ἕνας τρόπος ἐπικοινωνίας μαζί τους. Παλαιότερα εἶχε ἐκδοθῆ ἕνα πολυγραφημένο περιοδικό μέ τίτλο «Σημειωματάριο», ὅταν Διευθυντές Νεότητος ἦταν οἱ μετέπειτα Μητροπολίτες Θήρας Παντελεήμων καί Κίτρους Ἀγαθόνικος. Ὅταν ἀνέλαβα τήν Διεύθυνση τῆς Νεότητος ἡ ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ εἶχε διακοπῆ. Ἀποφασίσαμε νά τό ἐπανεκδώσουμε φωτοτυπημένο, γιατί δέν ὑπῆρχαν τά  κατάλληλα χρηματικά ποσά γιά νά τυπωθῆ.

Στό «Σημειωματάριο» ἀναλύονταν διάφορα θέματα πού ἀφοροῦσαν τήν κατήχηση τῶν παιδιῶν, ὅπως γιά παράδειγμα: «Κατήχηση καί κατηχητές στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», «Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ κατά τήν παιδική ἡλικία», «Ἡ βίωση τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς ἐφήβους», «Ἡ συνάντηση τῆς Ἐκκλησίας μέ τούς σύγχρονους νέους» κλπ., καθώς ἐπίσης καί παρουσιάζονταν διάφορες  εἰδήσεις ἀπό τό ὅλο κατηχητικό ἔργο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἀκόμη λαμβάναμε συνεντεύξεις ἀπό τούς ὑπεύθυνους τῆς κατηχήσεως στίς Ἐνορίες προκειμένου νά κοινοποιῆται ὅλο αὐτό τό ἔργο πού ἐπιτελοῦσαν καί νά γίνεται ἀφορμή νά δημιουργηθοῦν διάφορα ἐρεθίσματα σέ ἄλλους κατηχητές νά κάνουν κάτι ἀνάλογο.

Στό «Σημειωματάριο» πάντοτε ὑπῆρχε ἕνα μικρό  προλογικό σημείωμα ἀπό μένα, ὅπως γιά παράδειγμα «Ἐκκλησιαστικό φρόνημα», «Σταυρός-Ἀνάσταση», «Μιά προσφορά ἀγάπης», «Νέα σπορά», «Νέον ἔτος», «Πάσχα
Κυρίου», «Ποιμαντική Διακονία», «Ρύπανση τοῦ χρόνου», «Τῶν Ὀρθοδόξων οἱ Κοινότητες», «Συνεχής προσφορά» κλπ. Τό «Σημειωματάριο», τό ὁποῖο περιελάμβανε πολλά θέματα πού ἀφοροῦσαν τήν ἀγωγή τῶν νέων ἀποστελλόταν σέ ὅλους τούς ὑπευθύνους Ἱερεῖς Νεότητος τῶν Ἐνοριῶν καί στούς Κατηχητάς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν πού ἀνέρχονταν στόν ἀριθμό περίπου τῶν 400-500.

ζ) Ἐκδρομές

Ἡ σύσφιξη τῶν σχέσεων μεταξύ τῶν Κατηχητῶν γινόταν καί μέ διάφορες ἄλλες ἐκδηλώσεις, ὅπως γιά παράδειγμα οἱ ἐκδρομές, τίς ὁποῖες διοργάνωνε τό Γραφεῖο Νεότητος καί τά ἔξοδα ἐκάλυπτε ἐξ ὁλοκλήρου ἡ
Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν. Ἦταν μιά πρωτοβουλία τήν ὁποία λάβαμε τήν ἐποχή πού ἤμουν Διευθυντής Νεότητος καί εἶχε πολύ καλά ἀποτελέσματα.
Στό τέλος κάθε κατηχητικῆς περιόδου κάναμε ἡμερήσιες ἐκδρομές, ὅπως στήν Ἁγία Λαύρα καί τό Μέγα Σπήλαιο (1990), στό Ναύπλιο καί Ἄργος (1991), στίς Ἱερές Μονές Δαμάστας, Ἀγάθωνος (1992), στήν Ἱερά Μονή Σαγματᾶ (1993), στήν Λεβαδειά, στόν Ὅσιο Λουκᾶ καί στήν Ἱερά Μονή Εὐαγγελίστριας (1994).

η) Τό γενικό ἔργο

Μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τά ὀκτώ χρόνια τά ὁποῖα ἐργάσθηκα μεταξύ τῶν Κατηχητῶν, προσέφερα ὅσο μποροῦσα καλύτερα τίς δυνάμεις μου γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου καί τήν ἔνταξή του μέσα σέ  ἐκκλησιαστικά πλαίσια. Ἐκτός ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κατήχηση ἔγιναν πολλές ἑορταστικές ἐκδηλώσεις, λειτούργησαν τμήματα  ἐκμαθήσεως βυζαντινῆς μουσικῆς, δημιουργήθηκαν  τμήματα παραδοσιακῶν χορῶν καί νεανικῆς χορωδίας, ἔγιναν προγράμματα πληροφορικῆς, δημιουργήθηκαν  φροντιστήρια μαθημάτων, ἔγιναν διάφορες ἀθλητικές  ἐκδηλώσεις, ἐκδόθηκαν νεανικά περιοδικά ἀπό τίς Ἐνορίες, καί ἔγιναν πολλές ἄλλες δραστηριότητες, ὅπως συναυλίες, ἐπισκέψεις σέ νοσοκομεῖα, σέ μουσεῖα, συνεστιάσεις, δημιουργήθηκαν δανειστικές βιβλιοθῆκες, ἔγιναν, δεξιώσεις ἐκπαιδευτικῶν, δημιουργήθηκαν τμήματα ἁγιογραφίας, χειροτεχνίας, ἐκθέσεις βιβλίων κλπ. Ἕνα μέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς ἀγωγῆς πού ἔγινε στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν παρουσιάζεται γιά τό ἔτος 1991 στό βιβλίο μου Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη κοινωνία, τόμ. Β΄, σελ. 222-228.

4. Τό ἔργο μου ὡς μέλους τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν

Τό Ἵδρυμα Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοῆς ἱδρύθηκε τό ἔτος 1988 ἀπό τόν τότε Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν Ἀρχιμανδρίτη Δημήτιο Μπεκιάρη, νῦν Μητροπολίτη Γουμενίσσης, προκειμένου νά βοηθήση στήν εὕρεση ἑνός νέου τρόπου κατηχήσεως καί ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν στίς κατά τόπους Ἐνορίες. Τό σχῆμα τό ὁποῖο λειτουργοῦσε ἦταν: οἱ Ἐνορίες μποροῦσαν νά ἱδρύσουν Ἐνοριακές Νεανικές Ἑστίες (ΕΝΕ), παράλληλα μέ τά Κατηχητικά Σχολεῖα τά ὁποῖα γίνονταν, στίς ὁποῖες Νεανικές Ἑστίες  προγραμματίζονταν διάφορες ἐκδηλώσεις, ὅπως Χορωδίες, ἀθλητικές ἐκδηλώσεις, ἐκμάθηση χορῶν, φροντιστηριακά  μαθήματα κλπ.  Οἱ ΕΝΕ διοικοῦνταν ἀπό Ἐπιτροπές, τίς ὁποῖες ἀπάρτιζαν διάφορα πρόσωπα ἱκανά γιά τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν, εἶχαν τήν δυνατότητα νά δέχωνται προσφορές χορηγῶν, ἀνεξάρτητα ἀπό τά Ἐκκλησιαστικά Συμβούλια, καί περιαγόταν δίσκος στίς Ἐνορίες μερικές ἡμέρες  τόν χρόνο γιά τήν συλλογή χρημάτων, τά ὁποῖα προορίζονταν ἀποκλειστικῶς καί μόνον γιά τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν.

Τό Ἵδρυμα Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, πού ἀποτελεῖτο ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν ὡς Πρόεδρο, τόν Πρωτοσύγκελλο ὡς Ἀντιπρόεδρο, τόν ἑκάστοτε Διευθυντή Νεότητος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς καί ἄλλους οἱ ὁποῖοι εἶχαν διακριθῆ σέ διαφόρους τομεῖς, διηύθυνε καί ὀργάνωνε ὅλο αὐτό τό ἔργο στίς ΕΝΕ. Ὡς Διευθυντής Νεότητος διορίσθηκα μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος, τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοππῆς Ἀθηνῶν τήν 10-5-1991.

α) Συνεδριάσεις Συμβουλίων

Τό Διοικητικό Συμβούλιο τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος συνεδρίαζε τακτικά καί ὁσάκις ὑπῆρχε ἀνάγκη, ἀφ’ ἑνός μέν γιά νά ἐνημερώνεται γιά τό ὅλο ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελεῖτο στίς Ἐνορίες, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά νά τό συντονίζηκαλύτερα. Εἶχε, βέβαια, καί τήν δυνατότητα τῆς οἰκονομικῆς αὐτάρκειας καί μέ αὐτόν τόν τρόπο βοηθοῦσε στήν ἀναζωπύρωση τοῦ νεανικοῦ ἔργου στίς Ἐνορίες.

Ὅπως εἶναι φυσικό ὡς Διευθυντής Νεότητος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς συμμετεῖχα στίς Συνεδριάσεις αὐτοῦ τοῦ ὀργάνου παράλληλα μέ τήν δική μου ἁρμοδιότητα πού ἦταν ἡ ὀργάνωση τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου. Σκοπός τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος ἦταν, ὅπως ἀναφέρθηκε, νά βρεθῆ ἕνας νέος τρόπος προσεγγίσεως τῶν νέων στήν Ἐκκλησία καί ἀξιοποιήσεως τῶν ἰδιαιτέρων χαρισμάτων τους. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐκτός ἀπό σημαίνοντα πρόσωπα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, πού προέρχονταν ἀπό τό οἰκονομικό καί νομικό ἐπιτελεῖο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, μέλη τοῦ Ἱδρύματος αὐτοῦ, ἦταν μεταξύ τῶν ἄλλων, ὁ Ἀρχιμανδρίτης Φιλόθεος Φάρος καί ὁ καθηγητής Χρῆστος Γιανναρᾶς. Γίνονταν πολλές συζητήσεις σέ θεωρητικό καί πρακτικό ἐπίπεδο καί προσπαθούσαμε νά δώσουμε τήν ἐκκλησιαστική, λατρευτική καί ποιμαντική διάσταση στήν ἐκκλησιαστική ἀγωγή τῶν παιδιῶν, ἀποκλείοντας τήν ἐκκοσμίκευση καί τήν συντηρητικότητα.  Κατά καιρούς καλούσαμε στά Συμβούλια Κληρικούς πού ἦταν ὑπεύθυνοι τῶν Νεανικῶν Ἐνοριακῶν Ἑστιῶν γιά νά μᾶς ἀναλύσουν τό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελοῦσαν στίς Ἐνορίες τους, τό ὁποῖο σέ πολλές περιπτώσεις ἦταν καταπληκτικό.

Τελικά, ὅλη αὐτή ἡ προσπάθεια εἶχε πολλά θετικά  ἀποτελέσματα. Μερικοί Ναοί τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἦταν ἑστίες νεανικῆς ζωῆς, σέ αὐτές συγκεντρώνονταν πολλοί νέοι, ὄχι μόνον γιά ψυχαγωγικούς λόγους, ἀλλά καί γιά ἐκκλησιολογικούς. Ἡ προσπάθεια ἐπεκτεινόταν καί στούς φοιτητές καί κατά καιρούς σέ μερικές ἐνορίες γίνονταν ὁμιλίες ἀπό διαφόρους ἐπιστήμονες, ἀκολουθοῦσε δεξίωση τῶν φοιτητῶν, πολλές φορές γίνονταν καί ἀγρυπνίες. Ὁ σκοπός ἦταν νά βοηθηθοῦν οἱ νέοι, μαθητές καί φοιτητές, νά ἀποκτήσουν ἐκκλησιαστικό φρόνημα, νά ἐκκεντριστοῦν μέσα στόν ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό, νά κάνουν δηλαδή μιά πορεία πρός ἐκκλησιασμό. Δέν γνωρίζω πῶς ἐξελίχθηκε αὐτή ἡ προσπάθεια καί τί γίνεται σήμερα, ἀλλά ἀπό τίς 150 περίπου Ἐνορίες τῶν Ἀθηνῶν, οἱ 50 εἶχαν ἀναπτύξει ἕνα ἀξιόλογο νεανικό ἔργο.

β) Ἐπισκέψεις σέ Νεανικά Κέντρα – διοργανώσεις ἐκδηλώσεων

Ὡς Διευθυντής Νεότητος καί μέλος τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν δεχόμουν προσκλήσεις γιά νά ὁμιλήσω στούς μαθητές καί τούς φοιτητές καί νά γίνη συζήτηση. Ὑπῆρχε ἔντονο ἐνδιαφέρον ἀπό τά θέματα τά ὁποῖα ἀναπτύσσονταν, πού ἀναφέρονταν
στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο πλησιάζουμε τήν Ἐκκλησία, στό πῶς ἀποκτοῦμε ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ἦθος καί πῶς ἀντιδροῦμε στό κοινωνικό γίγνεσθαι, σέ σύγχρονα προβλήματα, ὅπως τά ναρκωτικά καί τό AIDS.

Παράλληλα γίνονταν πολλές ἐκδηλώσεις σέ κλειστά γήπεδα, στό προαύλιο τῶν Ἱερῶν Ναῶν καί σέ ἀνοικτά θέατρα, στά ὁποῖα οἱ νέοι παρουσίαζαν τά προγράμματά τους (χορωδίες καί χορευτικά συγκροτήματα), συμμετεῖχα σέ πολλές τέτοιες ἐκδηλώσεις, μετέφερα τίς εὐχές τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ἔβλεπα τόν ἐνθουσιασμό τῶν ἀνθρώπων γιά τήν προσπάθεια αὐτή πού γινόταν. Ἐνθυμοῦμαι ἰδιαίτερα μερικές τέτοιες ὑπαίθριες ἐκδηλώσεις τῶν Ἱερῶν Ναῶν Ἁγίου Ἀθανασίου Πολυδρόσου, τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους Ἰλισίων καί τῆς
Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Χολαργοῦ.

5. Ἐκπροσώπηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας σέ διάφορα Συμβούλια

Ἐπειδή ἀσχολούμουν εἰδικά μέ τό θέμα τῆς Νεότητος, καί ὡς Διευθυντής Νεότητος καί ὡς μέλος τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος, στό ὁποῖο συνήθως εἰσηγούμουν διάφορα θέματα πού ἀπασχολοῦσαν τούς νέους, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ἔβλεπε τό ἔργο, παρακολουθοῦσε τήν ἔντονη διάθεση μέ τήν ὁποία τό ἔκανα καί μέ πρότεινε νά συμμετάσχω ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σέ διάφορες Ἐθνικές Ἐπιτροπές πού προβλεπόταν νά παρίσταται καί ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλο τό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελοῦσα καί στό ἱεροκηρυκτικό καί στόν νεανικό τομέα ἦταν μεγάλο καί βαρύ. Ὡστόσο, ὅμως, ἡ παρουσία μου στά  Διοικητικά Συμβούλια τῶν διαφόρων Ἐπιτροπῶν, ἀφ’ ἑνός μέν μοῦ ἔδινε τήν δυνατότητα νά ἐνημερώνομαι πάνω σέ διάφορα σύγχρονα ζητήματα καί νά ἀποκτῶ ἰδιαίτερη  πείρα, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά δραστηριοποιοῦμαι ἀκόμη  περισσότερο στά θέματα αὐτά.

Στήν συνέχεια θά ἀναφέρω τίς Ἐπιτροπές τίς ὁποῖες συμμετεῖχα προτεινόμενος εἴτε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν εἴτε ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Σημειωτέον ἡ πρόταση γινόταν ἀπό τά διάφορα Ὑπουργεῖα πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο ἤ τήν Ἱερά Σύνοδο καί διορίζονταν τά πρόσωπα ἀπό τό Κράτος. Πρέπει νά ὑπογραμμίσω ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ μοῦ εἶχε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη καί ἐκτιμοῦσε τίς γνώσεις καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον χειριζόμουν τά θέματα.

–Ἐθνική Ἐπιτροπή κατά τοῦ AIDS

Ἡ πρόταση νά συμμετάσχη ἡ Ἐκκλησία στήν Ἐπιτροπή αὐτή ἦταν ἀπό τόν τότε Ὑφυπουργό Ὑγείας Πρόνοιας καί Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων κ. Ἐμμανουήλ Σκουλάκη, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε τήν Ἐκκλησία καί εἶχε μεγαλώσει κάτω ἀπό τήν προστασία τοῦ Μητροπολίτου Κισάμου καί Σελήνου τῆς Κρήτης Εἰρηναίου, καί ἡ ἐπιλογή μου ἔγινε ἀπό τόν Ἁρχιεπίσκοπο. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μέ πολύ χιοῦμορ εἶπε στόν Ὑφυπουργό, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκε γιά νά τοῦ ὑποδείξη ἕνα πρόσωπο: «Ἐσεῖς μέ τήν ζωή πού ζῆτε θά ψοφήσετε ὅλοι ἀπό τό AIDS. Μόνον ἐμεῖς θά μείνουμε ἀπρόσβλητοι!». Στήν Ἐπιτροπή συμμετεῖχαν Καθηγητές Πανεπιστημίου, κυρίως Ἰατρικῆς Σχολῆς, πού ἀσχολοῦνταν εἰδικά μέ προβλήματα πού εἶχαν σχέση μέ τόν ἰό HIV πού ἔχει ὡς συνέπεια τήν νόσο τῆς ἀνοσιολογικῆς ἀνεπάρκειας (AIDS). Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἦταν ὁ Καθηγητής καί Ἀκαδημαϊκός Μερίκας καί μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἦταν οἱ καθηγητές Ματσανιώτης, Παπαπέτρου, Τριχόπουλος, Κακλαμάνης, καί ἄλλοι ἐκπρόσωποι διαφόρων φορέων.

Τά προβλήματα τά ὁποῖα ἀντιμετωπίσαμε ἦταν βασικά δύο. Τό ἕνα ἀφοροῦσε τήν χορήγηση τοῦ φαρμάκου στούς φορεῖς τοῦ AIDS, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά χορηγῆται τό φάρμακο, διότι ἐπρόκειτο γιά πολύ ἀκριβό φάρμακο, ὕστερα ἀπό συνταγή δύο νοσοκομειακῶν ἰατρῶν. Καταλάβαινα ὅτι ὑπῆρχαν πολλά οἰκονομικά συμφέροντα γύρω ἀπό τό θέμα αὐτό. Τό ἄλλο πρόβλημα ἦταν ἡ ἐνημέρωση γιά τήν πρόληψη καί περιορίζονταν μόνον στήν πρόταση γιά τήν χρήση προφυλακτικοῦ.

Εἰδικά γιά τό θέμα αὐτό, γιά τόν τρόπο τῆς ἐνημερώσεως, καί γιά τήν μονομερῆ ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ἔδωσα μεγάλο ἀγώνα μέ θεολογικά καί ἰατρικά ἐπιχειρήματα, ἀλλά πάντοτε μέ σύνεση καί διάκριση.
Τελικά ἐξαναγκάσθηκα νά παραιτηθῶ ἀπό τήν Ἐπιτροπή, ἐπειδή διαφωνοῦσα μέ τόν τρόπο ἐνημέρωσης, ἀφοῦ συζήτησα προηγουμένως μέ τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος καί συμφώνησε. Τήν ὅλη παρουσία μου στήν Ἐπιτροπή, τίς προτάσεις τίς ὁποῖες ὑπέβαλα καί τελικά τά αἴτια τῆς παραίτησής μου, ὅπως καί τά κείμενα, ἔχουν περιληφθῆ σέ ἕνα βιβλίο μου μέ τίτλο AIDS ἕνας ἄλλος τρόπος ζωῆς.

–Ὀργανισμός κατά τῶν Ναρκωτικῶν (ΟΚΑΝΑ)

Στόν Ὀργανισμό αὐτό πού ἀνῆκε στό Ὑπουργεῖο Ὑγείας καί Πρόνοιας καί Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων ἐκπροσωποῦσα τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ διορισμό πού ἔγινε ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τόν Νοέμβριο τοῦ 1993. Σκοπός τοῦ ΟΚΑΝΑ ἦταν νά δημιουργῆ προγράμματα πρόληψης καί προγράμματα θεραπείας καί νά προτείνη τό κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο γιά τήν ἀντιμετώπιση ὅλου τοῦ προβλήματος, ἤτοι τῆς πρόληψης, τῆς θεραπείας-ἀποτοξίνωσης καί τῆς ἐπανένταξης στόν κοινωνικό χῶρο.
Ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔδινα προτεραιότητα στά αἴτια τά ὁποῖα ὁδηγοῦν τούς νέους στήν λήψη ἐξαρτησιογόνων οὐσιῶν, στόν τρόπο πρόληψης καί κυρίως στό νά προσφερθῆ νόημα ζωῆς στούς ἀνθρώπους. Ὅμως, παρατηροῦσα ὅτι ὅλες οἱ Συνεδριάσεις εἶχαν ἕνα νομοτεχνικό χαρακτήρα καί περιορίζονταν σέ ἐξωτερικά σημεῖα, χωρίς νά ἀναφέρωνται σέ θέματα τά ὁποῖα ἐνδιέφεραν τήν Ἐκκλησία. Κυρίως ἐνδιαφέρονταν στό νά καθορίσουν ἕνα νομικό πλαίσιο πού θά παρέχη τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις, προκειμένου νά λειτουργοῦν τά Κέντρα Πρόληψης καί Ἀποτοξίνωσης, ὥστε νά χορηγοῦνται οἱ ἄδειες σέ αὐτούς πού εἶχαν τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Τό κυριότερο πρόβλημα πού μᾶς ἀπασχολοῦσε ἦταν ὁ τρόπος χορήγησης τῆς μεθαδόνης, πού ἦταν ὑποκατάστατο τῶν ἐξαρτησιογόνων οὐσιῶν τῶν λεγομένων σκληρῶν ναρκωτικῶν. Ὑπῆρχαν πολλοί πού ἤθελαν νά λαμβάνουν μεθαδόνη ἀντί γιά ναρκωτικές οὐσίες, καθώς ἐπίσης ὑπῆρχε μεγάλη ἀντίδραση ἀπό τούς κατοίκους τῶν περιοχῶν, ὅπου εἶχαν καθορισθῆ τά κέντρα γιά νά χορηγῆται ἡ μεθαδόνη. Ἡ βασική μου ἀντίρρηση ἦταν ὅτι δέν εἶναι δυνατόν προκειμένου νά θεραπευθῆ ὁ ναρκομανής νά τοῦ χορηγῆται μιά ἠπιότερης μορφῆς ναρκωτική οὐσία καί ὅτι δέν εἶναι δυνατόν μέ τήν δική μας συγκατάθεση νά δημιουργοῦμε νέους πού νά εἶναι ἐξαρτηματικά ὄντα.
Βεβαίως, ὑπῆρχαν διαφορετικές ἀπόψεις ἐπί τοῦ θέματος. Πάντως, ἡ πείρα τήν ὁποία ἀπέκτησα πάνω στό θέμα αὐτό ἦταν μεγάλη καί μέ βοήθησε νά ἐπεκτείνω τήν δραστηριότητα στίς Ἐνορίες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μέσῳ τῆς Διευθύνσεως Νεότητος, προσφέροντας κυρίως νόημα ζωῆς στούς νέους καί ὕπαρξης πού εἶναι ἡ καλύτερη πρόληψη γιά τά ναρκωτικά, καί ἀκόμη περισσότερο νά καλλιεργηθῆ ἡ αἴσθηση ὅτι ἡ Ἐνορία εἶναι μιά θεραπευτική
κοινότητα πού ἀσκεῖ τήν πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια καί τριτοβάθμια πρόληψη. Θά ἀναφέρω μερικές δράσεις. Ἔκανα εἰσήγηση μέ θέμα «Ναρκωτικά καί AIDS. Δύο προβλήματα μέ ἰδιαίτερη ὀξύτητα γιά τήν νέα γενιά τοῦ Σήμερα», στό Πανελλήνιο Συνέδριο Στελεχῶν Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Μάϊος 1992). Ἐπίσης, ἔκανα μιά ἄλλη εἰσήγηση στό Συνέδριο τοῦ Β΄ Τεχνικο-επαγγελματικοῦ Λυκείου Ἀθήνας, μέ θέμα «Σπουδάζουσα Νεότητα καί Ναρκωτικά», μέ πρόταση τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου (Ἀπρ. 1993). Ἀκόμα, στήν Ἀρχιεπισκοπή δημιουργήσαμε διάφορα Σεμινάρια καί Συνάξεις πού ἀναλύσαμε ὅλο τό βαθύτερο πρόβλημα τῶν ναρκωτικῶν καί τά ὁποῖα ἀναφέρθηκαν σέ ἄλλες ἑνότητες.

–Κέντρο Ἐλέγχου Εἰδικῶν Λοιμώξεων (ΚΕΕΛ)

Διορίστηκα στό Διοικητικό Συμβούλιο τοῦ Κέντρου Ἐλέγχου Εἰδικῶν Λοιμώξεων (ΚΕΕΛ) ὡς ἀναπληρωτής τοῦ τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος Χριστοδούλου πού ἦταν ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Δεκ. 1992). Πρόκειται γιά τήν διάδοχη κατάσταση τῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς κατά τοῦ AIDS, ἡ ὁποία δημιουργήθηκε ἀφ’ ἐνός μέν διότι δέν προχωροῦσε ἡ Ἐπιτροπή ἐκείνη γιά διαφόρους λόγους, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιατί ἐπεκτάθηκε καί σέ πολλές ἄλλες λοιμώξεις. Εἶναι χαρακτηριστική μιά ἐπιστολή τήν ὁποία ἀπέστειλε στόν Πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπῆς καθηγητή Ἰωάννη Στρατηγό ὁ τακτικός ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας Μητροπολίτης τότε Δημητριάδος Χριστόδουλος. Στήν ἐπιστολή αὐτή ὁ Χριστόδουλος προσπαθεῖ νά δικαιολογήση γιατί δέν μπορεῖ νά παρίσταται στίς Συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς λόγῳ διαφόρων ὑποχρεώσεών του καί σημειώνει: «Παρακαλῶ νά δεχθῆτε τήν ἔκφρασιν τῆς πολλῆς μου λύπης διά τήν ἀνωμαλίαν αὐτήν καίτοι ἡ λύπη αὐτή μετριάζεται ἀπό τήν ἐποικοδομητικήν παρουσίαν εἰς τάς συνεδριάσεις τοῦ ἀναπληρωτοῦ μου ἀγαπητοῦ καί εὐπαιδεύτου Ἀρχιμ. κ. Ἱεροθέου Βλάχου, παρά τοῦ ὁποίου τακτικῶς ἐνημεροῦμαι ἐπί τῶν ἑκάστοτε διαμοιβωμένων καί ἀποφασιζομένων» (6 Μαΐου 1993). Παρευρισκόμουν πάντοτε στά Συμβούλια τοῦ Κέντρου, ἐξέφραζα τίς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας, κατέθετα προτάσεις καί ἐνημέρωνα γραπτῶς τόν Μητροπολίτη Δημητριάδος Χριστόδουλο. Βεβαίως, ἐνημέρωνα καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ.

–Ἐθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης

Διορίσθηκα ὡς ἀναπληρωματικό μέλος στό Ἐθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ὑπ’ ἀριθμ. 22255/2/3-11-1990 Ἀπόφαση Κυβερνήσεως), ἐνῶ τακτικό μέλος ἦταν ὁ τότε Μητροπολίτης Ἀλεξανδρουπόλεως νῦν Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμος. Καί οἱ δύο ἤμασταν ἐκπρόσωποι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τότε κυβέρνηση μέ ἀπόφασή της καθόρισε ὡς μέλη τοῦ Ἐθνικοῦ Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, ἐκτός ἀπό τούς ἐκπροσώπους τῶν Κομμάτων καί ἐκπροσώπους ἄλλων φορέων τῆς κοινωνίας, ὅπως τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, τοῦ Ἐμπορικοῦ καί Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀθηνῶν, τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν Ἑλλάδος, τῆς Ἑνώσεως Συντακτῶν, τῆς ΕΙΗΕΑ (Ἕνωση Ἰδιοκτητῶν Ἡμερησίων Ἐφημερίδων Ἀθηνῶν), τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν καί Ἐπικοινωνιῶν. Ὁ σκοπός τοῦ Ἐθνικοῦ Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης ἦταν νά χορηγῆ τίς ἄδειες γιά τήν λειτουργία τῶν Τηλεοπτικῶν καί Ραδιοφωνικῶν Σταθμῶν, νά καταρτίζη κώδικες δεοντολογίας καί τῶν προγραμμάτων τῶν Τηλεοπτικῶν καί Ραδιοφωνικῶν Σταθμῶν, ἀλλά καί τῶν δημοσιογράφων πού συμμετέχουν στίς ἐκπομπές, καθώς ἐπίσης καί νά ἀποφαίνεται σέ περίπτωση καταγγελιῶν, παραβιάσεων τῶν κωδίκων δεοντολογίας.  Ἔτσι, γιά πολλούς μῆνες ἀσχολήθηκαμε μέ τόν καταρτισμό κωδίκων δεοντολογίας, ἔπειτα ἀσχοληθήκαμε μέ τήν γνωμοδότηση γιά τήν ἔκδοση ἀδειῶν λειτουργίας διαφόρων Τηλεοπτικῶν καί Ραδιοφωνικῶν Σταθμῶν γιά ὅλη τήν Ἑλλάδα καί γι’ αὐτό ἀφιερώσαμε πολλές ὧρες γιά τήν ἀκρόαση τῶν ὑπευθύνων προκειμένου νά λάβουν τήν ἄδεια (τότε δόθηκε ἡ ἄδεια γιά τό MEGA, SKAI, Antena κλπ.) καί ἐπιβάλαμε πρόστιμα γιά παράβαση τῆς δεοντολογίας. Οἱ Συνεδριάσεις τοῦ Ἐθνικοῦ Ραδιοτηλεοπτικοῦ Συμβουλίου ἦταν πολύωρες καί κοπιαστικές. Τίς περισσότερες φορές συμμετεῖχα ἐγώ ὡς ἀναπληρωματικό μέλος, γιατί ὁ τακτικός ἐκπρόσωπος Μητροπολίτης Ἀλεξανδρουπόλεως Ἄνθιμος δέν μποροῦσε νά ἔρχεται σέ Συνεδριάσεις πού γίνονταν μερικές φορές καθημερινῶς. Τά θέματα ἦταν πολύ δύσκολα, ἔπρεπε νά λαμβάνω ἀποφάσεις πολύ ὑπεύθυνες, γιατί κατά τήν διάρκεια τῆς ψηφοφορίας ἡ δική μου ψῆφος ἦταν ἡ ἀποφασιστική - ὁριακή, ἀφοῦ συνήθως ὑπῆρχαν κομματικές παρεμβάσεις καί ἡ ψῆφος τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας ρύθμιζε τίς ἀποφάσεις, θετικές ἤ ἀρνητικές.

Πάντως, ἡ συμμετοχή μου σέ αὐτήν τήν Ἐπιτροπή μοῦ ἔδωσε πολύ μεγάλη ἐμπειρία, γιατί ἔβλεπα τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο λειτουργοῦσε ὅλο τό σύστημα τῆς ἐνημέρωσης τοῦ λαοῦ, οἱ παραβάσεις, οἱ παραλείψεις, οἱ ὑπερβάσεις καί οἱ παρανομίες πού γίνονταν κατά τήν λειτουργία τῶν προγραμμάτων, ἀλλά καί ὅλο τό ὑπόβαθρο τῆς ἐνημερώσεως τοῦ λαοῦ. Ἐπίσης, ἔβλεπα τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ἀντιμετώπιζαν τό θέμα οἱ πολιτικές παρατάξεις, δηλαδή τά Κόμματα.

–Διακομματική Ἐπιτροπή τῆς Βουλῆς γιά τό Δημογραφικό πρόβλημα

Κλήθηκα νά παρουσιάσω τίς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας στήν Διακομματική Ἐπιτροπή τοῦ Κοινοβουλίου γιά τό Δημογραφικό πρόβλημα στήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων. Ἡ ἱστορία αὐτή εἶναι λίγο περίεργη, ἀλλά μοῦ ἔδωσε πολύ μεγάλη ἐμπειρία. Ἕνα βράδυ κατά τίς 10 ἡ ὥρα, μοῦ τηλεφώνησε ὁ Γιάννης Χατζηφώτης, ὁ ὁποῖος τότε ὑπηρετοῦσε ὡς Διευθυντής στό Γραφεῖο Τύπου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί μοῦ εἶπε ὅτι τήν ἑπόμενη ἡμέρα, 8 π.μ., ἔπρεπε νά βρίσκομαι, κατ’ ἐντολή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος Σεραφείμ, στήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων γιά νά παρουσιάσω τίς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας γιά τό δημογραφικό πρόβλημα. Αἰσθάνθηκα μεγάλη δυσφορία καί τοῦ εἶπα ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά γίνη, δεδομένου ὅτι δέν ἔχω μελετήσει τό θέμα, καί ποτέ κάποια Ἐπιτροπή τῆς Ἐκκλησίας δέν κατέγραψε τίς ἀπόψεις γιά νά τίς παρουσιάσω. Ἐκεῖνος ἐπέμενε καί, ὅπως μοῦ εἶπε, ἐμπιστευόταν τίς γνώσεις μου καί τήν πείρα μου.  Φυσικά, ὅλη τήν νύκτα παρέμεινα ξάγρυπνος καί προσπαθοῦσα νά ἐντοπίσω ποιές θά μποροῦσαν νά ἦταν οἱ ἀπόψεις καί οἱ προτάσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τό θέμα αὐτό, νά τίς καταγράψω, ὥστε νά τίς ἀναπτύξω προφορικά στήν Ἐπιτροπή καί νά τίς καταθέσω.  Τήν ἑπόμενη ἡμέρα τό πρωΐ βρέθηκα στήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων σέ Ἐπιτροπή μέ ἐκπροσώπους ὅλων τῶν Κομμάτων, ὅπου γιά μία ὥρα περίπου ἀνέλυα τό δημογραφικό πρόβλημα, ἀπό πλευράς ἐπιστήμης καί Ἐκκλησίας, τά αἴτια τά ὁποῖα τό προκαλοῦν, τίς ἐπιπτώσεις γιά τήν γήρανση τοῦ πληθυσμοῦ, τίς ἐθνικές συνέπειες πού δημιουργεῖ καί βεβαίως κατέθεσα τίς προτάσεις γιά ἐνίσχυση πολυτέκνων οἰκογενειῶν γιά τήν δημιουργία βρεφονηπιακῶν σταθμῶν καί τήν θέσπιση κινήτρων γιά τήν γέννηση παιδιῶν.  Βεβαίως, ἀνέπτυξα καί τήν θεολογία τοῦ ζητήματος καί στήν συνέχεια ἀπήντησα σέ ἐρωτήσεις πού μοῦ ὑποβλήθηκαν, κυρίως γιά τήν ἔκτρωση. Οἱ ἐρωτήσεις αὐτές ὑποβλήθηκαν διότι εἶχα ἀναφέρει ὅτι πρόκειται γιά ἀντιφατικότητα, ἀφοῦ ἀπό τήν μιά μεριά ἔχει ἐντοπισθῆ ὅτι ὑφίσταται δημογραφικό πρόβλημα καί ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων θέλει νά τό ἀντιμετωπίση, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔχει θεσπίσει νόμο γιά νά νομιμοποιῆται ἡ εὐκολία τῶν ἐκτρώσεων.

–Ἐπιτροπή τοῦ Ὑπουργείου Ὑγείας καί Πρόνοιας γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Διεθνοῦς Ἔτους τῆς Οἰκογενείας κατά τό ἔτος 1994

Τό ἔτος 1994 εἶχε καθιερωθῆ ὡς ἔτος οἰκογενείας καί προκειμένου νά γίνη ἕνας κατάλληλος ἑορτασμός καί νά συντονισθοῦν διάφορες ἐκδηλώσεις ζητήθηκε ἀπό τό Ὑπουργεῖο Ὑγείας καί Πρόνοιας νά ὁρισθῆ καί ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τόν Φεβρουάριο 1993 μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁρίσθηκα ἐκπρόσωπός της στήν Ἐπιτροπή πού συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι ἀπό Ὑπουργεῖα καί ὀργανώσεις γιά νά ἀνταποκριθοῦμε στόν σκοπό τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατά τίς Συνεδριάσεις μοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα νά ἐπικοινωνήσω μέ ὅλους αὐτούς τούς φορεῖς, νά δῶ τίς ἀπόψεις τους γιά τό σοβαρό αὐτό ζήτημα καί, βεβαίως, νά καταθέσω τίς προτάσεις τῆς Ἐκκλησίας γιά τό συγκεκριμένο αὐτό θέμα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ βασική μου ἄποψη ἦταν ὅτι ἡ Ἐκκλησία μέ τίς κατά τόπους Ἱερές Μητροπόλεις καί Ἐνορίες δέν ἀσχολεῖται ἐποχιακά μέ τό θέμα χάριν ἑορτασμοῦ, ἀλλά τό κάνει συνεχῶς, γιατί ἡ οἰκογένεια εἶναι τό
κύτταρο ὄχι μόνον τῆς κοινωνικῆς ἀλλά καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν εἶναι δυνατόν οἱ κατά τόπους φορεῖς τοῦ Κράτους νά μή συνεργάζωνται μέ τήν Ἐκκλησία καί νά μήν ὠφελοῦνται ἀπό τήν μεγάλη πείρα πού διαθέτει.

–Συντονιστική Ἐπιτροπή στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ναρκωτικῶν καί τοῦ AIDS

Μέ τούς συνεργάτες μου στήν Διεύθυνση Νεότητος, ἀλλά καί μέ τά ἄλλα μέλη τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, σέ συνεννόηση μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Σεραφείμ ἀποφασίσαμε νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό θέμα τῶν ναρκωτικῶν καί τοῦ AIDS μεταξύ τῶν νέων τῶν Ἐνοριῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐπειδή τό πρόβλημα ἐκείνη τήν ἐποχή βρισκόταν σέ ἐξαρση.  Ἤδη, συμμετέχοντας σέ διάφορα Συμβούλια γιά τά ναρκωτικά καί τό AIDS στό Ὑπουργεῖο Ὑγείας εἶχα ἀποκτήσει μεγάλη γνώση καί πείρα γιά τά θέματα αὐτά, ὁπότε θελήσαμε νά ἐνημερώσουμε τούς νέους πού συμμετεῖχαν στό ἐνοριακό ἔργο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς. Κυρίως θά γινόταν σέ ἐνημερωτικό ἐπίπεδο καί, βεβαίως, στόν τομέα τῆς πρωτογενοῦς, δευτερογενοῦς καί τριτογενοῦς πρόληψης.  Ὅπως εἶναι γνωστόν ἡ πρωτογενής πρόληψη γιά τά ναρκωτικά εἶναι νά ζοῦν οἱ νέοι σέ ἕνα ὑγιές περιβάλλον, ὥστε νά μήν ἀναζητήσουν τίς ἐξαρτησιογόνες οὐσίες. Ἡ δευτερογενής πρόληψη εἶναι νά γίνεται μιά ἄμεση παρέμβαση στήν ψυχή τοῦ νέου, ὅταν ἀρχίσουν νά δημουργοῦνται ψυχολογικά καί ἄλλα προβλήματα. Καί ἡ τριτογενής πρόληψη εἶναι νά βοηθῆται ὁ νέος ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπεξαρτητοποιηθῆ στό νά ἐνταχθῆ στόν κοινωνικό χῶρο, πού εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα προβλήματα στήν ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος αὐτοῦ.

Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1992 δημιουργήθηκε στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή μιά Ἐπιτροπή τῆς ὁποίας ἤμουν μέλος καί καταρτίσθηκαν προγράμματα γιά τήν ἐνημέρωση τῶν νέων πάνω στά δύο αὐτά προβλήματα, ἤτοι τά ναρκωτικά καί τό AIDS. Ἔγιναν ἡμερίδες καί σεμινάρια τῶν ὑπευθύνων σέ κάθε Ἐνορία καί τελικά ὑπῆρξε μιά προσπάθεια γιά νά ἀντιμετωπισθοῦν τά δύο αὐτά μεγάλα προβλήματα πού ἀπασχολοῦν τούς νέους. Γενικά, ἡ συμμετοχή μου σέ ὅλες αὐτές τίς Ἐπιτροπές ἦταν πολυμέριμνη καί πολυάσχολη, γιατί συνδεόταν μέ προετοιμασία κατάλληλη. Ἀλλά ὅμως μοῦ προσέδωσε μεγάλη πείρα πάνω σέ θέματα πού ἀπασχολοῦν τούς νέους καί γενικότερα τήν κοινωνία.

6. Μέλος καί παραγωγός τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Τό ἔτος 1989 εἶχε ὡριμάσει ἡ ἄποψη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά ἀποκτήση Ραδιοφωνικό Σταθμό καί νά  μεταδίδη τά μηνύματά της. Ὕστερα ἀπό μερικές προσπάθειες πού ἔγιναν ἀπό τόν π. Φιλόθεο Φάρο ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας ἀνέθεσε στόν τότε Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς καί Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πετράκη Ἀρχιμ. Δημήτριο Μπεκιάρη νά σχεδιάση τήν λειτουργία τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ. Ἐπειδή  ὑπηρετοῦσα ὡς Διευθυντής Νεότητος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς καί εἶχα στενή ἐπικοινωνία μέ τόν Πρωτοσύγκελλο, ἤμουν ἀπό τούς πρώτους πού συνεργασθήκαμε γιά τήν  λειτουργία τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ καί τό πρόγραμμά του. Τά μηχανήματα προσφέρθηκαν ἀπό τόν ἐφοπλιστή Νικόλαο Φράγκο, τό στούντιο καί τά Γραφεῖα τοῦ Σταθμοῦ στεγάσθηκαν στόν  4ο ὄροφο τῶν Συνοδικῶν Γραφείων. Ὁ Ραδιοφωνικός Σταθμός ἄρχισε νά λειτουργῆ τόν Ἀπρίλιο 1989 μέ πολύ ζῆλο καί ἐθελοντικό προσωπικό. Ζητήσαμε ἀπό τούς Κατηχητές καί Κατηχήτριες νά βοηθήσουν σέ ἐθελοντική βάση, ἀφ’ ἑνός μέν ὡς παραγωγοί προγραμμάτων, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὡς προσωπικό γιά τήν λειτουργία τοῦ Σταθμοῦ ἐθελοντικῶς.

Ὑπῆρχε μεγάλος ζῆλος γιά τόν σκοπό αὐτόν καί πολλά στελέχη τά ὁποῖα ἀργότερα ἀπέκτησαν ἐπαγγελματική σχέση μέ τόν Ρ/Σ ξεκίνησαν ἐθελοντικά. Ὅταν ὁ Ἀρχιμ. Δημήτριος Μπεκιάρης ἐξελέγη Μητροπολίτης τήν Διεύθυνση τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ ἀνέλαβε ὁ Ἀρχιμ. Νικόλαος Πρωτοπαπᾶς, νῦν Μητροπολίτης Φθιώτιδος. Ἡ συμμετοχή μου στήν λειτουργία τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ ἐπεκτεινόταν σέ πολλούς τομεῖς, ὅπως στήν παραγωγή εἰδικῆς ἐκπομπῆς μέ τίτλο «Οἱ Πατέρες στόν σύγχρονο κόσμο» πού μεταδιδόταν κάθε Κυριακή ἀπό τίς 11 μέχρι τίς 11:30 π.μ. καί ἀνέλυε διάφορα σύγχρονα θέματα, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκπομπές αὐτές ἄρχισαν τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1989 καί περατώθηκαν τόν Ἰούλιο τοῦ 1995, ὅταν ἐξελέγην Μητροπολίτης. Ἐπίσης, ἤμουν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Προγραμμάτων τοῦ Σταθμοῦ καί κάποιο διάστημα ἤμουν πρόεδρος τῆς τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς πού ἀποτελεῖτο ἀπό μένα, τόν π. Γεώργιο Μεταλληνό καί τόν Γιάννη Χατζηφώτη, πού εἴχαμε ἀναλάβει τήν Διεύθυνση τοῦ Σταθμοῦ. Εἶναι φυσικό ὅτι συμμετεῖχα σέ ὅλες τίς δραστηριότητες τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ πού εἶχε τίτλο «Ἡ ἄλλη φωνή στά FM», στά Συνέδρια πού ἔγιναν γιά ἐκπαίδευση τῶν παραγωγῶν καί σέ ὅλες τίς ἄλλες ἐκδηλώσεις. Δέν ἦταν εὔκολο γιά ἕξι χρόνια νά ὁμιλῆ κανείς κάθε ἑβδομάδα καί νά ἀναπτύσση διάφορα πατερικά θέματα. Αὐτό, ὅμως, μέ βοήθησε στό νά γραφοῦν διάφορα κείμενα τά ὁποῖα ἀργότερα δημοσιεύθηκαν στά βιβλία τά ὁποῖα ἐκδίδονταν.

7. Ἀρθρογράφος στήν Ἐφημερίδα τῆς Ἐκκλησίας «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια»

Ὁ ἀείμνηστος Γιάννης Χατζηφώτης πού ἦταν Διευθυντής τοῦ Γραφείου Τύπου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέσα στίς  πολλές δραστηριότητές του εἶχε καί τήν διεύθυνση καί ἔκδοση τῆς Ἐφημερίδας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέ τίτλο «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια». Κατά καιρούς δημοσίευα διάφορα ἐπίκαιρα ἄρθρα τά ὁποῖα ἀργότερα περιλαμβάνονταν σέ διάφορα βιβλία μου.

8. Συγγραφή βιβλίων

Ὅταν τό 1987 μετατέθηκα ὡς Ἱεροκήρυξ στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ἤδη εἶχα ἐκδώσει μερικά βιβλία, ἀπό τότε πού ὑπηρέτησα στήν Ἱερά Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας, ἤτοι, Μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1978), Ἡ ποιμαντική καθοδήγηση τῶν μετανοούντων κατά τόν Μ. Βασίλειο (1981), Ὀσμή γνώσεως (1985), Τό μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ (1985), Μαρτυρία ζωῆς (1985), Παρακλητικά (1986), Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία (1986). Μετά τήν μετάθεσή μου στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καί μέχρι πού ἔγινα Ἐπίσκοπος τό 1995 ἐκδόθηκαν ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἀπό τήν Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας τά ἑξῆς βιβλία:

Ποιότητα ζωῆς (1987), Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ (1987), Θεραπευτική ἀγωγή (1987), Συζητήσεις γιά τήν «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» (1988), Ψυχική ἀσθένεια καί ὑγεία (1989), Ἀνατολικά (1989), Καιρός τοῦ ποιῆσαι (1990), Τό πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ (1990), Ἐκκλησιαστικό φρόνημα (1990), Πρόσωπο καί ἐλευθερία (1991), ῾Ο Βλέπων, βίος καί πολιτεία τοῦ Προφήτου Σαμουήλ (1991), Ὀρθόδοξος καί δυτικός τρόπος ζωῆς (1992), Μικρά εἴσοδος στήν Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα (ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1992), Ο῾ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης (1992), Κατήχηση καί Βάπτιση τῶν ἐνηλίκων (ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1993), Ρωμηοί σέ Ἀνατολή καί Δύση (1993), Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη κοινωνία, τόμος Α΄ (1994), Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη κοινωνία, τόμος Β΄ (1994), AIDS, ἕνας τρόπος ζωῆς (ἐκδόσεις «Ὄψις» Ἀθήνα, 1994), Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση (Βραβεῖο Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν) (1994), Ἐποπτική Κατήχηση (1994), Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο (1994), Οἱ Δεσποτικές ἑορτές (1995), Τό φυσικό περιβάλλον τοῦ παιδιοῦ (ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1995), Οἱ νέοι στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας (ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1995), Η῾ ἐνορία ὡς θεραπευτική κοινότητα (ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1995), Υπαρξιακή ψυχολογία καί Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία (1995).

Παράλληλα, ἄρχισαν νά μεταφράζονται τά βιβλία σέ διάφορες ξένες γλῶσσες καί μέχρι σήμερα ἔχουν μεταφρασθῆ 71 βιβλία σέ 24 γλῶσσες. Πολλοί κατά καιρούς μέ ρώτησαν ποῦ εὔρισκα τόν χρόνο μέσα σέ ὅλες τίς ἁρμοδιότητες τίς ὁποῖες εἶχα ὡς Ἱεροκήρυξ καί Διευθυντής Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν νά γράφω κείμενα καί νά δημοσιεύω βιβλία.
Βέβαια, ἡ δημοσίευση τῶν βιβλίων δέν ἦταν εὔκολη ὑπόθεση, γιατί ἐκτός ἀπό τήν συγγραφή τῶν ἐπί μέρους κεφαλαίων ἔπρεπε νά κάνω τίς διορθώσεις πρίν δοθοῦν τά κείμενα γιά σελιδοποίηση, ἀλλά καί τελική διόρθωση μετά τήν σελιδοποίηση καί πρίν τήν τελική ἐκτύπωση.  Σχεδόν κάθε κείμενο μέχρι πού ἐκδιδόταν τό εἶχα ἐλέγξει περίπου ἕξι μέ ἑπτά φορές. Στό ἔργο τῆς ἐκδόσεως σημαντική προσφορά εἶχα ἀπό τίς ἀδελφές τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας).

Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι μετά τήν ἀποφοίτησή μου ἀπό τήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης μελετοῦσα καθημερινά τήν Ἁγία Γραφή καί πατερικά κείμενα, καθώς καί ἄλλα βιβλία περίπου 4-5 ὧρες. Ἐπίσης, εἶχα τόν ζῆλο νά μελετῶ κάθε νέα θεολογική διατριβή, πού εἶχε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, καί παρακολουθοῦσα τά  θεολογικά ρεύματα τά ὁποῖα ὑπῆρχαν στόν ἑλλαδικό χῶρο. Ἔτσι, ἡ ποιμαντική μου διακονία στήν Ἀθήνα, μέ τίς ποικίλες ἀφορμές καί τά πολλά ἐρεθίσματα, ἀλλά καί τήν μελέτη πολλῶν κειμένων μοῦ ἔδιναν τήν δυνατότητα νά καλλιεργήσω τό χάρισμα πού μοῦ εἶχε δώσει ὁ Θεός.

Δέν μελετοῦσα ἁπλῶς πατερικά κείμενα, ἀλλά κρατοῦσα σημειώσεις καί ἔκανα ἀποδελτίωση. Πολλές φορές πάνω στά βιβλία σημείωνα τά ἀποσπάσματα πού ἤθελα νά κρατήσω καί τά ἔδιδα σέ πνευματικά μου παιδιά νά τά ἀντιγράψουν σέ καρτελάκια. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀφ’ ἑνός μέν γινόταν συγκέντρωση ὅλου τοῦ πατερικοῦ ὑλικοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ παρακινοῦσα τά πνευματικά μου παιδιά νά διαβάζουν Πατέρες γιά νά ἀποκτήσουν τό πατερικό ἐκκλησιαστικό φρόνημα.

Ἔτσι, συγκεντρώθηκε ἕνας μεγάλος ἀριθμός πατερικῶν χωρίων, περίπου 20.000, τά ὁποῖα τοποθετήθηκαν σέ ἑρμάρια εἰδικοῦ ἐπίπλου καί ἦταν πάντοτε ἕνα πλούσιο πατερικό ὑλικό. Πρόκειται γιά χωρία ἀπό τούς Τρεῖς Ἱεράρχες (Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Ἰωάννη Χρυσόστομο), τόν ἀββᾶ Δωρόθεο, τόν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό, τόν ἅγιο Μάξιμο Ὁμολογητή, τόν ἅγιο Συμεών, Νέο Θεολόγο, τόν ὅσιο Ἰσαάκ τόν Σῦρο, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, τήν πεντάτομη Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη καί πολλούς ἄλλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Θεωροῦσα ὅτι ἡ δυνατότητα νά γράφω κείμενα καί νά δημοσιεύονται σέ βιβλία ἦταν ἕνα χάρισμα τοῦ Θεοῦ καί εἶχα ἀποφασίσει νά μήν εἰσπράττω κάποιο ποσόν ἀπό τυχόν συγγραφικά δικαιώματα.

9. Εἰσηγήσεις ἐκτός Ἀθηνῶν καί ἐκτός Ἑλλάδος

Ἡ συγγραφή καί κυκλοφορία διαφόρων βιβλίων ἔγινε ἀφορμή γιά νά κληθῶ νά ὁμιλήσω σέ διάφορα Συνέδρια, Σεμινάρια καί νά κάνω εἰσηγήσεις πάνω σέ θέματα τά ὁποῖα μοῦ ἔδιναν νά ἀναπτύξω. Ἔτσι, ὁμίλησα πολλές φορές σέ Συνέδρια στήν περιοχή τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, σέ διάφορες Ἱερές Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ πρόσκληση τῶν Μητροπολιτῶν, ὅπως στήν Κατερίνη, στόν Πύργο, στό Αἴγιο, στήν Πάτρα, στήν Κόρινθο, στό Ναύπλιο, στό Ἀγρίνιο κλπ. Ἐπίσης, μίλησα ἐπανειλημμένως σέ Συνέδρια τῶν Θεολόγων, εἴτε τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων εἴτε σέ διάφορα παραρτήματά της, ὅπως στήν περιφέρεια τῆς Κρήτης. Ἀκόμη εἰσηγήθηκα θέμα στό πρῶτο Παμμοναστικό Συνέδριο στήν Ἱερά Μητρόπολη Τρίκκης καί Σταγῶν (1990).

Προσκλήσεις γιά συμμετοχή σέ Συνέδρια γίνονταν καί ἀπό τό ἐξωτερικό, διότι ἤδη εἶχαν μεταφρασθῆ διάφορα βιβλία μου. Ἔτσι, ὁμίλησα στήν Κύπρο, στό Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ, στό Σιάτλ τῆς Ἀμερικῆς, στήν Τακόμα τῆς Πολιτείας Οὐάσιγκτον τῶν ΗΠΑ κλπ.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἐνῶ βρισκόμουν στό  Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ μαζί μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη σέ ἕνα τριήμερο Σεμινάριο, ἔλαβα τηλεφώνημα ἀπό τόν Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὅτι στίς προσεχεῖς ἡμέρες θά γινόταν ἐκλογή γιά τήν Μητρόπολη Ναυπάκτου καί ἔπρεπε νά ἐπιστρέψω τό ταχύτερον, διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ εἶχε καταλήξει στήν ὑποψηφιότητά μου.  Τό Σεμινάριο πού ἔγινε στό Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ εἶχε ὡς θέμα «Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεραπευτική κοινότητα» καί εἶχα τήν δυνατότητα μαζί μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη νά ὁμιλοῦμε σχεδόν γιά τρεῖς ἡμέρες, ἐναλλάξ κάθε ὥρα. Ἐκεῖνος ἀνέπτυσσε τό θεολογικό καί ἱστορικό πλαίσιο τοῦ θέματος καί ἐγώ τό πρακτικό, ἐκκλησιαστικό καί ἡσυχαστικό πλαίσιό του. Ἦταν ἕνα Σεμινάριο τό ὁποῖο ἔμεινε χαραγμένο βαθειά μέσα στήν καρδιά μου.

10. Στήν Ἱερά Μητρόπολη Θηβῶν καί Λεβαδείας

Ὅταν ἀπεχώρησα ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας,  κατ’ ἀρχάς μέ προσέλαβε ὁ Μητροπολίτης Θηβῶν καί Λεβαδείας κ. Ἱερώνυμος, καί γιά περίπου ἕξι μῆνες παρέμεινα στήν Λιβαδειά, μένοντας στό Ἐπισκοπεῖο μαζί του. Στήν συνέχεια μετατέθηκα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν.  Ὅμως, ἀπό τήν ἀρχή τῆς μεταθέσεώς μου ὁ Μητροπολίτης Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἱερώνυμος εἶχε ζητήσει ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ νά μέ χρησιμοποιῆ καί στήν Μητρόπολή του προκειμένου νά προσφέρω τό κατά δύναμιν στό ποίμνιό του. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ἔδωσε τήν συγκατάθεσή του καί ἔτσι παράλληλα μέ ὅλο τό ποιμαντικό καί διοικητικό ἔργο στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ἐργαζόμουν καί στήν Ἱερά Μητρόπολη Θηβῶν καί Λεβαδείας. Κυρίως θά μνημονεύσω τρεῖς διακονίες πού μοῦ εἶχαν ἀνατεθῆ.

Πρῶτον, νά ὁμιλῶ κάθε ἑβδομάδα στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως (ΟΧΕΛ) στούς Χριστιανούς, ἀναπτύσσοντας διάφορα θέματα. Σέ αὐτές τίς ὁμιλίες μιά ὁλόκληρη χρονιά ἀνέλυσα διεξοδικῶς τόν βίο καί τό ἔργο τοῦ προφήτου Σαμουήλ, τό ὁποῖο ἀργότερα δημοσιεύθηκε στό βιβλίο μέ τίτλο Ὁ Βλέπων.

Δεύτερον, νά εἰσηγοῦμαι συχνά θέματα στούς φοιτητές τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Ἐπίσης, εἰσηγούμουν διάφορα θέματα σέ συνάξεις Κληρικῶν, Πρεσβυτερῶν κλπ.

Τρίτον, νά ἐξυπηρετῶ ἀπό πνευματικῆς πλευρᾶς, ἀκόμη δέ καί ἐφημεριακῆς κατά τίς μεγάλες ἑορτές τήν Ἱερά Μονή Γενεθλίου Θεοτόκου Πελαγίας στό Ἀκραίφνιο Θηβῶν. Πρόκειται γιά μιά γυναικεία Ἀδελφότητα,
τήν ὁποία μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ συγκρότησα στήν Ἔδεσσα καί μετά τά προβλήματα πού εἶχαν προκύψει ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Ἐδέσσης κυρό Χρυσόστομο ἔγινε δεκτή ἀπό τόν Μητροπολίτη Θηβῶν Ἱερώνυμο. Μέσα στά πλαίσια αὐτά ἐξομολογοῦσα τίς μοναχές, λειτουργοῦσα σχεδόν κάθε Σάββατο καί ἔκανα σύναξη στούς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔρχονταν, ἀλλά λειτουργοῦσα καί κατά τήν διάρκεια τῶν μεγάλων ἑορτῶν. Ἡ Ἱερά Μονή ἐξέδιδε τά βιβλία μου, ἦταν ἕνα βασικό κέντρο ποιμαντικῆς μου διακονίας μέ τήν ἀγάπη καί τό ἄοκνο ἐνδιαφέρον τοῦ Μητροπολίτου Θηβῶν καί Λεβαδείας κ. Ἱερωνύμου.

11. Ἀποστολή στόν Λίβανο

Ὅπως ἔχει λεχθῆ ἡ μετάθεσή μου στήν Ἱερά  Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ἔγινε τόν Νοέμβριο τοῦ 1987. Μόλις πού πρόλαβα νά ἀρχίσω νά προσανατολίζομαι στήν νέα διακονία μου, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (τόν Ἰανουάριο τοῦ 1988) μέ κάλεσε στό Γραφεῖο του καί μοῦ ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία του νά μεταβῶ στόν Λίβανο καί νά διδάξω στούς φοιτητές τῆς Μπελεμεντείου Θεολογικῆς Σχολῆς «ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός» τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας.

Ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἰγνάτιος εἶχε παρακαλέσει τόν Ἀρχιεπίσκοπο νά τοῦ ἀποστείλη ἕναν κατάλληλο Κληρικό γιά νά διδάξη τούς φοιτητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τήν ἑλληνική γλώσσα. Τήν πρόταση τοῦ Πατριάρχη μετέφερε ὁ Μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων, Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξωτερικῶν Ὑποθέσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μαζί μέ τούς καθηγητές μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, οἱ ὁποῖοι πήγαιναν κατά καιρούς στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή καί δίδασκαν. Ἡ Ἐπιτροπή τοῦ εἶχε δώσει ἕναν κατάλογο μέ δέκα ὀνόματα Ἀρχιμανδριτῶν πού θεωροῦσε ὅτι ἦταν κατάλληλοι γι’ αὐτό τό ἔργο, ἀλλά τοῦ εἶπε ὅτι θά πρέπει αὐτός πού θά ἀποσταλῆ στίς δύσκολες αὐτές συνθῆκες τοῦ Λιβάνου νά τιμηθῆ ἀπό τήν Ἐκκλησία δεόντως.

Στόν κατάλογο αὐτό δέν συμπεριλαμβανόταν τό ὄνομά μου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ μόλις διάβασε τά ὀνόματα ἀνέφερε στήν Ἐπιτροπή τό δικό μου ὄνομα καί βεβαίως ἡ Ἐπιτροπή δέν εἶχε καμμία ἀντίρρηση. Ἡ κατάσταση στόν Λίβανο τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν δυσμενής. Ὑπῆρχε ἐμφύλιος πόλεμος μεταξύ τῶν Μαρωνιτῶν Χριστιανῶν (Μονοθελητῶν-Καθολικῶν) καί τῶν Μουσουλμάνων μέ αἱματοχυσίες ἑκατέρωθεν, πού ἄρχισε τό 1975 καί σταμάτησε τό 1990. Ἔτσι θά πήγαινα σέ ἐμπόλεμη περιοχή. Δέν ὑπῆρχε καμμία πρόσβαση ἀπό τήν Ἑλλάδα πρός τόν Λίβανο παρά μόνον διά μέσου Δαμασκοῦ τῆς Συρίας.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ μέ κάλεσε στό Γραφεῖο του καί μοῦ ἀνακοίνωσε τήν πρότασή του. Αἰσθάνθηκα ἔκπληξη καί τοῦ εἶπα ὅτι ἔχω ἀκούσει ὅτι γίνεται πόλεμος στήν περιοχή. Ἐκεῖνος ἀπήντησε ὅτι αὐτό ἦταν ἀλήθεια, ἀλλά καί ὁ ἴδιος εἶχε ἀνέβει στό βουνό κατά τήν διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου στήν Ἑλλάδα. Στό τέλος μοῦ εἶπε ὅτι δέν εἶναι ὑποχρεωτικό νά ἀποδεχθῶ τήν πρόταση, ἀλλά μπορῶ νά πάω ἄν τό ἐπιθυμῶ. Αὐτό σήμαινε ὅτι ἄν ἀρνούμουν θά στεκόταν ἀπέναντί μου ἀρνητικά ἤ τοὐλάχιστον ὄχι θετικά. Τήν ἑπομένη ἡμέρα τοῦ ἀνακοίνωσα ὅτι δέχομαι νά πάω στόν Λίβανο. Ἐκεῖνος χάρηκε ὑπερβολικά καί ὅταν μετά ἀπό τίς διαδικασίες πού ἔπρεπε νά γίνουν στό Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν καί τήν Ἱερά Σύνοδο πῆρα τήν εὐχή του μέ κατευόδωσε μέ καρδιακή διάθεση καί μέ πολύ ἐνθουσιασμό. Ἐνδεχομένως τοῦ θύμιζα τήν δική του πορεία στό βουνό μέ τίς ἀνταρτικές ὁμάδες τοῦ Ναπολέοντα Ζέρβα.

Στόν Λίβανο πέρασα δύσκολες στιγμές, εἶδα τόν ἐμφύλιο πόλεμο, εἶδα ἀνθρώπους νά πυροβολοῦνται καί νά σκοτώνονται μπροστά στά μάτια μου, ἔζησα τήν φτώχεια καί τήν θλίψη τῶν ἀνθρώπων καί πολλές δύσκολες καταστάσεις. Στήν ἀρχή εἶχα ἀποσπασθῆ ἕξι μῆνες μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀπό τόν Ἰανουάριο μέχρι τόν Ἰούνιο τοῦ 1988 καί μετά πήγαινα περιοδικῶς γιά νά διδάξω τό μάθημα τῆς ἠθικῆς-ἀσκητικῆς. Ἡ μετάβασή μου στόν Λίβανο καί ἡ ἐπικοινωνία μου μέ τούς φοιτητές μοῦ ἔδωσε μιά πολύ μεγάλη ἐμπειρία. Τίς ἐντυπώσεις μου ἀπό τήν ἀποστολή καί τήν διακονία μου στόν Λίβανο τίς συμπεριέλαβα σέ ἕνα βιβλίο τό  ὁποῖο ἐκδόθηκε μέ τίτλο «Ἀποστολή καί ἱεραποστολή στόν Λίβανο καί τήν Μέση Ἀνατολή (Λίβανο καί Συρία)». Ὁ ἀναγνώστης πού διαβάζει αὐτό τό βιβλίο ἔχει τήν δυνατότητα νά δῆ τίς δυσκολίες τίς ὁποῖες πέρασα, ἀλλά καί τίς ἐμπειρίες τίς ὁποῖες μοῦ ἔδωσαν ἡ ἀποστολή καί ἱεραποστολή στόν Λίβανο.

12. Ἐπικοινωνία μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κυρό Σεραφείμ

Τά σχετικά μέ τήν μετάθεσή μου στήν Ἱερά  Ἀρχιεπισκοπή τά ἔγραψα στήν ἀρχή τοῦ κειμένου αὐτοῦ. Ἐδῶ θέλω νά τονίσω μερικά περιστατικά ἀπό τήν ἐπικοινωνία πού εἶχα μέ τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος τήν ἐποχή ἐκείνη (1987) εἶχε ἀκμαῖες σωματικές καί ψυχικές δυνάμεις καί ἀπόλυτη κυριαρχία μέσα στήν Ἱερά Σύνοδο. Διεπίστωσα ἀπό τήν ἀρχή ὅτι προσπαθοῦσε νά μέ δοκιμάση μέ διαφόρους τρόπους, γιά νά δῆ ποιό ἦταν τό φρόνημά μου. Χαρακτηριστικό εἶναι τό περιστατικό πού ἔγινε λίγους μῆνες πρίν τήν πρόσληψή μου στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή.

Τό Μέγα Σάββατο τοῦ 1987 συνόδευσα τόν τότε Μητροπολίτη Θηβῶν καί Λεβαδείας κ. Ἱερώνυμο στήν Ἀρχιεπισκοπική κατοικία. Ὁ Μητροπολίτης Θηβῶν μέ ἔξυπνο τρόπο τοῦ εἶπε ὅτι κάτω στό αὐτοκίνητο ἤμουν καί ἐγώ καί τόν παρακάλεσε νά μοῦ ἐπιτρέψη νά ἀνέβω καί νά λάβω τήν εὐχή του. Ἦταν ἡ περίοδος ἐκείνη πού ὁ Μητροπολίτης Ἐδέσσης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἡ αἰτία νά ἀποχωρήσω ἀπό τήν Μητρόπολη Ἐδέσσης, ἐκφράσθηκε ἀρνητικά ἐναντίον μου στόν Ἀρχιεπίσκοπο καί τήν χρονιά ἐκείνη ἦταν συνοδικός Μητροπολίτης. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν λίγο ἀρνητικός ἀπέναντί μου. Ἔτσι, στήν μικρή συζήτηση πού εἴχαμε, ἐπειδή εἶχα ὑποβάλει αἴτημα γιά νά μετατεθῶ στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή μέ ρώτησε:
–Γιατί θέλεις νά φύγης ἀπό τήν Ἔδεσσα;
Τοῦ ἀπήντησα:
–Ὕστερα ἀπό τόσα χρόνια διακονίας στά σύνορα δέν ἔχω δικαίωμα νά ζητήσω κι ἐγώ μετάθεση;
–Μά ἀφοῦ ὁ κόσμος σέ ἀγαπᾶ, ἀνταπάντησε.
–Ἀφοῦ ὁ Μητροπολίτης, εἶπα, δέν μέ θέλει, δέν μπορῶ νά κάθομαι ἐκεῖ καί νά ἔρχομαι σέ ἀντιπαράθεση μαζί του.
Χάρηκε πάρα πολύ ἀπό τήν ἀπάντησή μου, διότι δέν ἤθελε οἱ Πρεσβύτεροι νά κατηγοροῦν τούς Ἐπισκόπους. Ὁπότε, μέ τήν ἀπάντηση αὐτή διέκρινε τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί μοῦ ἀπάντησε:
–Καλά, κάθισε ἐκεῖ στήν Ἱερά Μητρόπολη Θηβῶν καί θά σέ φωνάξω στήν κατάλληλη ὥρα.
Αὐτό ἔγινε τόν Νοέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους. Στήν συνέχεια θά παραθέσω μερικά περιστατικά τά ὁποῖα δείχνουν τήν εἰλικρινῆ ἐπικοινωνία πού εἶχα μαζί του, κατά τήν διάρκεια τῆς διακονίας μου στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν, ἀλλά καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο χειριζόταν τά θέματα.

α) Ἐγκύκλιοι

Προηγουμένως ἀναφέρθηκα στό ὅτι ὁ Διευθυντής Νεότητος ἦταν ὑπεύθυνος νά συντάσση τίς ἐγκυκλίους πού ὑπέγραφε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ κατά τήν ἔναρξη τῆς κατηχητικῆς χρονιᾶς, τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί σέ ἄλλες εἰδικές περιπτώσεις.  Τό ἔτος 1988, ὅταν ἀνέλαβα τήν Διεύθυνση Νεότητος, μέ τήν σύνταξη τῆς πρώτης ἐγκυκλίου ἦρθα σέ ἐπικοινωνία μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο γιά νά τήν ὑπογράψη. Αἰσθάνθηκα ὅτι ἤθελε νά μέ δοκιμάση. Ὅταν μπῆκα στό Γραφεῖο του, ἦταν παρών καί ἄλλος Μητροπολίτης. Μοῦ εἶπε νά διαβάσω τήν Ἐγκύκλιο. Δέν πρόλαβα νά ὁλοκληρώσω τήν πρώτη παράγραφο καί μοῦ εἶπε: «Σταμάτα. Δέν μοῦ ἀρέσει. Γράψε ἄλλο κείμενο καί ἔλα νά τό ὑπογράψω».  Αἰσθάνθηκα βαθύτατη ἀπορία καί διερωτώμουν, γιατί δέν τοῦ ἄρεσε, ἀφοῦ δέν ἄκουσε ὅλη τήν ἐγκύκλιο.  Ἀργότερα κατάλαβα ὅτι τό ἔκανε γιά δύο λόγους. Πρῶτον, γιά νά δοκιμάση τήν ἀντίδρασή μου καί δεύτερον γιά νά δείξη στόν Μητροπολίτη πού ἦταν παρών ὅτι αὐτός ἔχει πλήρη ἔλεγχο τῆς καταστάσεως. Ὅταν μετά ἀπό λίγες ὧρες ἔγραψα ἄλλο κείμενο, ὑπέγραψε τήν Ἐγκύκλιο χωρίς νά ρωτήση ὁ,τιδήποτε ἄλλο.

Μιά ἄλλη φορά, ὅταν τοῦ διάβασα τήν ἐγκύκλιο πού συνέταξα, μοῦ εἶπε: «Πῶς νά τήν ὑπογράψω, ρέ Ἱερόθεε, ἀφοῦ δέν καταλαβαίνω αὐτά πού γράφεις». Τοῦ εἶπα ὅτι ὅποιος ἔχει κάποια ὑψηλή θέση ὑπογράφει κείμενα, τά ὁποῖα ἔχουν σχέση μέ τό ἀντικείμενο τῆς θέσεως πού κατέχει, τά ὁποῖα γράφει ἄλλος. Κανείς Πρωθυπουργός ἤ Πατριάρχης δέν γράφει μόνος του τά κείμενα. Μόλις τοῦ εἶπα αὐτό τό ἐπιχείρημα, ἀμέσως τήν ὑπέγραψε. Κάποια ἄλλη φορά, ἀφοῦ ἄκουσε τό κείμενο τῆς  ἐγκυκλίου εἶπε: «Ἱερόθεε, ἐσύ εἶσαι Διευθυντής Νεότητος, ὑπέγραψέ την καί στεῖλε την στούς Ναούς νά διαβασθῆ».
Τοῦ ἀπάντησα: «Μακαριώτατε, αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνη. Ἐσεῖς εἶσθε Ἀρχιεπίσκοπος, εἶσθε ὁ πατέρας μας, καί οἱ δικές σας ἐγκύκλιοι πρέπει νά διαβάζωνται στούς Ναούς».
Κατάλαβα ὅτι ἤθελε νά μέ δοκιμάση κατά πόσον εἶχα τήν τάση νά ὑπερβαίνω τήν ἐξουσία μου καί νά ὑπονομεύω τήν θέση του. Μόλις ἄκουσε τόν λόγο αὐτόν χάρηκε πολύ καί ὑπέγραψε τήν ἐγκύκλιο. Μετά ἀπό τρεῖς-τέσσερεις περιπτώσεις καί ὕστερα ἀπό αὐτήν τήν δοκιμασία, ὅταν συνέτασα κάποια ἐγκύκλιο, τήν ὑπέγραφε χωρίς κἄν νά τήν διαβάζη, οὔτε ἀκόμη ζητοῦσε νά πληροφορῆται τό περιεχόμενό της. Μοῦ εἶχε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη καί καυχόταν γιά τήν παρουσία μου στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή καί γιά τό ὅτι ἤμουν συνεργάτης του καί μοῦ ἀνέθετε λεπτές ἐργασίες, ἤτοι νά ἐκπροσωπῶ τήν Ἐκκλησία σέ διάφορες Ἐπιτροπές.

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μοῦ ἀνέθετε νά γράφω καί μερικές ἀπό τίς ἐγκυκλίους πού διαβάζονταν στούς Ἱερούς Ναούς πρό τῶν Χριστουγέννων, γιά τήν ἡμέρα τῆς Ἀγάπης. Ἐπίσης, μιά ἤ δυό φορές ἔγραψα καί τήν ἐγκύκλιο τοῦ Πάσχα. Ἤξερα ὅτι σχεδόν ὅλες τίς ἐγκυκλίους τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα τίς συνέτασσε ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός. Μιά φορά πού βρισκόταν πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, ἤδη εἶχε ἀρρωστήσει καί τό σῶμα του ἦταν ταλαιπωρημένο, μοῦ ἀνέθεσε νά γράψω τήν ἐγκύκλιο τοῦ Πάσχα. Πῆγα στό Γραφεῖο του τήν καθιερωμένη ὥρα καί ἄρχισα νά τοῦ διαβάζω τό σχέδιο τῆς Ἐγκυκλίου. Ἀναφερόταν στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, στήν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου καί τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνον τόν καιρό τόν ἀπασχολοῦσε πάρα πολύ ὁ θάνατος καί ἄκουγε τά ὅσα ἔγραφα μέ ἐνδιαφέρον. Στό τέλος εἴχαμε μιά μεγάλη συζήτηση γιά τό θέμα αὐτό. Μοῦ εἶπε: «Βρέ, Ἱερόθεε. Γιά ἐξήγησέ μου κάτι. Ἐγώ αὔριον πεθαίνω! Ποῦ πηγαίνει ἡ ψυχή μου; Ὑπάρχουν τά τελώνια; Μιά γυναίκα ἀπό τό χωριό μου μιλοῦσε γι’ αὐτά. Ὑπάρχουν;».

Προσπάθησα νά τοῦ πῶ ὅτι σέ πολλά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στήν λατρευτική παράδοση ὑπάρχει αὐτή ἡ διδασκαλία, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι ὅταν ἡ ψυχή διακατέχεται ἀπό πάθη, ἐπειδή δέν ἔχει τό σῶμα γιά νά τά ἱκανοποιήση, πιέζεται ἀφόρητα. Ἀλλά καί ὁ διάβολος ζητᾶ νά παραλάβη τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Τό σημαντικό εἶναι ὅτι συζητούσαμε γιά πολλή ὥρα καί συνεχῶς. Τό ἰδιαίτερο Γραφεῖο του τόν ἐνημέρωνε ὅτι περίμενε ὁ Σπῦρος Περιστέρης, ὁ πρωτοψάλτης τότε τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἀθηνῶν, νά τόν συναντήση, σύμφωνα μέ τό πρόγραμμα. Ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε συνέχεια: «Νά περιμένη». Τοῦ τηλεφώνησε καί ὁ Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τοῦ ἀπάντησε: «Πάρε λίγο ἀργότερα, γιατί ἐγώ ἔχω σοβαρή συζήτηση μέ τόν Ἱερόθεο». Τόν ἐνδιέφερε πάρα πολύ τό θέμα τοῦ θανάτου.

Σέ κάποια στιγμή εἰσῆλθε στό Γραφεῖο ὁ Γραμματέας τοῦ Ἰδιαιτέρου του Γραφείου καί τοῦ εἶπε: «Μακαριώτατε, περιμένει ὁ Περιστέρης. Δέν μπορεῖ νά περιμένη ἄλλο». Ἐκεῖνος αὐθόρμητα πετάχτηκε, ἅπλωσε τά χέρια του καί μέ χειρονομίες, εἶπε: «Περιστέρης! Περιστέρης! Μέ ἔχετε τρελλάνει! Ἐγώ ἔχω σοβαρά ζητήματα». Καί κουνώντας τά χέρια του σάν φτερά εἶπε: «Νά ἀνοίξη τά φτερά του καί νά πάη στόν διάβολο! Ἐγώ ἔχω σοβαρά ζητήματα!». Βλέποντας τόν Σεραφείμ σέ αὐτήν τήν κατάσταση ἔκανα πολύ μεγάλη προσπάθεια νά μή γελάσω, ἀλλά ἐπειδή ἔβλεπα ὅτι τόν ἀπασχολοῦσε σοβαρά τό θέμα τοῦ θανάτου συνέχισα νά τοῦ μιλάω γιά τό ὅτι ἡ ψυχή ὑπάρχει μετά θάνατον, ὅτι καταργήθηκε ὁ θάνατος καί θά γίνη ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ὁ ἴδιος δέν τό ἀμφισβήτησε αὐτό, ἀλλά ἤθελε νά μάθη περισσότερα.

β) Περιστατικά 

Ἀπό τήν ἐπικοινωνία μου μέ τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ διασώζω στήν μνήμη μου πάρα πολλά περιστατικά, καίτοι παρῆλθαν τόσα χρόνια, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἦταν πολύ ἔντονη προσωπικότητα καί ἡ
ἐπικοινωνία μας ἦταν πολύ ζωντανή. Σέ ἕνα Διοικητικό Συμβούλιο τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, τοῦ ὁποίου μέλη ἦταν μεταξύ ἄλλων ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς καί ὁ π. Φιλόθεος Φάρος, ἔγινε μιά ἐνδιαφέρουσα συζήτηση. Μιλούσαμε γιά τόν τρόπο πού μποροῦν νά δημιουργηθοῦν νέοι τρόποι κατηχήσεως στά παιδιά. Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς ἔλαβε τόν λόγο καί τοῦ εἶπε ὅτι ὅπως ἔβγαλε ἐγκύκλιο καί κατήργησε τό νά γίνεται κήρυγμα στούς Ναούς ἀπό τούς λαϊκούς θεολόγους, ἔτσι πρέπει νά βγάλη μιά «ἐπαναστατική» ἐγκύκλιο καί νά καταργήση τά Κατηχητικά Σχολεῖα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε: «Βρέ Χρῆστο, πρῶτα κάνουν ἕνα καινούριο σπίτι καί μετά γκρεμίζουν τό παλιό. Βρέστε ἕναν καινούριο τρόπο καί ἔπειτα νά καταργήσουμε τά Κατηχητικά». Φαίνεται ὅτι ἦταν προσγειωμένος, διότι καίτοι δέν εἶχε ἰδιαίτερη συμπάθεια πρός τά Κατηχητικά, ἐν τούτοις δέν ἤθελε νά τά καταργήση χωρίς νά τά ἀντικαταστήση μέ κάποιον ἄλλο νέο τρόπο προσέγγισης τῶν νέων.

Ὁ π. Φιλόθεος Φάρος τοῦ εἶπε νά καταργήση τό κήρυγμα πού γίνεται καί ἀπό τούς Κληρικούς, δηλαδή νά μή γίνεται κήρυγμα στούς Ἱερούς Ναούς, ἰδίως κατά τήν διάρκεια τοῦ κοινωνικοῦ. Εἶπε: «Πῆγα, Μακαριώτατε, σέ ἕναν Ναό νά λειτουργήσω, βγῆκα στό κοινωνικό νά μιλήσω καί μιά γυναίκα πού εἶχε τό μνημόσυνο τοῦ γυιοῦ της ἔκλαιγε καί ἐγώ ἔλεγα τίς βλακεῖες μου. Ντράπηκα πολύ. Γι’ αὐτό πρέπει νά καταργηθῆ τό κήρυγμα». Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε: «Βρέ Φάρο, τί σέ πειράζει ἐσένα νά κάνης τό κηρυγματάκι σου καί ἔπειτα νά πᾶς νά παρηγορήσης καί τήν γυναικούλα στό σπίτι;». Μιά ἄλλη φορά συζητούσαμε γιά τά οἰκονομικά τοῦ Ἱδρύματος Νεότητος καί ὅτι ἔπρεπε νά ὑπάρχουν νόμιμα δικαιολογητικά γιά τά ἔξοδα. Στό Συμβούλιο, μεταξύ τῶν ἄλλων, μετεῖχε ὡς μέλος καί ἕνας δικηγόρος γνωστός τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀπό τά Γιάννενα, πού ὀνομαζόταν Ἀθανάσιος Λιούμας. Ὁ λόγος γινόταν γιά τούς δικηγόρους καί ὁ Σεραφείμ εἶπε: «Αὐτός ὁ δικηγόρος εἶναι ὁ λιγότερο ἀπατεώνας ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους. Ἐγώ δέν ἔχω ἐμπιστοσύνη σέ κανέναν». Καί κάνοντας μιά  χαρακτηριστική κίνηση μέ τήν παλάμη, διαγράφοντας μιά κάθετη γραμμή σχίζοντας στήν μέση τό κεφάλι καί τό σῶμα του, εἶπε: «Δέν ἔχω ἐμπιστοσύνη οὔτε στόν μισό Σεραφείμ!».

Στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ὑπῆρχαν πολλοί Ἀρχιμανδρίτες πού ὀρέγονταν Ἐπισκοπῆς καί ἤθελαν νά ἔχουν τήν ἀποκλειστική σκέψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ὅταν, λοιπόν, ἔβλεπαν ὅτι κάποιος ἄλλος Ἀρχιμανδρίτης ἀποσποῦσε τήν προσοχή του, τότε εὕρισκαν τρόπο νά τόν διαβάλουν, ὥστε νά ἄρη τήν καλή ἰδέα πού εἶχε γι’ αὐτόν ἤ νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κοντά του. Θά διηγηθῶ ἕνα περιστατικό. Ὅταν μιά μέρα φύγαμε ὅλοι ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή καί παρέμεινε μόνον ὁ κλητήρας, ἔστειλαν ἀπό τήν Σύνοδο μέ φάξ ἕναν κατάλογο Ἀρχιμανδριτῶν καί ἔδωσαν ἐντολή στόν κλητήρα νά μήν τόν δῆ κανένας, ἀλλά νά τόν πάη στό Γραφεῖο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὥστε νά ὑπογραφῆ τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ μόλις ἔλθει στό Γραφεῖο. Οἱ Ἀρχιμανδρῖτες αὐτοί ἀποσπῶνταν γιά ἕξι μῆνες ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας, ὅπου μόλις εἶχε ἀρχίσει νά λειτουργῆ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκεῖ. Τό ὄνομά μου ἦταν πρῶτο στόν κατάλογο. Ὁ κλητήρας, ἐπειδή συνδεόμασταν καί μέ ἀγαποῦσε, μέ ἐνημέρωσε γι’ αὐτό ἀμέσως. Δέν μποροῦσα νά κάνω τίποτα, παρά μόνον ἄρχισα νά προσεύχομαι ὅλο τό ἀπόγευμα καί τήν νύκτα στόν μακαριστό Γέροντά μου Καλλίνικο νά βοηθήση, γιατί δέν ἤθελα νά πάω στήν Ἀλβανία, ἀφοῦ μόλις εἶχα ἐπιστρέψει ἀπό τόν Λίβανο. Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ, ὅταν ἔδωσαν στόν Ἀρχιεπίσκοπο τόν κατάλογο μέ τά ὀνόματα νά τόν ὑπογράψη, ἐκεῖνος εἶπε: «Νά τόν ἐπιστρέψετε στήν Σύνοδο, νά βγάλουν τό ὄνομα τοῦ Ἱεροθέου, γιατί τόν χρειάζομαι ἐδῶ, καί νά τό ξαναστείλουν γιά ὑπογραφή». Αὐτό ἔγινε χωρίς νά πῶ τίποτε στόν Ἀρχιεπίσκοπο.

Κάποια μέρα, βρισκόμασταν στό Γραφεῖο του καί ἦταν ὁ Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀλέξιος Βρυώνης, νῦν Μητροπολίτης Νικαίας, καί ἐγώ ὡς Διευθυντής Νεότητος. Συζητούσαμε γιά τήν πολιτική κατάσταση τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε: «Ἀκοῦστε νά σᾶς πῶ: Ἐσεῖς εἶσθε νέοι καί αὔριον θά γίνεται Ἀρχιερεῖς. Νά ξέρετε ἀπό μένα κάτι. Ἐμεῖς οἱ παπάδες εἴμαστε δεξιοί, δέν μπορεῖ νά εἴμαστε ἀριστεροί. Ἀλλά, ἡ Ἐκκλησία ὑποφέρει ὅταν στήν κυβέρνηση εἶναι οἱ δεξιοί, γιατί τήν θεωροῦν σάν δικό τους μικρομάγαζο. Οἱ ἀριστεροί καί οἱ σοσιαλιστές δέν ἐπεμβαίνουν στά ἐσωτερικά τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Παπανδρέου ποτέ δέν μοῦ ζήτησε ἕνα ρουσφέτι, ἐνῶ μόλις ἔγινε Πρόεδρος τῆς Νέας Δημοκρατίας ὁ  Μητσοτάκης μοῦ ἔβαλε τό μαχαίρι στόν λαιμό γιά νά τοῦ κάνω ἕναν πατριώτη του δεσπότη! Γι’ αὐτό ἐπί ἀριστερῆς  κυβερνήσεως ἡ Ἐκκλησία εἶναι περισσότερο ἐλεύθερη».

Ἄλλη φορά εἶπε: «Τί τραβᾶνε αὐτά τά χέρια μου γιά νά κρατᾶνε τό τιμόνι τοῦ πλοίου τῆς Ἐκκλησίας γιά νά μή πέφτη πάνω σέ ξέρες!». Κάποια φορά εἶπε: «Αὐτοί οἱ πολιτικοί δέν ξέρουν τί τούς γίνεται. Δέν ξέρουν νά διευθύνουν τό καράβι τοῦ τόπου». Καί κάποτε μᾶς εἶπε τί εἶχε πῆ στόν Κωνσταντῖνο Καραμανλῆ: «Πρόεδρε, νά προσευχόμαστε νά μήν ξυπνήση ὁ λαός, γιατί ἄν ξυπνήση θά μᾶς κρεμάσουν στήν πλατεία Συντάγματος, ἐπειδή κάναμε λάθη. Ἐγώ ἔκανα λιγότερα λάθη ἀπό σένα. Καί τότε νά δῆς τί θά πῆ Ἐθνάρχης!». Ἐννοοῦσε τά λάθη τοῦ Καραμανλῆ γιά τό Κυπριακό ζήτημα.

Λίγες ἡμέρες πρίν τίς ἐκλογές τοῦ 1989, ζήτησε ὁ Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ὡς Ἀρχηγός τῆς Ἀξιοματικῆς Ἀντιπολίτευσης νά τόν ἐπισκεφθῆ γιά νά πάρη τήν εὐχή του. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀφ’ ἑνός μέν καταλάβαινε ὅτι θά γινόταν Πρωθυπουργός, ἐπειδή εἶχε προηγηθῆ τό σκάνδαλο Κοσκωτᾶ, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἤθελε νά τόν δεσμεύση. Γι’ αὐτό κάλεσε νά εἶναι στήν συνάντηση αὐτή καί μερικοί πλησιόχωροι Ἀρχιερεῖς καί εἶπε στόν καθένα τί θά ἔπρεπε νά ζητήση ἀπό τόν Μητσοτάκη γιά νά φανῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Πράγματι, στήν κατάλληλη ἡμέρα καί ὥρα ἦλθε ὁ Μητσοτάκης στήν Ἀρχιεπισκοπή καί οἱ Ἀρχιερεῖς τοῦ εἶπαν τά θέματα πού ἀπασχολοῦσαν τήν Ἐκκλησία καί ἔπρεπε νά λυθοῦν. Ὁ Μητσοτάκης ἔκανε σχετικές δηλώσεις βγαίνοντας ἀπό τό Γραφεῖο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί προσπάθησε νά ἐκμεταλλευθῆ αὐτήν τήν συνάντηση πολιτικά.

Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ζήτησε νά τόν συναντήση καί ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου πού τότε ἦταν Πρωθυπουργός.  Ὁ Σεραφείμ τόν δέχθηκε μόνος του στό Γραφεῖο καί εἶχαν μιά πρόσωπο μέ πρόσωπο συνάντηση. Ἀπ’ ὅ,τι ἔμαθα ἐκ τῶν ὑστέρων αὐτό τό ἔκανε γιά νά δείξη τήν προσωπική σχέση πού εἶχε μαζί του καί τοῦ εἶπε: «Ἄντε, ρέ Ἀνδρέα, ἐγώ σέ ἐξυπηρέτησα μέ τήν Δήμητρα (μέ τόν γάμο) καί ἐσύ νά βοηθήσης τήν Ἐκκλησία». Μετά τήν συνάντηση δέχθηκε ἐρωτήσεις τῶν δημοσιογράφων, καί ἤμουν παρὼν. Ἕνας δημοσιογράφος τοῦ εἶπε: «Μέ τόν Μητσοτάκη ἦταν θερμότερη ἡ συνάντηση παρά μέ τόν Παπανδρέου». Καί ὁ Σεραφείμ τοῦ ἀπάντησε: «Δέν εἶχα ρέ θερμόμετρο νά μετρήσω τήν θερμοκρασία».

Ὅταν συναντοῦσα τόν Ἀρχιεπίσκοπο, τοὐλάχιστον στήν ἀρχή, διέκρινα ὅτι ἤθελε νά μέ δοκιμάση καί νά μάθη τίς ἀπόψεις μου. Θυμᾶμαι ἕνα περιστατικό πού ἔχει σχέση μέ μιά τρανσέξουαλ, τήν Ἀλόμα. Ἡ Ἀλόμα ἦταν ἀγόρι πού μέ χειρουργική ἐπέμβαση ἔγινε κορίτσι. Εἶχε βγῆ τό βράδυ στήν τηλεόραση καί ἔλεγε τήν ἱστορία της. Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ, ὁ Σεραφείμ, ὅταν ἦρθε στό Γραφεῖο, μέ κάλεσε καί μοῦ εἶπε: «Εἶδες τό βράδυ τήν Ἀλόμα;». Τοῦ εἶπα ὅτι δέν τό εἶχα δῆ. Συνέχισε: «Ἀ, ρέ τό καϋμένο τό παιδί, τό λυπήθηκα. Τί νά κάνουμε, ρέ Ἱερόθεε, ἡ σάρκα εἶναι πολύ δυνατή». Τοῦ ἀπάντησα: «Μακαριώτατε, αὐτό εἶναι ἀλήθεια πού λέτε, ἀλλά χρειάζεται αὐτοσυγκράτηση. Ἡ σάρκα εἶναι πολύ δυνατή, ἀλλά ὅταν πεινάη ὁ ἄνθρωπος, τότε ὑπερβαίνεται ἡ δύναμη τῆς σάρκας, ἀφοῦ τό αἴσθημα τῆς πείνας εἶναι ἰσχυρότερο ἀπό τήν σαρκική ἐπιθυμία, ἀλλά κάνουμε νηστεία καί ἐγκράτεια. Ἔτσι, σέ ὅλα τά θέματα καί στίς σαρκικές ὁρμές πρέπει νά βάζη κανείς φρένο». Κατάλαβα ὅτι ἡ συζήτηση αὐτή ἔγινε γιά νά ἐκμαιεύση τίς δικές μου ἀπόψεις. Δέν εἶπε τίποτε ἄλλο.

Μιά φορά τόν ἐπισκέφθηκε ὁ τραγουδιστής Γιῶργος Κινούσης, ὁ ὁποῖος ἐκεῖνον τόν καιρό εἶχε κάποια ἐμπειρία ἀπό τόν Χριστό καί ἄρχισε νά τραγουδᾶ χριστιανικά τραγούδια. Εἶχε διατυπώσει τήν παράκληση, διά μέσου τοῦ Γιάννη Χατζηφώτη νά συναντήση τόν Ἀρχιεπίσκοπο, νά τοῦ πῆ γιά τήν μεταστροφή του καί νά ζητήση νά τραγουδάη σέ παιδιά τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων. Ἀφοῦ τοῦ εἶπε ὅτι αἰσθάνθηκε ἀγάπη γιά τόν Χριστό, στήν συνέχεια ὁ Σεραφείμ τόν ρώτησε: «Καί τώρα πῶς ζῆς, ρέ Γιῶργο μου; Δέν τραγουδᾶς στά κέντρα;». Ἐκεῖνος εἶπε: «Ὄχι Μακαριώτατε, ἔχω ἀποσυρθῆ σέ ἕνα σπίτι, ἀσχολοῦμαι μέ τόν Χριστό, προσεύχομαι καί διαβάζω χριστιανικά βιβλία». Καί ὁ Σεραφείμ τοῦ εἶπε: «Καλά ρέ παιδί, κάτι νά κάνης καί γιά τό ψωμί σου». Ὁ Κινούσης τοῦ εἶπε: «Πιστεύω στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, Μακαριώτατε, Αὐτός θά μέ φροντίση». Ὁ Σεραφείμ τοῦ ἀπάντησε: «Καί μεῖς πιστεύουμε στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἔχουμε καί τόν μισθό μας». Ἐκεῖνος ἐπέμενε. Καί κλαίγοντας εἶπε: «Μακαριώτατε, ἐγώ ἦρθα νά πάρω τήν εὐχή Σας. Μεγάλη μου τιμή νά μιλάω μέ τόν ἀρχηγό τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος συγκινήθηκε. Μετά τήν ἀποχώρησή του ὁ Σεραφείμ στράφηκε σέ μένα καί στόν Χατζηφώτη καί μᾶς εἶπε: «Καλό παιδί ὁ Κινούσης, ἀλλά βοηθεῖστε τόν ρέ νά μήν πάρη στραβά τόν δρόμο».

Ὅπως ἔχω προαναφέρει ἤμουν ἀναπληρωματικός ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας στό Ἐθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο. Μιά ἀπό τίς ἁρμοδιότητες τοῦ Συμβουλίου ἦταν νά χορηγοῦμε τίς ἄδειες τῶν Ραδιοφωνικῶν καί Τηλεοπτικῶν σταθμῶν. Εἶχαν ὑποβάλει ὅλα τά στοιχεῖα καί εἶχαν ὁρισθῆ ἡμέρες κατά τίς ὁποῖες ἔπρεπε νά ἔρθουν καί νά ὑποστηρίξουν την νομιμότητα τῆς λήψεως ἀδειῶν. Διατηρῶ στήν μνήμη μου τρία περιστατικά πού φανερώνουν τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ἀντιμετώπιζε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ τά πράγματα.

Τό ἕνα ἔχει σχέση μέ τόν τηλεοπτικό σταθμό «Σκάϊ». Ἰδιοκτήτης τοῦ σταθμοῦ ἦταν ὁ Γιάννης Ἀλαφοῦζος. Ἐνῶ βρισκόμουν στό Γραφεῖο τῆς Διευθύνσεως Νεότητος, μέ εἰδοποίησαν ὅτι μέ θέλει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος. Ἀνέβηκα στόν πρῶτο ὄροφο καί εἰσῆλθα στό Γραφεῖο καί εἶδα ὅτι συζητοῦσε μέ τόν Γιάννη Ἀλαφοῦζο. Μοῦ εἶπε: «Τόν ξέρεις τόν Γιάννη Ἀλαφοῦζο;». Ἀπήντησα θετικά καί μοῦ εἶπε: «Τό ἀπόγευμα θά ζητήση νά πάρη ἄδεια ἀπό τό Ἐθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία θά εἴμαστε θετικοί. Ἔτσι, Ἱερόθεε;». Τοῦ ἀπάντησα θετικά. Καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος συνέχισε: «Καί σύ, Γιαννάκη μου, ὅ,τι θελήσουμε νά εἶσαι στό πλευρό μας». Ὁ Ἀλαφοῦζος ἔφυγε ἐνθουσιασμένος. Ἀμέσως μετά πού ἔφυγε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μοῦ εἶπε: «Ἱερόθεε, κάνε τήν δουλειά σου ὅπως ξέρεις».

Τό δεύτερο περιστατικό ἦταν μέ τόν Τηλεοπτικό Σταθμό «Τηλετώρα» τοῦ Γρηγόρη Μιχαλόπουλου. Ἦταν στό πρόγραμμα νά συζητηθῆ κάποιο ἀπόγευμα στό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο καί ζήτησα ἀπό τόν Σεραφείμ νά μοῦ δώση μιά κατεύθυνση. Ἐπειδή γνώριζα ὅτι ὁ Μιχαλόπουλος συνεχῶς ὁμιλοῦσε ἐναντίον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου δέν ἤθελα νά κάνω κάτι τό ὁποῖο θά τόν στενοχωροῦσε. Ὅταν ἔθεσα τό θέμα στόν Ἀρχιεπίσκοπο καί ζήτησα νά μοῦ πῆ τί θά κάνω, ἐκεῖνος εἶπε: «Ἄκου νά σοῦ πῶ, αὐτός εἶναι παληάνθρωπος. Ἄν ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία ποῦμε ὄχι, θά γίνη χειρότερος. Ἄν ὅμως ἐμεῖς ποῦμε ναί, τότε ἴσως μπορεῖ νά ἀλλάξη. Γι’ αὐτό νά πῆς ναί».

Κατά τήν συζήτηση, ὅμως, ἐτέθη τό θέμα καί τῆς χορηγήσεως ἀδείας γιά τόν τηλεοπτικό σταθμό 902 τοῦ ΚΚΕ. Δέν ἤξερα ποιά θέση νά τηρήσω. Τελικά ἐψήφισα νά χορηγηθῆ ἡ ἄδεια, γιατί εἶχαν δημιουργηθῆ δύο ὁμάδες μεταξύ τῶν μελῶν ἡ μία ἦταν θετική καί ἡ ἄλλη ἀρνητική καί ἡ δική μου ψήφος θά ἔκλινε εἴτε μέ τό ναί εἴτε μέ τό ὄχι. Ἔτσι ἐψήφισα θετικά καί ἔλαβε τήν ἄδεια. Ὅμως, στήν συνέχεια μετά τήν συνεδρίαση, φοβήθηκα μήπως μέ κατηγορήσουν στόν Ἀρχιεπίσκοπο γι’ αὐτό καί ζήτησα ἐπειγόντως νά τόν ἐπισκεφθῶ στό σπίτι του καί νά τόν ἐνημερώσω. Ἐκεῖνος ὅταν τόν συνάντησα συμφώνησε μέ τήν πράξη μου λέγοντας: «Καλά ἔκανες, Ἱερόθεε, δέν πρέπει αὐτούς νά τούς ἔχουμε ἐναντίον μας». Ὅμως, προκειμένου νά κατοχυρωθῶ ἀκόμη περισσότερο, συνέχισα: «Μακαριώτατε, σᾶς παρακαλῶ νά τηλεφωνήσετε τώρα στόν Χαρίλαο Φλωράκη, νά τοῦ ἀνακοινώσετε τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας καί νά τοῦ πῆτε ὅτι ἐσεῖς μοῦ δώσατε ἐντολή νά ψηφίσω θετικά». Πράγματι, μπροστά μου πῆρε τόν Φλωράκη, στό προσωπικό του τηλέφωνο, τό ὁποῖο εἶχε στόν κατάλογό του, καί τοῦ εἶπε: «Χαρίλαε, εἶδες ὁ δικός μου; Ψήφισε γιά νά πάρης ἄδεια γιά λειτουργία Τηλεοπτικοῦ Σταθμοῦ». Ὁ Φλωράκης χάρηκε πολύ καί τόν εὐχαρίστησε θερμά.

Κάποτε ὁ δημοσιογράφος Τέρενς Κουΐκ εἶχε ζητήσει ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο μιά συνέντευξη, ἡ ὁποία θά μεταδιδόταν τήν Μεγάλη Δευτέρα, ἐν ὄψει τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, γιά νά παρουσιάση τό κοινωνικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό τήν προηγούμενη ἡμέρα εἶχε ζητήσει νά τοῦ δώσουμε διάφορα στοιχεῖα ἀπό τίς ἁρμοδιότητές μας. Συναντηθήκαμε ὅλοι στό Γραφεῖο του γιά νά τοῦ ποῦμε τί ἀκριβῶς γινόταν στόν τομέα μας. Τότε εἶχε δημιουργηθῆ ἕνα θέμα μέ τόν πρώην Μητροπολίτη Ἀττικῆς Νικόδημο Γκατζιρούλη καί εἶχαν γίνει διάφορα ἐπεισόδια στήν Μητρόπολη Κηφισιᾶς. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ εἶπε ὅτι θά μιλήση ἐναντίον τοῦ Νικοδήμου. Παρών στήν συνάντηση ἦταν καί ὁ Ἐπίσκοπος Δωδώνης Χρυσόστομος, ὁ μετέπειτα Μητροπολίτης Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Ὄχι, Μακαριώτατε, μή πῆτε γιά τόν Νικόδημο, διότι ἔρχονται ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Αὐτά νά τά πῆτε μετά τό Πάσχα». Ὁ Σεραφείμ αὐθόρμητα τοῦ ἀπάντησε: «Τί λές, ρέ, νά πῶ δέν μιλάω τώρα γιά νά κοινωνήσω καί μετά πού θά κοινωνήσω νά τά πῶ; Δέν εἶναι ἀντρίκια πράγματα αὐτά. Εἶναι ὑποκρισίες!».

Κάποια φορά ἐπισκέφθηκε ἐπισήμως τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ποιμήν καί ἡ Ἱερά Σύνοδος τοῦ παρέθεσε ἐπίσημο γεῦμα στήν Ἱερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης. Κατά τήν διάρκεια τῆς προπόσεως προσεφώνησε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τόν Ρῶσο Πατριάρχη καί μετέφραζε ἕνας Ρῶσος θεολόγος πού παρέμενε στήν Ἑλλάδα. Στήν συνέχεια ἀντιφώνησε ὁ Ρῶσος  Πατριάρχης. Ὅμως, ὁ Ρῶσος μεταφραστής μποροῦσε νά μεταφράση πολύ καλά ἀπό τά ἑλληνικά στά ρωσικά, ἀλλά στήν μετάφραση ἀπό τά ρωσικά στά ἑλληνικά ἔκανε πολλά λάθη συντακτικά μέ ἀλλαγές πτώσεων καί γένους. Πολλοί παριστάμενοι γελοῦσαν τήν ὥρα πού μετέφραζε. Καί ὁ Σεραφείμ μέ τόν αὐθορμητισμό πού τόν διέκρινε, τόν διέκοψε ἀπότομα καί τοῦ εἶπε: «Καλά, ρέ, ἔτσι μετέφραζες προηγούμενως, ὅταν μιλοῦσα ἐγώ στόν Ρῶσο Πατριάρχη;». Φυσικά, ξέσπασε ἕνα γέλιο σέ ὅλη τήν αἴθουσα καί ὁ Ρῶσος Πατριάρχης δέν καταλάβαινε γιατί γελᾶνε.

Πολλές φορές ἀνέβαινε στά Γιάννενα νά ξεκουρασθῆ, ἀφοῦ πρίν γίνει Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν Μητροπολίτης Ἰωαννίνων. Τόν Ἰούλιο τοῦ 1993 ἔτυχε νά πάω καί ἐγώ στά Γιάννενα μέ τό ἀεροπλάνο, ἐνῶ βρισκόταν ἐκεῖ ὁ Σεραφείμ. Στό ἀεροπλάνο συνταξίδευα μέ τόν δημοσιογράφο τῆς Ἐφημερίδος «Τό Βῆμα» Πέτρο Εὐθυμίου, ὁ ὁποῖος μοῦ ἀποκάλυψε ὅτι πήγαινε στά Γιάννενα νά πάρη συνέντευξη ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο γιά νά δημοσιευθῆ στό Βῆμα τῆς Κυριακῆς. Εἶχε ἀνακύψει ἕνα πρόβλημα. Ὁ Εἰσαγγελέας εἶχε ἀσκήσει ποινική δίωξη ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου γιά τό θέμα τοῦ Μητροπολίτου Ἀττικῆς καί «Τό Βῆμα» εἶχε ἀποφασίσει νά στηρίξη τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ. Φθάσαμε στά Γιάννενα καί τόν συνόδευσα στήν Μητρόπολη, ὅπου παρέμενε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος. Ἤμουν παρών κατά τήν διάρκεια τῆς συνεντεύξεως καί ὁ Σεραφείμ ὁμίλησε πολύ καθαρά γιά τό πρόβλημα καί ἀπαντοῦσε στίς ἐρωτήσεις του λέγοντας πολλές φορές: "γράψτα αὐτά γιά νά τά μάθη ὁ ἑλληνικός λαός". Στό τέλος ὁ Πέτρος Εὐθυμίου τόν ρώτησε: «Καί τί θά κάνετε ἄν σᾶς καλέση ὁ Εἰσαγγελέας νά πᾶτε γιά ἀνάκριση;». Ὁ Σεραφείμ γελώντας ἀπήντησε: «Θά τοῦ στείλω χαιρετίσματα». Τήν Κυριακή ἐξεδόθη «Τό Βῆμα» μέ κύριο θέμα τήν συνέντευξη τοῦ Σεραφείμ καί τίτλο στό ἑξάστηλο «Σεραφείμ: Χαιρετίσματα στόν Εἰσαγγελέα».

Μετά ἀπό δυό μέρες πληροφορήθηκα ὅτι εἶχε κοιμηθῆ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος καί ἔπρεπε νά κατεβῶ στήν Ἀθήνα γιά νά ταξιδεύσω μέ τό ἀεροπλάνο στό Λονδίνο. Δέν εἶχα τρόπο νά τό κάνω. Ἐπειδή, ὅμως, θά πήγαινε μέ τό αὐτοκίνητό του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος στήν Ἀθήνα μοῦ πρότεινε νά πάω μαζί του. Ταξιδεύσαμε πολλές ὧρες ἀπό τά Γιάννενα μέχρι τήν Ἀθήνα, συζητούσαμε διάφορα ζητήματα, μέ ρωτοῦσε διάφορα θέματα καί ἀπό τότε αἰσθανόμουν πιό οἰκεῖος μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο, ὅπως καί ἐκεῖνος μαζί μου.

γ) Ἐκλογή στό τριπρόσωπο γιά τήν Μητρόπολη Ζακύνθου

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μέ ἀγαποῦσε πολύ καί ἤθελε νά μέ προαγάγη σέ Μητροπολίτη, ἔψαχνε δέ τήν εὐκαιρία. Εἶχαν γίνει συζητήσεις μεταξύ τῶν Ἀρχιερέων στό παρελθόν καί γιά ἄλλες Μητροπόλεις, ὅπως τήν Μητρόπολη Λαρίσης, τήν Μητρόπολη Νέας Ἰωνίας, ἀλλά τελικά ἐπικρατοῦσαν ἄλλες ἐπιλογές. Σέ κάποια Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας ψηφίσθηκε μετάθεση τοῦ τότε Μητροπολίτη Ζακύνθου Παντελεήμονος Μπεζενίτη στήν Μητρόπολη Ἀττικῆς, ὁπότε ἔμεινε κενή ἡ Μητρόπολη Ζακύνθου. Ἀμέσως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος πρότεινε νά γίνη ἐκλογή γιά τήν Ζάκυνθο καί νά ψηφισθῆ ὁ τότε Ἐπίσκοπος Δωδώνης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἦταν καί Ζακυνθηνός. Πολλοί Ἀρχιερεῖς πού εἶχαν ἄλλη ἄποψη, χωρίς ἐγώ νά γνωρίζω τίποτε, πρότειναν τό ὄνομά μου. Ἔτσι, στό τριπρόσωπο πού καταρτίσθηκε ἦρθα δεύτερος ἐν ἀγνοίᾳ μου. Ἄκουσα γιά τό τριπρόσωπο ἀπό τό Ραδιόφωνο. Τελικά, ἐξελέγη Μητροπολίτης ὁ Δωδώνης Χρυστόστομος.

Αἰσθάνθηκα τήν ἀνάγκη ἀμέσως νά τηλεφωνήσω στόν ἐκλεγέντα γιά νά τόν συγχαρῶ καί νά τόν ἐνημερώσω ὅτι εἶχα παντελῆ ἄγνοια γιά τό θέμα αὐτό. Ἐκεῖνος ἄρχισε νά μοῦ φωνάζη λέγοντας: «Ἱερόθεε, σέ ἐκμεταλλεύονται οἱ ὀργανωσιακοί». Τοῦ ἀπάντησα: «Ἐγώ σᾶς τηλεφώνησα νά σᾶς συγχαρῶ καί ἐσεῖς μιλᾶτε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο;».

Ἐπειδή αἰσθάνθηκα, ὅμως, ὅτι θά μέ διαβάλουν στόν Σεραφείμ ὅτι ἐνεργῶ ὕπουλα σέ βάρος τῶν ἐπιλογῶν του, ἄν καί συνεργάτης του, συνέταξα ἕνα γράμμα στό ὁποῖο ἔγραφα ὅτι ἡ ὑποψηφιότητά μου ἐτέθη χωρίς νά γνωρίζω τίποτα καί ἄρα δέν ἐνεργοῦσα ἐναντίον τῶν ἐπιλογῶν του καί γιά νά φανῆ ἡ εἰλικρίνειά μου ὑπέβαλα τήν παραίτησή μου ἀπό τήν Διεύθυνση Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιετησή Ἀρχιεπισκοπῆς. Τό γράμμα τό ἀπέστειλα στόν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Θεόκλητο, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τήν ἐποχή ἦταν μαζί του στήν Ἀρχιεπισκοπική κατοικία στό Ψυχικό. Ὁ Σεβασμιώτατος Θεόκλητος τό διάβασε, δέν τό ἔδωσε στόν Ἀρχιεπίσκοπο, τοῦ εἶπε μάλιστα ὅτι δέν εὐθύνεται καθόλου ὁ Ἱερόθεος γι’ αὐτό καί τήν ἄλλη ἡμέρα πού συναντηθήκαμε μοῦ ἐπέστρεψε τό γράμμα καί μοῦ εἶπε νά τό σχίσω. Κατόπιν μέ πῆρε καί πήγαμε μαζί στόν Σεραφείμ καί τόν διαβεβαίωσε ὅτι δέν ἐγνώριζα τίποτε περί τοῦ θέματος, ὁπότε ἔληξε αὐτό τό ζήτημα τό ὁποῖο μοῦ εἶχε προκαλέσει πολύ μεγάλη στενοχώρια. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶχε ἤδη καταλήξει στό νά μέ προωθήση στόν Ἐπισκοπικό βαθμό.

δ) Ἐκλογή στήν Μητρόπολη Ναυπάκτου

Ὅταν σκοτώθηκε σέ αὐτοκινητικό δυστύχημα ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Νικόδημος μετεῖχα στήν ἐξόδιο ἀκολουθία του. Τήν ἑπόμενη μέρα ταξίδευα γιά τό Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ καί μετά θά πήγαινα στό Σιάτλ τῶν ΗΠΑ προκειμένου νά συμμετάσχω σέ Σεμινάρια καί νά δώσω διάφορες διαλέξεις. Εὑρισκόμενος στό Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ μοῦ τηλεφώνησε ὁ Ἀρχιγραμματεύς τότε τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Θεοφιλέστατος Διαυλείας κ. Δαμασκηνός, νῦν Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, καί μοῦ εἶπε ὅτι πρέπει νά συντομεύσω τό ταξίδι μου, διότι ἤδη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἔχει καταλήξει στό νά μέ προτείνη γιά τήν κενή Μητρόπολη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου. Δέν μποροῦσα, ὅμως, νά τό κάνω ἀμέσως, γιατί εἶχα δεσμεύσεις νά παραμείνω γιά τρεῖς ἑβδομάδες, ἀλλά συντόμευσα τό ταξίδι μου γιά λίγες ἡμέρες. Μόλις ἔφθασα στήν Ἑλλάδα βρῆκα μιά κατάσταση διαμορφωμένη καί χωρίς νά κάνω κάποια ἰδιαίτερη κίνηση καί χωρίς νά παρακαλέσω Μητροπολίτες ἐξελέγην γιά τήν Μητρόπολη Ναυπάκτου.

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι προσπαθοῦσα νά ἀποφύγω συνάντηση μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο, γιατί ἐγνώριζα ὅτι δέν ἤθελε νά συζητᾶ μέ τόν ὑποψήφιο πρίν τήν ἐκλογή. Ἔτσι, ἐνῶ συνηθίζαμε νά τόν ὑποδεχόμαστε στά σκαλοπάτια τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐγώ δέν ἐμφανιζόμουν, προφασιζόμενος ὅτι εἶχα ἄδεια. Δέν πήγαινα καθόλου στήν Ἀρχιεπισκοπή γιά νά μή δώσω τήν ἐντύπωση ὅτι κάτι ζητοῦσα. Μετά τήν ἐκλογή, ζήτησα τήν εὐχή του καί κατά τήν τελετή τοῦ μεγάλου μηνύματος μοῦ εἶπε: «Νά ὑπακούης στόν Γέροντά σου», ἐννοώντας τόν Μητροπολίτη Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἱερώνυμο.

Δέν μποροῦσε νά λειτουργήση κατά τήν διάρκεια τῆς χειροτονίας μου, ἀλλά ἦρθε στόν Μητροπολιτικό Ναό γιά νά μέ «καμαρώση», ὅπως ἔλεγε. Ὅταν φόρεσα τά ἀρχιερατικά ἄμφια καί πῆγα νά πάρω τήν εὐχή του μοῦ εἶπε: «Κάτσε ρέ λίγο πιό πέρα νά σέ δῶ καί νά σέ καμαρώσω!». Διασώζεται δέ φωτογραφία πού ἀποτύπωσε αὐτήν τήν σκηνή.

Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ζήτησα νά τόν ἐπισκεφθῶ στό σπίτι του, ὅπου παρέμενε τόν περισσότερο καιρό λόγῳ ἀσθενείας. Τόν εὐχαρίστησα γιά ὅλη τήν καλή συνεργασία πού εἴχαμε τόσα χρόνια, γιά τήν ἀγάπη τήν ὁποία μοῦ ἔδειξε καί τήν ἐμπιστοσύνη πού εἶχε στό πρόσωπό μου καί γιά τήν πρότασή του νά ἐκλεγῶ Μητροπολίτης. Ἐκεῖνος ἔκλαψε καί μοῦ εἶπε: «Σέ ἀδίκησα, ρέ». Τοῦ ἀπήντησα: «Ὄχι, Μακαριώτατε, δέν μέ ἀδικήσατε, μέ εὐεργετήσατε». Ἐκεῖνος συνέχισε: «Σέ ἀδίκησα ρέ πού δέν σέ ἔκανα Μητροπολίτη Ἐδέσσης καί τώρα σέ ἔκανα σέ μιά μικρή Μητρόπολη». Καί αὐτό τό περιστατικό δείχνει τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου.

Μετά τήν χειροτονία μου εἰς Ἐπίσκοπον ὑπέβαλα τήν παραίτησή μου ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Ἱεροκήρυκος τήν 29-8-1995, ἡ ὁποία ἔγινε ἀποδεκτή τήν 11-10-1995. Ἕναν χρόνο μετά τήν ἐκλογή μου ἦρθε ἡ σειρά μου νά συμμετάσχω στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, δηλαδή τό 1996-97, ἕναν χρόνο πρίν πεθάνει ὁ Σεραφείμ. Βέβαια, εἶχε καταρρεύσει ἀπό τήν ἀσθένεια, ἔκανε κάθε δύο μέρες αἱμοκάθαρση πού τόν εἶχε ταλαιπωρήσει. Δέν μποροῦσε νά ἐπιβληθῆ ἤ νά παρακολουθήση τά θέματα στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, οὔτε βέβαια καί στήν Ἱεραρχία. Ὑπῆρχε ἡ ἄποψη ὅτι οἱ νέοι Ἀρχιερεῖς δέν πρέπει νά ὁμιλοῦν στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο καί τήν Ἱεραρχία.

Ὅταν ἤμουν Συνοδικός ἔτυχε νά εἶμαι ὁ νεώτερος κατά τήν τάξη καί ἀμέσως μετά ἔρχονταν οἱ Πρεσβύτεροι τῆς Ἱεραρχίας. Σέ ἐκείνη τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο μέλη ἦταν οἱ Πρεσβύτεροι Ἱεράρχες, ὅπως ὁ Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ὁ Κορίνθου Παντελήμων, ὁ Τριφυλίας Στέφανος, ὁ Σύρου Δωρόθεος, ὁ Ἰωαννίνων Θεόκλητος, ὁ Πρεβέζης Μελέτιος κλπ. Τήν πρώτη ἡμέρα δέν μίλησα καθόλου, ἀλλά αἰσθανόμουν ὅτι ἔπρεπε νά ὁμιλήσω καί νά πῶ τίς ἀπόψεις μου γιά νά βοηθήσω. Τότε εἶπα στόν Σεραφείμ: «Μακαριώτατε, λένε ὅτι ἐμεῖς οἱ νέοι Ἀρχιερεῖς δέν πρέπει νά μιλᾶμε στήν Σύνοδο. Τί νά κάνω;». Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Νά μιλᾶς, ρέ!». Καί πράγματι ὅταν μιλοῦσα καί ἐξέφραζα ἕνα θεολογικό λόγο, ἐκεῖνος χαιρόταν μέ τήν καρδιά του. Ἐμᾶς τούς νεωτέρους μᾶς θεωροῦσε παιδιά του.

Ἡ Συνοδική ἐκείνη περίοδος ἦταν πολύ σημαντική, διότι παίζονταν διάφορα παιχνίδια γιά τήν διαδοχή στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο. Ἔτσι ἀνέκυψαν διάφορα οἰκονομικά προβλήματα καί ἔγινε προσπάθεια νά ἐνοχοποιηθῆ ὁ τότε Μητροπολίτης Θηβῶν καί Λεβαδείας κ. Ἱερώνυὁ Ἱερώνυμος. Παρά τό ὅτι ἤμουν νέος στήν ἡλικία καί τήν ἀρχιερωσύνη ὁμιλοῦσα μέ γνώση τῶν θεμάτων καί μέ θάρρος.  Ὁ Σεραφείμ χαιρόταν καί ἔλεγε: «Θέλω νά ἔχετε παντελόνια», δηλαδή νά ἔχετε ἀνδρικό φρόνημα, νά μή κάνετε πολιτική καί κουτσομπολίστικα πράγματα. Τόν Αὔγουστο τοῦ 1997 πού τελείωσε ἐκείνη ἡ Συνοδική περίοδος καί ἄρχισε ἡ ἑπόμενη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε: «Καί τώρα ἐσεῖς φεύγετε, ἔρχονται οἱ ἄλλοι Ἀρχιερεῖς. Τί θά γίνω ἐγώ;». Καί πράγματι κατά τήν διάρκεια τῆς ἄλλης Συνοδικῆς περιόδου, τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1998 ἐκοιμήθη.

Λίγες ἡμέρες πρίν πάει στό Λαϊκό Νοσοκομεῖο στό ὁποῖο καί ἐξέπνευσε τόν εἶχα ἐπισκεφθῆ στό σπίτι του στό Ψυχικό. Ἦταν τόν περισσότερο καιρό μόνος του, εἶχε καταρρεύσει σωματικά καί ψυχολογικά, γι’ αὐτό κάθισα μαζί του μιάμιση σχεδόν ὥρα καί τοῦ ἔκανα παρέα. Μεταξύ τῶν ἄλλων τοῦ θύμιζα ὡραῖες σκηνές ἀπό τά Γιάννενα, τότε πού ἦταν Μητροπολίτης καί ἐγώ μαθητής Γυμνασίου καί φοιτητής. Χαιρόταν νά μιλάη γιά τά Γιάννενα, γιά τό ἔργο πού ἔκανε, γιά τά Ἱδρύματα, γιά τίς περιοδεῖες στά χωριά, ὅταν καθόταν κάτω ἀπό τόν πλάτανο στήν πλατεία τοῦ χωριοῦ καί ἐρχόταν σέ ἐπικοινωνία μέ τούς ἁπλούς ἀνθρώπους. Τοῦ θύμιζα τίς ὡραῖες λειτουργίες πού ἔκανε μέ τήν ὡραία φωνή του. Μάλιστα μία στιγμή προσπάθησε νά πῆ τό "Κύριε, Κύριε ἐπίβλεψον...", δέν μπόρεσε νά τό πῆ καί ἄρχισε νά κλαίη.

Τοῦ εἶπα: «Μακαριώτατε, κάντε κουράγιο νά ζήσετε λίγο ἀκόμη, γιατί ὅταν φύγετε, ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς θά χωρισθοῦμε σέ πολλές ὁμάδες». Ἀπάντησε: «Ρέ Ἱερόθεε, δέν μᾶς ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός, ἐμεῖς ἐρχόμαστε καί παρερχόμαστε, ἡ Ἐκκλησούλα μας τραβάει μπροστά. Μοιάζει σάν ἕνα τραῖνο, σταματάει σέ μιά στάση κατεβαίνουν μερικοί, ἀνεβαίνουν ἄλλοι καί τό τραῖνο πάει στόν προορισμό του». Γιά νά τοῦ δώσω λίγο κουράγιο καί δύναμη τοῦ εἶπα: «Ἐσεῖς 26 χρόνια ὡς Ἀρχιεπίσκοπος κρατήσατε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σέ δύσκολες περιστάσεις καί μέ ἀλλαγές κυβερνήσεων, ἀλλά καί μέ μεγάλες προσωπικότητες Ἱεραρχῶν». Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ἄντε, ρέ Ἱερόθεε, ἤμουν ἐγώ Ἀρχιεπίσκοπος; Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν ὁ Δαμασκηνός, ὁ Σπυρίδων. Ἐγώ τί ἤμουν; Τίποτα. Δέν μᾶς ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός». Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση αὐτή ἡ ταπείνωσή του. Ἐπανέλαβε καί πάλι ὅτι μέ ἀδίκησε πού μέ ἔκανε Μητροπολίτη στήν Ναύπακτο καί μοῦ ζήτησε συγγνώμη. Πῆρα τήν εὐχή του καί ἔφυγα πολύ συντετριμμένος.

Τελευταία φορά τόν εἶδα στό Λαϊκό Νοσοκομεῖο λίγες μέρες πρίν πεθάνει. Ἦταν σέ ἕνα μικρό, στενό δωμάτιο, δέν εἶχε ζητήσει νά ἔχη ἰδιαίτερη μεταχείριση –φοροῦσε πιτζᾶμες πεπαλαιωμένες καί ἀπ’ ὅ,τι ἔμαθα πέθανε πάμπτωχος. Κατά τήν διάρκεια τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας του πού  ἔγινε τήν Μεγάλη Δευτέρα τοῦ 1998 στόν Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν, ἔκλαψα σάν νά ἔχασα τόν πνευματικό μου Πατέρα. Ἦλθαν μέσα μου μνῆμες ἀπό τά Γιάννενα, ἀλλά πέρασαν στό μυαλό μου καί ὅλες οἱ σκηνές πού πέρασα μαζί του ὅταν ὑπηρετοῦσα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν.

Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν διάφορες ἀπόψεις γιά τόν Σεραφείμ. Ἐγώ πού τόν γνώρισα ἀπό πολύ κοντά διέκρινα τήν εὐαισθησία καί τήν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς του (πολλές φορές ἔκλαιγε μέ συγκίνηση), τό ἀνυπόκριτο τοῦ χαρακτῆρος του καί τήν λεβέντικη ἔκφρασή του. Προσεύχομαι σέ κάθε θεία Λειτουργία ὁ Θεός νά τόν ἀναπαύση.  Μετά τήν κοίμησή του ἔγραψα ἕνα ἄρθρο τό ὁποῖο δημοσιεύθηκε στήν Ἐφημερίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας Ἐκκλησιαστική  Παρέμβαση καί τό ὁποῖο παραθέτω:

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κυρός Σεραφείμ

Τίς πρῶτες πρωινές ὥρες τῆς Παρασκευῆς 10 Ἀπριλίου κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κυρός Σεραφείμ, στό Λαϊκό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν, αὐτός πού σέ ὅλη του τήν ζωή ὑπῆρξε ἕνας λαϊκός ἄνθρωπος μέ ὅλη τήν σημασία τῆς λέξεως. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἔγινε τήν Μ. Δευτέρα 13 Ἀπριλίου 1998 στόν Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν.

Πολλά ἔχουν γραφῆ γιά τήν προσωπικότητά του, τόσο κατά τήν διάρκεια τῆς ζωῆς του, ὅσο καί μετά τήν κοίμησή του, καί μέ ὅσα θά χαράξω ἐδῶ δέν θέλω νά ἐπαναλάβω τά ἴδια πράγματα. Ἁπλῶς, μέ κάθε ἁπλότητα, θά ἤθελα νά σκιαγραφήσω τήν προσωπικότητά του μέσα ἀπό τήν ὀπτική γωνία πού τόν ἔβλεπα.

Τόν γνώρισα ἀπό μικρό παιδί στά Γιάννενα, ἀφοῦ, ὅταν ἐνθρονίστηκε στήν ἱστορική Μητρόπολη τῶν Ἰωαννίνων τόν Μάρτιο τοῦ 1958, ἤμουν μαθητής τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου καί παρεβρέθηκα στήν τελετή τῆς ἐνθρονίσεως, ὅταν τόν ὑποδεχθήκαμε στό παλαιό Δημαρχεῖο τῆς Πόλεως καί τόν συνοδεύσαμε μέχρι τόν ἱστορικό Μητροπολιτικό Ναό τῶν Ἰωαννίνων. Ἀργότερα, καί μάλιστα ἀπό τό 1987 ἕως τό 1995, ὁπότε ἐκλέχθηκα Μητροπολίτης, ἤμουν Ἱεροκήρυξ καί Διευθυντής Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καί εἶχα στενή συνεργασία μαζί του. Στήν συνέχεια τό ἔτος 1996-1997 ἤμουν μέλος τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, τῆς τελευταίας Συνόδου, κατά τήν ὁποία προήδρευσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀπό τήν ἀρχή ἕως τό τέλος της.

Θά μποροῦσα νά ἀναφέρω πάρα πολλά στοιχεῖα πού παρουσιάζουν αὐτήν τήν προσωπικότητά του, ὅπως τόν γνώρισα, ἀλλά θά ἀρκεσθῶ σέ τρία.

Πρῶτον. Ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος εἶχε ἀναμφιβόλως ἡγετικά προσόντα καί χαρίσματα, τά ὁποῖα ἐξεδήλωνε σέ διάφορες στιγμές τίς ἐκκλησιαστικῆς του ζωῆς. Θά μποροῦσα νά ὑπογραμμίσω ὅτι ἦταν εὔστροφος στίς διάφορες ἐνέργειές του, διακρινόταν γιά τήν εὐφυΐα του καί τήν δυνατότητα προσαρμογῆς σέ κοινωνικές καταστάσεις, χωρίς ὅμως νά προδίδη τό ἐκκλησιαστικό του πνεῦμα. Ἐπίσης, μποροῦσε νά ψυχολογήση τόν κάθε ἄνθρωπο πού τόν πλησίαζε, καί καταλάβαινε, σχεδόν ἀπό τήν πρώτη στιγμή, τήν προσωπικότητά του. Τό κυριότερο ὅμως πού χαρακτήριζε τό ἡγετικό του χάρισμα ἦταν ὅτι μέ τήν ὀξυδέρκεια πού τόν χαρακτήριζε δέν ἐπέτρεψε νά παρασυρθῆ ὁ Ἀρχιεπισκοπικός θρόνος στίς διάφορες πολιτειακές καί πολιτικές ἀλλαγές. Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία τοῦ παρελθόντος δείχνει ὅτι σχεδόν κάθε μεγάλη πολιτική ἀλλαγή εἶχε ἐπίδραση καί στόν Ἀρχιεπισκοπικό θρόνο Ἀθηνῶν. Αὐτό δέν συνέβη στήν περίπτωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Ἡ Ἐκκλησία παρέμεινε ἀμέτοχη σέ πολιτικές ἀλλαγές.

Πρέπει νά προστεθῆ ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν ἕτοιμος νά ἀποδεχθῆ τά λάθη του, νά ἀναγνωρίση τίς ἀδικίες πού ἔκανε, σέ ἀνθρώπους πού εἶχαν ὅμως ἐκκλησιαστικό φρόνημα, καί νά εἰσαγάγη στήν Ἱεραρχία Κληρικούς μέ τούς ὁποίους δέν συμφωνοῦσε σέ πολλές ἐκδηλώσεις τῆς ποιμαντικῆς τους διακονίας. Τελικά, ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἡ Ἱεραρχία διακρινόταν γιά πολλές τάσεις, τῶν ὁποίων τάσεων συνεκτικός δεσμός καί συνδετικός κρίκος ἦταν αὐτός ὁ ἴδιος. Τό ὅτι αὐτός ἦταν ἑνοποιός δύναμη τόσων ἰσχυρῶν καί δυναμικῶν προσωπικοτήτων τῆς Ἱεραρχίας δείχνει ὅτι ἦταν ἕνας ἡγέτης.

Δεύτερον. Ὁ ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος στά ζητήματα τῶν διαλόγων καί τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ ἄλλες Ὁμολογίες ὑπῆρξε ὀρθόδοξος καί μαχητής, μέ ἕνα πηγαῖο, ἀληθινό, λαϊκό αἰσθητήριο. Ἤξερε πολύ καλά τόν ρόλο καί τήν οὐσία τοῦ Βατικανοῦ, τόν δόλιο τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐργαζόταν, καί γι’ αὐτό στεκόταν ἀκλόνητος βράχος μπροστά στίς ἐπιδιώξεις του. Ἦταν αὐτός πού εἶχε θέσει ἕνα ἀμείλικτο ἐρώτημα σέ μιά συνάντηση Ἱερᾶς Συνόδου καί Καθηγητῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν: «Θέτω τό ἐρώτημα: εἶναι τό Βατικανό Ἐκκλησία;» Καί κανείς δέν τόλμησε νά ἀπαντήση, παραμένοντας αἰωρούμενη ἡ ἀρνητική ἀπάντηση τοῦ Σεραφείμ κατά τό ρητορικό αὐτό ἐρώτημα.  Αὐτήν τήν στάση του ἐκτιμοῦσε καί ὁ ἀείμνηστος π. Πορφύριος καί τόν ἐπαινοῦσε.

Τρίτον. Ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν πηγαῖος, αὐθόρμητος καί πρό παντός εὐαίσθητος στόν ἀνθρώπινο πόνο. Πολλές φορές τόν εἶδα νά κλαίη, βρισκόμενος μπροστά στήν ἀνθρώπινη δυστυχία. Δέν ἤθελε νά ἀφήση κανέναν ἀβοήθητο. Ὅμως, ὅταν καταλάβαινε τήν ὑποκρισία τοῦ ἄλλου, τότε ἐκδηλωνόταν ἀνάλογα. Τόν ἐνοχλοῦσε ἡ ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων καί πονοῦσε γι᾿ αὐτήν, πικραινόταν κυριολεκτικά. Ἔτσι, ἐνῶ εἶχε ἡγετικά προσόντα, ἐν τούτοις ἡ καρδιά του ἦταν πολύ μαλακή, εὐαίσθητη.

Ἴσως αὐτοί πού δέν τόν γνώριζαν προσωπικά νά ἀντιλαμβάνονταν τό ἀντίθετο, ἀλλά πάντως γιά τούς συνεργάτες του ἦταν ἀπόλαυση ἡ ἐπικοινωνία μαζί του. Σεβόταν πάντοτε τήν ἐλευθερία μου, δέν μοῦ ἔλεγε νά κάνω κάτι πού νά παραβίαζε τήν συνείδησή μου, κάλυπτε τίς ἐλλείψεις, μέ ἐπαινοῦσε γιά διάφορες ἐνέργειές μου, χωρίς νά τσιγγουνεύεται στά λόγια του, ἦταν ἀπόλυτα ἐξομολογητικός ἀπέναντί μου. Γι ᾿ αὐτό τό τελευταῖο θά μποροῦσα νά ἀναφέρω πολλά παραδείγματα, ἀλλά δέν εἶναι ἐδῶ ὁ κατάλληλος χῶρος.

Ἐκεῖνο πού θά ἤθελα νά πῶ εἶναι ὅτι στίς 11 Ἰανουαρίου 1998, δηλαδή τρεῖς μῆνες πρίν ἀπό τήν κοίμησή του τόν ἐπισκέφθηκα στό σπίτι του καί εἶχα μαζί του μιά συζήτηση περίπου μιάμιση ὥρα, γιά τελευταία φορά. Ἦταν ἀποκαλυπτικότατος, εἰλικρινέστατος καί ἐξομολογητικότατος. Θαύμασα τήν ταπείνωση καί τήν εὐαισθησία του, ὅπως τήν ἔβλεπα καί κατά τήν διάρκεια τῆς συνεργασίας μας. Ἤδη ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος βρίσκεται ὄχι μόνον κάτω ἀπό τήν κρίση τῆς ἱστορίας, ἀλλά καί κάτω ἀπό τήν κρίση τοῦ Θεοῦ. Κάθε ζωντανός ὀργανισμός στήν ζωή του κάνει θετικά ἔργα, ἀλλά καί λάθη. Ὁ ἴδιος ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος ἔλεγε κάποτε: «Προσευχηθῆτε νά κάνω λιγότερα λάθη». Πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός
θά ἀποδώση τήν ἀληθινή καί δίκαιη κρίση, αὐτήν πού ἐμεῖς πολλές φορές θεωροῦμε ὡς ἄδικη. Γιατί ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἔξω καί πέρα ἀπό τήν ἀνθρώσύνη ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Ἕνας Γέροντας ἔλεγε ὅτι ὁ Θεός θά πινη κρίνη τούς ἡγέτες κατά ἕναν διαφορετικό τρόπο, ἀπό ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον θά κρίνη τόν λαό, γιατί θά ἐξετάση καί τίς συνθῆκες, κατά τίς ὁποῖες ἐξασκοῦσε τήν ἐξουσία του, καί τίς ὑπευθυνότητες πού εἶχε.

Μέ αὐτές τίς ἁπλές σκέψεις, ἀλλά καί μέ τήν διαβεΜέ διαβεβαίωση ὅτι κυρίως ἐμεῖς οἱ συνεργάτες του θά τόν θυμόβαίωση θυμόμαστε καί θά προσευχόμαστε γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μαστε του, κατευοδώσαμε τό σκήνωμά του πρός τήν τελευταία του ἐπίγεια κατοικία.

14 Ἀπριλίου 1998 (Ἐνιαύσιον 1998, σελ. 60-63)


Ἐπίλογος

Ἡ μετάθεσή μου ὡς Ἱεροκήρυκος στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν θεωρῶ ὅτι ἦταν μέσα στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, διότι μοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα, ἀφ’ ἑνός μέν νά ἐπικοινωνήσω μέ περισσότερους ἀνθρώπους, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἀνοίξη τό εὖρος τῶν δραστηριοτήτων καί τῶν γνώσεών μου γύρω ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐργάζεται ἡ Ἐκκλησία στίς μεγαλουπόλεις.

Ἀπό τήν περίοδο αὐτή τῆς ζωῆς μου ἀπέκτησα πολύ μεγάλη πείρα καί δοξάζω τόν Θεό γι’ αὐτό. Ὅπως ἀναφέρθηκε στήν ἀρχή, ἕνα μέρος αὐτῆς τῆς ἐργασίας ἔχει δημοσιευθῆ στούς δύο τόμους Α΄ καί Β΄ μέ τίτλο Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη κοινωνία  καί σέ ἄλλα βιβλία, τά ὁποῖα δημοσιεύθηκαν τήν ὀκταετία ἐκείνη.

  • Προβολές: 101

Ἀκαδημία Ἀθηνῶν Εἰσηγητικὴ Ἔκθεση - Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση

Κρίσις τῶν ὑποβληθέντων εἰς την Γ΄ Τάξιν τῶν Ἠθικῶν καί Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν θεολογικῶν βιβλίων διά τό Βραβεῖον τοῦ Πανελληνίου Ἱεροῦ Ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου, τό ἀπονεμόμενον κατά τήν Πανηγυρικήν Συνεδρίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑορτῆς τῆς 25ης Μαρτίου ὑπό τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν.

Α΄ Ἀρχιμανδρίτου (νῦν Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου), Ἱεροθέου Σ. Βλάχου,

Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση.

 

Ἔκδοση ἐπηυξημένη. Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας Ἀκραιφνίου Θηβῶν) 1994, σελ. 378.

 

 Βραβεῖο

Διά τοῦ παρόντος ἔργου ἐπιχειρεῖται μία ὅλως νέα θεώρησις τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, τῶν Ἑλλήνων δηλαδή ἐκκλησιαστικῶν πατέρων καί τῶν ὀρθοδόξων Θεολόγων, ἀπό τῶν πρώτων μεταχριστιανικῶν αἰώνων μέχρι σήμερον, περί τῆς θεολογικῆς ἐννοίας τοῦ «Προσώπου».

Ὁ συντάκτης τοῦ βιβλίου τούτου, δοκιμώτατος ὀρθόδοξος Θεολόγος συντάκτης ἐν συνόλῳ ἑξήκοντα ἀξιολόγων βιβλίων, τῶν ὁποίων ὁ κατάλογος παρουσιάζεται εἰς τό τέλος τοῦ παρόντος ὑπό κρίσιν βιβλίου, εἶναι ἄξιος γνώστης τῆς ἑλληνικῆς καί ξένης ὀρθοδόξου γραμματείας, κατέχει καλῶς τά ὑπ’ αὐτοῦ διερευνόμενα θέματα, τά ὁποῖα καί φέρνει εἰς τήν ἐπικαιρότητα, καθότι προκαλεῖ διά τῶν βιβλίων του τό περί αὐτά εὐρύτερον ἐνδιαφέρον. Συμβάλλει δέ εἰς τοῦτο ἡ γενικωτέρα εὐρεῖα μόρφωσίς του, ὡς καί ἡ ἁπλῆ, σαφής καί πάντοτε συνεπής διατύπωσις τῶν θέσεών του.

Ἡ καθόλου θεολογική ἀξία τοῦ παρόντος βιβλίου ἐντοπίζεται· α) εἰς τήν εὐρυτάτην ἀνάλυσιν τῶν βασικωτέρων πτυχῶν τοῦ θέματός του καί β) εἰς τήν ἑνιαίαν συνθετικήν θεώρησιν καί διατύπωσιν τῶν περί τῆς ἐννοίας τοῦ «Προσώπου» ἀντιλήψεων πάντων τῶν Ἑλλήνων Πατέρων καί Θεολόγων, ἰδίᾳ τῶν λεγομένων «Νηπτικῶν», τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Πάντες οὗτοι ἐκτιμῶνται καί ὑπό τοῦ συντάκτου τοῦ παρόντος βιβλίου ὡς οἱ πλέον αὐθεντικοί ἑρμηνευταί τῆς ἐξ ἀποκαλύψεως διδασκαλίας τῶν ἁγίων Γραφῶν καί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, περί τῆς ἐννοίας τοῦ προσώπου.

Μετά τόν πρόλογον τῆς δευτέρας ταύτης ἐκδόσεως καί τήν σύντομον Εἰσαγωγήν εἰς τό θέμα του, ὁ συγγραφεύς παρουσιάζει εἰς ἕξ μέρη τήν διαπραγμάτευσιν αὐτοῦ. Εἰς τήν καθόλου διαπραγμάτευσιν τοῦ θέματός του ὁ συγγραφεύς ἔχει ὡς ἀφετηρίαν τήν διδασκαλίαν τῆς ἐκκλησίας· α) περί τῆς ἀνάγκης τῆς προσωπικῆς σωτηρίας κάθε ἀνθρώπου· καί β) περί τῆς δυνατότητος τῆς σωτηρίας ταύτης μόνον ἐντός τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καθόσον μόνον ἐντός τῆς ὑποστάσεως αὐτῆς εἶναι δυνατή μέχρι θεώσεως πνευματική ἀνάπτυξις κάθε Χριστιανοῦ. Διότι μόνον ἐντός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δυνατόν νά ἐπανακτίσῃ ὁ κάθε Χριστιανός τήν πραγματικήν του ἐλευθερίαν, τήν ὁποίαν ἀπώλεσαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπό τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων. Ἡ ἐλευθερία δέ αὕτη ἐκτιμᾶται ὡς ἡ πλέον οὐσιαστική προϋπόθεσις τῆς ἐννοίας τοῦ «προσώπου».

Ἐπί τῇ βάσει τῶν δεδομένων τούτων ὁ συγγραφεύς ἀντιλαμβάνεται τήν ἔννοιαν τοῦ «προσώπου» ὡς θέμα αὐστηρῶς θεολογικόν, διό καί τονίζει ὅτι ἡ τοιαύτη θεώρησις τῆς ἐννοίας τοῦ «προσώπου» συνιστᾷ οὐσιαστικήν πρόοδον εἰς τήν μέχρι τοῦδε ἔρευναν τῶν Φιλοσόφων, Ψυχολόγων, Κοινωνιολόγων καί λοιπῶν ἐρευνητῶν τοῦ αὐτοῦ θέματος.

Κατά τόν συγγραφέα, οἱ Ἕλληνες Πατέρες καί θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐκινήθησαν διά μεταφυσικῶν στοχασμῶν καί ἀπό φιλοσοφικήν διάθεσιν εἰς τήν διατύπωσιν τῶν ὅσων διδάσκουν περί τῆς ἐννοίας τοῦ «προσώπου» ἀλλά ἀπό ὅσα ἐβίωσαν διά τῆς πίστεώς των, εἰς τήν περί τῶν τριῶν προσώπων τοῦ ἑνός καί μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπερφυσικῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ. Οὕτω κατηγορηματικῶς ἀποφαίνεται, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες Πατέρες καί Θεολόγοι δέν ἦσαν «Φιλόσοφοι», πλήν ὅμως καλῶς ἐγνώριζαν οὗτοι τάς φιλοσοφικάς διδασκαλίας τῶν Φιλοσόφων. Διά τοῦτο ἀκριβῶς καί ἐπιγράφει τό Α΄ μέρος τοῦ ὑπό κρίσιν βιβλίου του· «Οἱ Πατέρες καί ἡ Φιλοσοφία» (σελ. 21-63), εἰς τό ὁποῖον καί ἀντιπαραθέτει τάς ἑκατέρωθεν ἀντιλήψεις περί τῆς ἐννοίας τοῦ «προσώπου».

Εἰς τό Β΄ μέρος (σελ. 65-116) ἐξετάζεται «Τό ἀνθρώπινον πρόσωπον κατά τούς Ἁγίους Πατέρας». Ὁ συγγραφεύς δηλαδή ἀνιχνεύει καί παρουσιάζει τήν περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου θεολογικήν διδασκαλίαν τῶν Πατέρων καί τῶν θεολόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν καί συσχετίζει στενῶς πρός τήν διδασκαλίαν αὐτῶν περί τῆς ἐννοίας τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐν συνεχείᾳ ἐξετάζει τάς ἐννοίας τῶν θεολογικῶν ὅρων «οὐσία», «φύσις», «ὑπόστασις», «πρόσωπον» καί «ἐνέργεια», ὡς ἐχρησιμοποίησαν αὐτάς οἱ Μ. Ἀθανάσιος, Μ. Βασίλειος, οἱ ἄλλοι Ἀλεξανδρινοί καί Καππαδόκαι Πατέρες, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἰς τούς ἀντιτριαδικούς ἀγῶνας των. Ἀκολούθως προβαίνει εἰς τήν συσχέτισιν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου πρός τήν διδασκαλίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς περί τῆς «κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν Θεοῦ» πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Οὕτω καταλήγει εἰς τήν κατηγορηματικήν διατύπωσιν, κατά τήν ὁποίαν ἡ ἔννοια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου δέν εἶναι δυνατόν νά κατανοηθῆ ἄνευ τῆς συσχετίσεώς της πρός τό πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι μόνος ἡ τελεία «εἰκών τοῦ ἀοράτου Θεοῦ», κατά τήν ἔκφρασιν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (2 Κορ. 4,4. Κολ. 1,15). Ἐντεῦθεν ἄγεται εἰς συμπέρασμα ὁ συγγραφεύς, κατά τό ὁποῖον οἱ Ἕλληνες Πατέρες δέχονται ὅτι «πρόσωπον» ἀποκτοῦν μόνον οἱ Χριστιανοί ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁδεύουν ἀπό τήν κατάστασιν τῆς «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ»· ὑποστάσεώς των εἰς τήν πρός τόν θεόν κατά χάριν «ὁμοίωσίν των». Ἐν συνεχείᾳ ὁ συγγραφεύς ἀποφαίνεται ὅτι καί ἡ ἔννοια τοῦ ἀνθρωπίνου «προσώπου» διακρίνεται διά τά θεολογικά βάθη αὐτῆς, ἀκριβῶς ὡς συμβαίνει καί περί τῶν «προσώπων» τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τά βάθη ταῦτα τῆς ἐννοίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου διευρύνονται συνεχῶς διά τῆς προϊούσης κατά Χριστόν ζωῆς κάθε Χριστιανοῦ, ἡ ὁποία διασφαλίζεται διά τῆς συνεχοῦς ἀσκήσεως, διά τῆς ὁποίας ὁ Χριστιανός κατορθώνει νά ὑπερβῇ τά ἁμαρτωλά δεδομένα τῆς καθημέραν ζωῆς, ὥστε νά ἀνακτᾷ τήν προσωπικήν του ἐλευθερίαν καί τό ἀρχαῖον κάλλος, τό ὁποῖον εἶχον οἱ Πρωτόπλαστοι πρό τῆς πτώσεώς των, διά τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ.

Ἐνταῦθα προβάλλεται Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ὁ διδάσκαλος τοῦ δρόμου καί τῆς ἀσκήσεως τῶν Χριστιανῶν πρός ἀνάκτησιν τοῦ ἀρχαίου κάλλους αὐτῶν. Τά ὅσα ἐν συνεχείᾳ λέγονται περί τοῦ πρός τόν Θεόν θείου ἔρωτος καί περί τῆς πρός πάντας ἀγάπης τῶν οὕτω τελειουμένων πνευματικῶς Χριστιανῶν προβάλλουν τά θεολογικά βάθη τοῦ «προσώπου» αὐτῶν. Τήν προβολήν τούτων ὁ συγγραφεύς προσδιορίζει δι’ ὅσων ἀναφέρεται εἰς τήν πρός τοῦτο συμβολήν τοῦ νοῦ, τοῦ λόγου καί τοῦ πνεύματος τῶν Χριστιανῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁδεύουν πρός τήν «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ» ὑπόστασίν των, διά μόνης τῆς ὁποίας καί ἀνακτᾶται ἡ πραγματική ἐλευθερία τοῦ προσώπου. Ὁ συγγραφεύς συμπεραίνει οὕτω (σελ. 115-116) ὅτι μόνον ὁ Χριστιανός ἀποκτᾷ τήν καθαράν θεολογικήν ἔννοιαν τοῦ «προσώπου», διά τῆς κατά Χριστόν συνεχοῦς ἀσκήσεως τῆς ζωῆς του καί διά τῆς βιώσεως τῶν Μυστηρίων τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας ἐντός τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, θεούμενος οὕτως κατά χάριν Θεοῦ.

Εἰς τό Γ΄ μέρος (σελ. 117-163) ἐξετάζεται ἡ ὑπάρχουσα διαφορά μεταξύ τῆς Φιλοσοφίας καί τῆς Θεολογίας ὡς πρός τήν σχέσιν τῆς ἐννοίας τῶν ὅρων «ὑπόστασις» καί «πρόσωπον». Ὑπογραμμίζεται δέ ἐν συνεχείᾳ ἡ μεγάλη ἐντεῦθεν σύγχυσις περί τήν χρῆσιν τῶν ὅρων τούτων καί ἡ συμβολή τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν ἀντιμετώπισιν τῶν ἐκ τῆς συγχύσεως ταύτης ἐπικινδύνων πλανῶν τῶν μεγάλων αἱρεσιαρχῶν. Ἀκολούθως ὁ συγγραφεύς παρουσιάζει ὀνομαστί τάς ἐπί τῶν ὅρων τούτων ἀντιλήψεις τῶν ἀρχαίων καί τῶν νεωτέρων μεγάλων Φιλοσόφων διά νά τονίσῃ ὅτι οὐδείς ἐξ αὐτῶν συνεσχέτισεν ὀρθῶς τήν ἔννοιαν τῆς «ὑποστάσεως» πρός τήν ἔννοιαν τοῦ «προσώπου», μηδέ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Δυτικῆς Θεολογίας ἐξαιρουμένων, ὡς στενῶς συνεσχέτισαν τάς ἐννοίας τῶν δύο τούτων ὅρων μόνον οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ὁ συγγραφεύς προχωρεῖ περαιτέρω εἰς τήν ἐξέτασιν τῆς θεολογικῆς ἐννοίας τῆς «ὑποστάσεως», ὡς διετύπωσαν αὐτήν οἱ Καπαδόκαι Πατέρες καί μετ’ αὐτούς Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, εἰς τήν ὑπ’ αὐτῶν ἀντιμετώπισιν τῶν μεγάλων πλανῶν τῶν ἀντιτριαδικῶν αἱρετικῶν τῆς Ἐκκλησίας. Οὕτω καταλήγει εἰς τήν διαπίστωσιν, ὅτι ἡ ὑπόστασις τοῦ ἀνθρώπου ἀπώλεσε διά τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τήν φυσικήν της συγκρότησιν, καθότι ἡ προσωπική αὐτῆς ἐλευθερία ἐνεπλάκη μέ τήν δύναμιν τοῦ κακοῦ καί ἀπεδυναμώθη ἡ εἰκών τοῦ προσώπου αὐτῆς, ὥστε νά χάσῃ τήν ἄλλως φυσικήν κοινωνίαν αὐτῆς μετά τοῦ δημιουργήσαντος αὐτήν τήν Θεοῦ καί νά ὑποστῇ οὕτω τόν φυσικόν καί τόν πνευματικόν αὐτῆς θάνατον. Ἀπ’ αὐτοῦ λυτροῦται ὁ Χριστιανός ἀναγεννώμενος διά τῆς πίστεως εἰς τόν Σωτῆρα Ἰησοῦν Χριστόν καί καθιστάμενος μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ Βαπτίσματος τελειοῦται πνευματικῶς διά τῆς κατά Χριστόν ζωῆς του μέχρι τῆς κατά χάριν θεώσεώς του, ὅτε καί ἐπανακτᾷ τό ἀρχέγονον κάλλος τοῦ θεοθέντος προσώπου του.

Εἰς τό Δ΄ μέρος (σελ. 115-244) ἐξετάζεται «Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ὁρολογία τοῦ προσώπου». Ὁ συγγραφεύς ἀντιλαμβάνεται τήν ἐμπειρία ταύτην ὡς τήν συνέπειαν τῆς προσωπικῆς πίστεως τῶν Πατέρων καί τῶν νηπτικῶν θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἰς ὅσα διδάσκουν περί τῶν τριῶν προσώπων τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Μέ ἄλλους λόγους, τήν ἐμπειρίαν ταύτην νοοῦν «ὡς τήν ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων βίωσιν τοῦ «Προσώπου». Οὗτοι χρησιμοποιοῦν τούς διαφόρους θεολογικούς ὅρους, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια προσλαμβάνει καί τόν ἐκ τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας βιωματικόν αὐτῆς χαρακτῆρα, εἰδικώτερον πρός ἀντιμετώπισιν τῆς ἐπί τοῦ προκειμένου πλάνης τῶν αἱρετικῶν. Παρά ταῦτα οἱ ἐν λόγῳ Πατέρες ἀνεγνώριζον τήν ἀδυναμίαν τῶν ὑπ’ αὐτῶν χρησιμοποιουμένων ὅρων.

Ἀξία ὑπογραμμίσεως ἐνταῦθα εἶναι ἡ πληρότης τῶν ὑπό τοῦ συγγραφέως ἐπιστρατευομένων γνώσεών του, ὡς καί ἡ λεπτή ὅσον καί ἐπιτυχής ἀξιολόγησις τῶν ἀντιλήψεων πάντων τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, πρός διασάφισιν καί ἁπλουστέραν διατύπωσιν τῆς περί «Προσώπου» διδασκαλίας των.

Εἰς τό Ε΄ μέρος (σελ. 245-285) προβάλλονται «Οἱ Ἅγιοι ὡς φορεῖς τῆς θείας Ἀποκαλύψεως». Ὁ συγγραφεύς δηλαδή παρουσιάζει ὅλους τούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ὡς τούς πραγματικούς φορεῖς συνόλου τῶν ὑπερφυσικῶν ἱστορικῶν ἀποκαλύψεων τοῦ Θεοῦ χάριν πάντων τῶν ἀνθρώπων. Διά αὐτῶν τῶν ἀποκαλύψεων οἱ ἴδιοι ὄχι μόνον ἐθεώθησαν κατά χάριν Θεοῦ, ἀλλά καί αὐτά τά τίμια λείψανα αὐτῶν ἡγιάσθησαν, ὥστε διά τῶν πολλῶν θείων χαρισμάτων καί τῶν θαυμάτων των νά παρέχουν τήν ἀσφαλεστέραν μαρτυρίαν τῆς προσωπικῆς θεώσεώς των.

Εἰς τό ΣΤ΄ μέρος (σελ. 287-378) ἐξετάζεται «Τό ἦθος τῆς ἐλευθερίας καί ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους». Ὁ συγγραφεύς δηλαδή προσπαθεῖ νά προσδιορίσῃ, κατά τούς Ἕλληνας Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἔννοιαν τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία διασφαλίζει αὐτούς ἀπό τήν ἀναρχίαν καί ἀπό τήν αὐτοπροαίρετον ὑποδούλωσιν εἰς ἄλλην ὑπερτέραν δύναμιν. Ἀρχικῶς γίνεται λόγος περί τῆς θεολογικῆς θεωρήσεως τῆς ἐλευθερίας καί δή περί τῶν πέντε ὄψεών της. Ἤτοι τῆς σχετικότητός της, τῶν παραγόντων οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τήν ἔκφρασίν της, τῆς λειτουργίας της, τῆς δι’ αὐτοῦ διαπράξεως τοῦ κακοῦ, καί τῆς δι’ αὐτοῦ πνευματικῆς πτώσεως τῶν ἀνθρώπων τῶν δύο θελημάτων της, τοῦ φυσικοῦ καί τοῦ γνωμικοῦ. Ἐν συνεχείᾳ παρουσιάζεται ἡ διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῆς σχέσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἑκάστου πρός τήν ἁμαρτίαν καί τόν μετ’ αὐτῆς ἀλληλένδετον πνευματικόν θάνατον (Δαμασκηνός, Γρηγόριος Παλαμᾶς), καί περί τῆς δυνατότητος ὑπερβάσεως δι’ αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ θανάτου καί τῆς ἐλευθέρας ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ὁ συγγραφεύς συμπληρώνει τήν προσπάθειά του ταύτην διά τῆς ἀναφορᾶς του εἰς τήν λειτουργίαν τοῦ νοῦ τῶν Χριστιανῶν, τόν ὁποῖον ἀντιλαμβάνεται ὡς τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας, νά ὑποδουλωθοῦν αὐτοβούλως, ὡς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (ἐπιστολαί πρός Ρωμαίους 6, 18-22), εἰς τό ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐνταῦθα ὁ συγγραφεύς παρουσιάζει τά ὅσα διδάσκει σχετικῶς εἷς ἀναχωρητής ὁ Ἀββᾶς Ἠσαΐας (Φιλοκαλία).

Εἰς τήν τελευταίαν παράγραφον τοῦ μέρους τούτου (σελ. 332-377) ὁ συγ. παρουσιάζει τό θεολογικόν ἐκεῖνο φαινόμενον τῆς κατά Χριστόν μωρίας (σαλότητος), τό ὁποῖον βασίζεται εἰς τούς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου· «Ἡμεῖς μωροί διά Χριστόν...» (Ι Κορ. 4, 10. Πρβλ. καί στίχ. 1, 18-23). Ὡς γνωστόν, τό φαινόμενον τοῦτο τῆς κατά Χριστόν Σαλότητος ἀνεπτύχθη ἀπό μίαν τάξιν περιοδευόντων ἀσκητῶν, οἱ ὁποῖοι διά τῆς αὐστηρᾶς ἐγκρατείας των προεκάλουν τόν σεβασμόν καί τήν τιμήν τῶν Χριστιανῶν τῶν πόλεων. Ἀμφότερα ταῦτα ἠνόχλουν τούς περιοδεύοντας τούτους ἀσκητάς, διότι ἐξελάμβανον τόν σεβασμόν καί κάθε τιμήν πρός τό πρόσωπόν των ὡς πράγματα ἀντιβαίνοντα πρός τό ἰδεῶδες τῆς ἄκρας ἐγκρατείας καί ταπεινώσεώς των. Διά τοῦτο καί προσποιούμενοι παρουσίαζον τούς ἑαυτούς των εἰς τόν κόσμον ὡς μωρούς, ἀνισορρόπους καί ἀκολάστους ἀκόμη. Τά ὅσα ἐκτίθενται ἐνταῦθα βασίζονται εἰς τόν βίον τοῦ ἀναχωρητοῦ τοῦ 6ου μ.Χ. αἰῶνος Ἁγίου Συμεών τοῦ Σύρου, τόν ὁποῖον συνέταξεν ὁ ἐπίσκοπος Νεαπόλεως τῆς Κύπρου Λεόντιος (5ος ἤ 9ος αἰών).

Ὁ συγγραφεύς τοῦ παρόντος βιβλίου ἐξετάζει τό φαινόμενον τοῦτο ἐν σχέσει πρός τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν τῶν ἐν λόγῳ ἀναχωρητῶν, ὡς βίωση ἀφ’ ἑνός τῆς διά τῆς ἐγκρατείας των ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπό τῆς ἁμαρτίας καί ἀφ’ ἑτέρου ὡς ἄμεσον βίωσιν τῆς ἐπ’ αὐτῶν ἐπενεργείας τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρεται ἐπίσης εἰς τά αἴτια τῆς ἐμφανίσεως τοῦ φαινομένου τούτου, εἰς τήν πρός ἐγκράτειαν κλῆσιν τῶν ἀναχωρητῶν τούτων ἀπό τόν Θεόν εἰς τήν ἀπάθειαν αὐτῶν ἔναντι καί τῶν ἰσχυροτέρων πειρασμῶν τῆς καθ’ ἡμέραν ζωῆς, εἰς τήν ἁγιότητα, τόν ἄνωθεν φωτισμόν εἰς τήν πορείαν τῆς ζωῆς καί τῆς δράσεώς των, τέλος εἰς τήν κατά χάριν Θεοῦ Θέωσιν. Κατά τόν συγγραφέα, οὗτοι ἤσκουν ἔξοχον λειτούργημα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πρός σωτηρίαν πολλῶν Χριστιανῶν, τό λειτούργημα τῆς ἀπαθείας ἔναντι τῶν πειρασμῶν τῆς σαρκός, τοῦ ἐλευθεροῦντος πάντα ἄνθρωπον θείου ἔρωτος καί τῆς ἀγάπης πρός πάντας. Τό λειτούργημα τοῦτο παρεῖχεν εἰς τούς ἀσκοῦντας αὐτό τήν «θεοπτίαν» ὡς τήν ὑπερτάτην πρός αὐτούς εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:

Ὡς προελέχθη, τό παρόν βιβλίον ἀναφέρεται εἰς κατ’ ἐξοχήν δύσκολον θεολογικόν θέμα. Ἡ ὅλη διαπραγμάτευσίς του γίνεται ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἰς ὑψηλόν πράγματι θεολογικόν ἐπίπεδον. Ἀπό τῆς καθαρᾶς θεολογικῆς βάσεώς του ταύτης ἀνιχνεύει ὁ σεβασμιώτατος συγγραφεύς του τήν καθόλου ἀνάπτυξίν του εἰς τά πλαίσια τῆς ἑνιαίας ἱστορικῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἐκτός τοῦ αὐστηροῦ θεολογικοῦ χαρακτῆρος τοῦ θέματος καί τῆς διαπραγματεύσεώς του, αὕτη παρουσιάζει καί πρωτοτυπίαν καί ἐπιστημονικήν μέθοδον.

Εἶναι ἀληθές ὅτι πολλαί θέσεις τοῦ συγγραφέως προκαλοῦν διάφορα ἐρωτήματα καί τινας ἐπιφυλάξεις, πλήν ὅμως ἀμφότερα ταῦτα ἀνοίγουν νέα πεδία περαιτέρω ἐρεύνης τῶν συγκεκριμένων θέσεων τοῦ συγγραφέως.

Ἐπί τούτοις ἐπιτρέπεται νά λεχθῆ ὅτι ὁ συγγραφεύς χρησιμοποιεῖ λίαν ἐπιτυχῶς, μέ ἄνεσιν, σαφήνειαν καί συνέπειαν τήν δημοτικήν γλῶσσαν ἐπί ἑνός ὑψηλοῦ θεολογικοῦ θέματος, τοῦ ὁποίου ἡ παραδοσιακή φρασεολογία καί ὁρολογία δέν χάνει ποσῶς τάς θεολογικάς ἀποχρώσεις τοῦ ἑκάστοτε νοήματός της. Παρά ταῦτα γίνεται χρῆσις τῶν ἐν συνεχείᾳ παρατιθεμένων ἀδοκίμων λέξεων ἤ ἐκφράσεων, αἱ ὁποῖαι θέλω νά πιστεύω ὅτι μαρτυροῦν τήν πρόθεσιν τοῦ συγγραφέως νά γίνῃ περισσότερον σαφής. Αὗται εἶναι «Ἀληθινότητα» (σελ. 106 καί 317), «ἐγκεφαλική γνώση» (σελ. 63), «ἐλευθερωτική» (σελ. 63), «ἰδεολογοποιοῦμε» (σελ. 87), «ἀμεριμνία» (σελ. 92 καί 112), «κτιστότητα» (σελ. 100), «ὀντικόν» (σελ. 128), «ὑπαρκτικό πρόβλημα» (σελ. 129), «κοσμομέριμνα, ἀνθρωπομέριμνα» (σελ. 129), «ὀντισμός» (σελ. 131), «ἀγνωστικιστικά πλαίσια» (σελ. 132), «ἐρωτηματοθεσία» (σελ. 133), «ἀπροϋπόθετα» (σελ. 170) καί «θανατοκεντρικοί» (σελ. 314).

Διά ταῦτα ἡ καθ’ ἡμᾶς Εἰσηγητική Ἐπιτροπή κρίσεως τῶν ὑποβληθέντων βιβλίων πρός ἀπονομήν τοῦ βραβείου τοῦ Πανελληνίου Ἱεροῦ Ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου, ἡ ὁρισθεῖσα ὑπό τῆς Γ΄ Τάξεως τῶν Ἠθικῶν καί Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν κατά τήν Συνεδρίαν αὐτῆς τῆς 31ης παρελθόντος Ἰανουαρίου, θεωρεῖ καί τό βιβλίον τοῦτο ἄξιον προσοχῆς καί βραβεύσεως. Προκρίνει δέ διά τό ἐν λόγῳ βραβεῖον τό ὑπό τόν τίτλον «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση» τοῦ νῦν Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, Κυρίου Ἱεροθέου Σ. Βλάχου, διά τόν κατ’ ἐξοχήν θεολογικόν χαρακτῆρα τοῦ θέματός του, ὡς καί διά τήν ὑψηλήν στάθμην τῆς θεολογικῆς διαρπαγματεύσεως αὐτοῦ.

Ἐν Ἀθήναις 5 Μαρτίου 1996
Τά Μέλη τῆς Εἰσηγητικῆς Ἐπιτροπῆς

  • Προβολές: 84

Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Τά κεντρικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας μου

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Μέ ἀξίωσε ὁ Θεός κατά τήν διάρκεια τῆς ποιμαντικῆς μου διακονίας νά ἀσχοληθῶ μέ τήν συγγραφή βιβλίων τά ὁποῖα δημοσιεύθηκαν στήν ἑλληνική γλώσσα καί τά περισσότερα ἀπό αὐτά μεταφράσθηκαν σέ πολλές ξένες γλῶσσες καί ἔτσι ἀπέκτησα ἕνα εὐρύτατο ἀναγνωστικό κοινό.

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι τό περιεχόμενο τῶν βιβλίων μου ἄγγιξε ἑκατομμύρια ἀνθρώπους σέ ὅλο τόν κόσμο, ἀπό ἀνατολή στήν δύση καί ἀπό βορρά στόν νότο καί αὐτό μοῦ προκαλοῦσε ἔκπληξη, γιατί φαινόταν καθαρά ὅτι τό μήνυμα πού ἐκπεμπόταν ἀπό τά βιβλία μου ἦταν πανανθρώπινο.

Στό κείμενο πού θά ἀκολουθήση θά παρουσιάσω ἀφ’ ἑνός μέν τά βασικά πρόσωπα πού μέ ἐνέπνευσαν στήν διαμόρφωση τῆς ζωῆς μου καί τῆς διδασκαλίας μου, ἀφ’ ἑτέρου δέ τά κεντρικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας μου πού ἔκανε τόσο μεγάλη ἐντύπωση στούς ἀναγνῶστες σέ ὅλο τόν κόσμο. Ὅλα αὐτά φαίνονται στά βιβλία πού ἔγραψα καί μάλιστα παρουσιάζονται στούς τίτλους τῶν βιβλίων πού δημοσιεύθησαν. Ἔτσι θά παρουσιάσω τά δύο αὐτά σημεῖα, ἀναλύοντας τούς τίτλους μερικῶν βιβλίων μου.

1. Ὅσοι καί ὅσα μέ ἐνέπνευσαν

Θεωρῶ ὅτι ὅλη ἡ διδασκαλία μου δέν προῆλθε ἀπό μιά παρθενογένεση, δηλαδή δέν ἦταν ἄγνωστη στήν Ἐκκλησία καί ξαφνικά ἐμφανίσθηκε ἀπό τό πουθενά. Στήν ἐπιστήμη ὑπάρχει περίπτωση πού κάποιος προήγαγε τήν ἐπιστήμη, ἀφοῦ σέ κάποια στιγμή ἐλλάμψεως ἀνεκάλυψε κάτι πού ὠφέλησε τήν ἐπιστήμη καί τήν ἀνθρωπότητα. Βέβαια, αὐτό δέν προερχόταν ἀπό μιά μηδενική βάση, ἀφοῦ κάθε ἐπιστήμων χρησιμοποιεῖ τίς γνώσεις πού κληρονόμησε καί στήν συνέχεια προχώρησε τήν ἐπιστημονική γνώση ἕναν βηματισμό πιό πέρα.

Στήν περίπτωσή μου συνέβη κάτι παρόμοιο, ἀφοῦ μεγάλωσα μέσα σέ χριστιανικά περιβάλλοντα, ὅπου συνάντησα εὐλογημένους ἀνθρώπους, στήν συνέχεια διάβασα διαφόρους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, καί τελικά κάτω ἀπό τήν ἐπιρροή ὅλων αὐτῶν διαμόρφωσα τήν θεολογία πού ἐκφράζω, ἡ ὁποία δέν εἶναι δική μου θεολογία, ἀλλά ἐμπειρία καί διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν διαμόρφωσα μιά δική μου θεολογία, ἀλλά προσπάθησα νά ἐκφράσω τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐμπειρία πού ἀπεκόμισα ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἐρχόμενος σέ ἐπικοινωνία μέ ἀνθρώπους πού διέθεταν τό ὀρθόδοξο καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα.

Στήν ἑνότητα αὐτή θά προσδιορίσω αὐτά τά περιβάλλοντα, τά πρόσωπα καί τούς συγγραφεῖς πού ἐπηρέασαν τήν ὅλη αὐτήν θεολογική μου συγκρότηση.

 α) «Εἰς μνημόσυνον»

ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝΤό βιβλίο αὐτό ἀναφέρεται στό οἰκογενειακό μου περιβάλλον, κυρίως τούς γονεῖς μου καί τήν θεία μου, δηλαδή τήν ἀδελφή τῆς μητέρας μου, πού μέ ἐπηρέασαν πολύ στήν ὅλη πορεία τῆς ζωῆς μου καί τῆς σκέψεώς μου.

Οἱ γονεῖς μου, Σωτήριος καί Εὐτυχία, ἦταν ἁπλοί ἄνθρωποι, μέλη ζωντανά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τῶν Ἰωαννίνων μέ προσευχή, ἐκκλησιασμό καί μετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεία μου Παρασκευή ἀφιερώθηκε ἀπό τά μικρά της χρόνια στόν Θεό, ἦταν ἀδελφή καί προϊσταμένη νοσοκόμος μέ μεγάλη δράση, κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου τοῦ 1940 καί στά μετέπειτα χρόνια.

Καί οἱ τρεῖς αὐτοί ἄνθρωποι, πατέρας, μητέρα, θεία, μέ ἀγαποῦσαν πολύ καί μοῦ ἔστελλαν κατά καιρούς γράμματα γιά νά μέ ἐμψυχώσουν στήν ἱερατική μου διακονία. Στά γράμματα αὐτά ὑπάρχουν πολλά προσωπικά τους στοιχεῖα καί μέ αὐτόν τόν τρόπο συνέταξα τήν βιογραφία τους. 


β) Παλαιόν ὄφλημα

ΠΑΛΑΙΟΝ ΟΦΛΗΜΑἈπό τήν μικρή μου ἡλικία συνδέθηκα μέ τήν Ἐκκλησία καί εἶχα Πνευματικούς Πατέρες οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβαν τήν πνευματική μου καθοδήγηση. Ὁ πρῶτος οὐσιαστικά Πνευματικός Πατέρας μου, ὕστερα ἀπό μερικούς ἐξομολόγους μου στήν μικρή ἡλικία, ἦταν ὁ Ἀρχιμ. Σεβαστιανός Οἰκονομίδης, Ἱεροκήρυξ Ἰωαννίνων καί μετέπειτα Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης. Ὁ π. Σεβαστιανός μέ ἀνέλαβε ἀπό τίς πρῶτες τάξεις τοῦ Γυμνασίου μέχρι πού τελείωσα τήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί πῆγα μέ τήν εὐχή του στήν Ἔδεσσα.

Ὁ π. Σεβαστιανός ἦταν ἕνας φιλόστοργος Πνευματικός Πατέρας, ἕνας θαυμάσιος λειτουργός, ἕνας ἐθναπόστολος, ἕνας ἀληθινός ἐκκλησιαστικός καί ἐθνικός ἡγέτης, ἕνα λαμπερό ἀστέρι, ἕνας φωτεινός ἄγγελος. 

Στό βιβλίο αὐτό καταθέτω ὅλες τίς ἐντυπώσεις μου ἀπό τήν συναναστροφή μαζί του, καθώς ἐπίσης δημοσιεύω καί τά γράμματα πού λάμβανα ὅσο ἤμουν στήν Ἔδεσσα καί μετά πού μετατέθηκα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν.
 

γ) Κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΕΔΕΣΣΗΣ, ΠΕΛΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΜΩΠΙΑΣὩς κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας χαρακτήρισαν πολλοί τόν Μητροπολίτη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας κυρό Καλλίνικο πού μέ ἀνέλαβε ὡς Πνευματικός Πατέρας μέ τήν ἄδεια τοῦ π. Σεβαστιανοῦ, καί ὁ ὁποῖος μέ ἔκειρε μοναχό, μέ χειροτόνησε Διάκονο καί Πρεσβύτερο, μέ χειροθέτησε σέ Ἀρχιμανδρίτη καί Πνευματικό Πατέρα, καί μέ τόν ὁποῖο ἔμεινα γιά δέκα πέντε χρόνια στό Ἐπισκοπεῖο τῆς Ἐδέσσης ὡσάν νά ἤμασταν σέ μιά καλύβη τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ὁ Μητροπολίτης Καλλίνικος ἦταν ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος, στό βάθος ἡσυχαστής, ἀληθινός ποιμήν καί ζηλωτής ἱεραπόστολος. 

Ὁ εὐλογημένος αὐτός Ἐπίσκοπος, μοῦ προσέφερε πολλά, μοῦ μετάγγισε τήν ἡσυχαστική παράδοση πού εἶχε κληρονομήσει ἀπό τόν εὐλαβῆ παπποῦ του, τόν ἱεραποστολικό του ζῆλο καί τήν μεγάλη ἀξία τῆς ἱερωσύνης. 

Στό βιβλίο πού ἔγραψα γιά τόν Γέροντά μου φαίνεται ἡ μεγάλη του προσφορά στήν Ἐκκλησία καί σέ μένα πού ἤμουν τό μοναδικό πνευματικό του παιδί μέ τήν στενή ἔννοια τοῦ ὅρου.

δ) «Μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους»

ΜΙΑ ΒΡΑΔΥΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣΤό Ἅγιον Ὄρος ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ζωή μου ἀπό τήν φοιτητική μου ἀκόμη περίοδο, ὅταν μέ τόν Καθηγητή μου Παναγιώτη Χρήστου, πατρολόγο παγκοσμίου ἐμβελείας, καταγράφαμε μέ ὁμάδα συμφοιτητῶν μου τά χειρόγραφα τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἀργότερα, οἱ ἐπισκέψεις μου ἦταν περισσότερο προσωπικές, ἀφοῦ ἐπισκεπτόμουν Μονές, Σκῆτες, Καλύβες καί ἐρημητήρια, ἀναζητώντας μοναχούς πού εἶχαν ἐμπειρική γνώση τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἔγραψα τό βιβλίο «Μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους».

Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι τό «περιβόλι τῆς Παναγίας», ὅπου τιμᾶται ὑπερβαλλόντως ἡ Παναγία καί οἱ μοναχοί εἶναι ἀφιερωμένοι στόν Χριστό καί στήν Μητέρα Του. Ἡ ἁγιορείτικη ζωή εἶναι ἑνιαία καί βιώνεται στά Κοινόβια Μοναστήρια, τίς Σκῆτες, τίς Καλύβες, τά Καθίσματα καί τά Κελλιά. Παντοῦ ἐξασκεῖται ἡ προσευχή, ἀσκεῖται ἡ ὑπακοή καί γίνεται ἀγώνας γιά νά βιωθῆ ἡ ἀγγελική ζωή.

Ἔρημος τοῦ Ἁγίου Ὄρους καλεῖται ἡ περιοχή ἀπό τήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Παύλου μέχρι τήν Ἱερά Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας, στήν ὁποία περιοχή ὑπάγονται ἡ Ἱερά Νέα Σκήτη καί ἡ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἡ Μικρά Ἁγία Ἄννα, τά Καυσοκαλύβια, ὁ ἅγιος Βασίλειος, τά Κατουνάκια, τά Καρούλια, ἡ Βίγλα κλπ. Κυρίως ἔρημος εἶναι ἡ μοναχική ζωή ὅπου οἱ ἐρημίτες μοναχοί ἀσκοῦνται κατ’ ἐξοχήν ἀδιάλειπτα στήν νοερά-καρδιακή προσευχή καί ἔχουν μεγάλη ἐμπειρία αὐτῆς τῆς ζωῆς.

Ὅταν πλησιάζη κανείς ἕναν ἐρημίτη μοναχό μπορεῖ, κατά τόν βαθμό τῆς δικῆς του πνευματικῆς καταστάσεως, νά μάθη πολλά μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τί εἶναι ἡ νοερά προσευχή, ποιά εἶναι ἡ ἀξία της, πῶς γίνεται, τί σημαίνει ἔλευση καί ἀπόκρυψη τῆς θείας Χάριτος, ποιοί εἶναι οἱ καρποί τῆς εὐχῆς, καί πῶς πολεμᾶ ὁ διάβολος τόν ἡσυχαστή μοναχό. Ἡ ἔρημος ἀσκεῖ βαθύτατη ἐπιρροή στόν ἄνθρωπο, ἰδιαίτερα ὅταν αὐτός μπορεῖ νά ἀκούση τήν ἡσυχία καί τήν φωνή τῆς ἐρήμου, ὅταν ἀντέξη τήν ζωή της.

Ἡ ἐρημική ζωή εἶναι μακαρία ὅταν ἐμπνέεται ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα, καί ὅταν συνιστᾶ ἕνωση μέ τόν Θεό. Ἡ νοερά προσευχή πού λειτουργεῖ στό βάθος τῆς καρδιᾶς εἶναι μιά ἐσωτερική θεία Λειτουργία, ἀφοῦ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἱερεύς τῆς θείας Χάριτος κατέρχεται στό ἐσωτερικό ἐκκλησάκι τῆς καρδιᾶς γιά νά προσευχηθῆ στόν Θεό.

Τότε ὁ ἐρημίτης μοναχός ἔχει μέσα του ἔνοικο τό Ἅγιον Πνεῦμα καί γι’ αὐτό δέν αἰσθάνεται ὅτι εἶναι μόνος του.
Βέβαια, ἡ νοερά προσευχή στήν καρδιά δέν ἀντικαθιστᾶ τήν θεία Λειτουργία καί τήν θεία Κοινωνία, ἀφοῦ ὁ ἐρημίτης, ὁ ἡσυχαστής μοναχός αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά κοινωνήση τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, καί αὐτή ἡ κοινωνία τοῦ ἀνάπτει ἀκόμη περισσότερο τήν δίψα γιά τόν Χριστό.

Πάντως, ὅταν κανείς ἔχη τίς κατάλληλες προϋποθέσεις καί ζήση ἀκόμη καί μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, συνομιλώντας μέ ἐρημίτη μοναχό καί μετέχοντας στήν θεία Λειτουργία, ἀξιώνεται νά φοιτήση στήν Θεολογική Σχολή τῆς ἐρήμου. Μάλιστα, μιά βραδυά στήν ἔρημο ἀναλογεῖ μέ πολλά χρόνια στίς Πανεπιστημιακές Θεολογικές Σχολές, ἀλλά πάλι δέν μπορεῖ νά γίνη καμμιά σύγκριση. Ὁ ἐρημίτης μοναχός ὡς καθηγητής τῆς ἐρήμου, ἔχει πείρα πάνω ἀπό τήν ἐγκεφαλική γνώση τῶν καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν. Ἔτσι, μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μέ τίς ἀνάλογες προϋποθέσεις, εἶναι πρόγευση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Κάποιος μοῦ εἶπε ὅτι τό βιβλίο «Μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους» εἶναι ἡ περίληψη ὅλων τῶν μετέπειτα ἔργων μου. Πράγματι, διαβάζοντας ξανά τό βιβλίο αὐτό μετά ἀπό πολλά χρόνια καί ὅλα τά ἑπόμενα βιβλία διαπιστώνω ὅτι στό βιβλίο «Μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους» βρίσκεται ὁ πυρήνας σχεδόν ὅλων τῶν μετέπειτα βιβλίων μου. Κατά κάποιον τρόπο ἀπό τό ἔτος 1978, πού ἄρχισα νά γράφω μέ σκοπό τήν ἔκδοση βιβλίων, εἶχα ἀπαρτίσει ὅλη τήν θεολογική σκέψη, τήν κατέγραψα στό βιβλίο αὐτό καί τήν ἀνέλυσα στά μεταγενέστερα βιβλία μου.

ε) «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης»

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣΣημαντικό ρόλο στήν ζωή μου ἔπαιξε ἡ γνωριμία μου μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀπό φοιτητής συμμετεῖχα στήν κριτική ἔκδοση τῶν ἔργων του ἀπό τήν ἄποψη ὅτι κλήθηκα ἀπό τόν Καθηγητή μου Παναγιώτη Χρήστου νά ἐντοπίσω τά χωρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στά ὁποῖα παρέπεμπε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, καί νά κάνω τήν σχετική ἀναφορά. Αὐτό μοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα νά μελετήσω σχεδόν ὅλα τά ἔργα του.

Ἄρχισα τήν μελέτη ἀπό τό περίφημο ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», συνέχισα στίς ὁμιλίες του, τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσα στά κηρύγματα μου, καί προχώρησα στά «φυσικά, θεολογικά, ἠθικά καί πρακτικά κεφάλαια», τίς Ἐπιστολές του καί ὅλα τά ἄλλα ἀντιρρητικά γιά τό Βαρλαάμ, τόν Ἀκίνδυνο, τόν Ἁγιορειτικό τόμο κλπ.

Ὁ 14ος αἰώνας εἶναι πολύ σημαντικός γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί, ἐπειδή ὁ δυτικός σχολαστικισμός ἄρχισε νά εἰσδύη στόν ἀνατολικό χῶρο, ἀνέδειξε ἕναν μεγάλο Πατέρα, ἕνα λαμπρό ἀστέρι τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, πού εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἔτσι, κατά τόν αἰώνα αὐτόν ἔγινε θεολογικός διάλογος μεταξύ τοῦ δυτικοῦ οὐνίτου μοναχοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ Βαρλαάμ διαπνεόταν ἀπό τίς αὐγουστίνιες διδασκαλίες, οἱ ὁποῖες ἐν πολλοῖς ἦταν κεντρική ἄποψη μιᾶς μερίδας τῶν σχολαστικῶν θεολόγων τοῦ Μεσαίωνος.

Στήν συνέχεια, ὁ διάλογος αὐτός συνεχίσθηκε μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Γρηγορίου Ἀκινδύνου, καί ἀργότερα μεταξύ τοῦ ἰδίου Πατρός καί τοῦ φιλοσόφου Γρηγορᾶ. Ἔτσι, ὁ διάλογος ἔγινε μεταξύ τῶν θεολογικῶν θέσεων τῆς Δύσης, ἀλλά καί καί τῆς φιλοσοφικῆς νοοτροπίας πού ἐπικρατοῦσε καί σέ μιά μερίδα τῶν φιλοσοφούντων θεολόγων τῆς Ἀνατολῆς.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν ἕνας ἁγιορείτης μοναχός, πού ἐξέφραζε τήν ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ὅπως βιωνόταν στό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ διάλογος αὐτός ἐπικεντρώθηκε σέ τρία θεολογικά θέματα διαδοχικῶς. Ἄρχισε μέ τήν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πῶς νοεῖται ἡ ἐκπόρευση στίς δύο παραδόσεις ἀνατολική καί δυτική· συνεχίσθηκε μέ τό μυστήριο τῆς ἀδιαιρέτου διαιρέσεως οὐσίας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ· καί ἔφθασε στόν ἱερό ἡσυχασμό μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται, ἤτοι τήν νοερά προσευχή στήν καρδιά ὡς ὁδοῦ πρός τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός.

Τά τρία αὐτά θέματα συσχετίζονται μεταξύ τους, γιατί μέ τόν ἱερό ἡσυχασμό μετέχει ὁ θεούμενος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί καταλαβαίνει ἐμπειρικά καί ὑπέρ ὅρασιν καί ὑπέρ νόησιν ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι μεθεκτή, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέθεκτη, ὅτι τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν κοινή φύση-οὐσία, κοινή ἐνέργεια, ἀλλά ἰδιαίτερα ὑποστατικά ἰδιώματα.

Τά κείμενα πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατά τόν διάλογο αὐτόν εἶναι σημαντικά, γιατί ἀφ’ ἑνός μέν περιέλαβε ὅλη τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἑρμήνευσε τούς Πατέρας κατά αὐθεντικό τρόπο. Ἔδειξε δέ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ τρόπου θεολογήσεως τῆς δυτικῆς καί ἀνατολικῆς παραδόσεως.

Ἡ ὅλη αὐτή ἀνάδειξη τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ παρουσίασε καί τήν μεγάλη ἀξία τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὡς σχολῆς ἐμπειρικῆς θεολογήσεως, καί ὡς βιωματικῆς χαρισματικῆς θεολογίας, μέ τήν νηστεία, τήν ἀγρυπνία, τήν προσευχή.

Ἡ θεολογία πού ἐξέφραζε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶναι ἡ θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κατοχυρώθηκε καί συνοδικῶς ἀπό τίς Συνόδους 1341, 1347, 1351 καί 1368. Ἰδιαιτέρως ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351 θεωρεῖται, καί εἶναι, ὡς ἡ Θ΄  Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀφ’ ἑνός μέν κατοχύρωσε ὡς ὀρθόδοξη τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀφ’ ἑτέρου δέ, κατεδίκασε τήν αἱρετική ἄποψη τῶν Φραγκολατίνων περί τοῦ actus purus, ὅτι δηλαδή ταυτίζεται ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐνέργειά Του, ὁπότε ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ μέ τόν κόσμο μέ κτιστές ἐνέργειες, πράγμα τό ὁποῖο εἶναι ἀπαράδεκτο καί αἱρετικό.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶχε ἀποκτήσει ἐμπειρίες τοῦ Θεοῦ στό Ἅγιον Ὄρος καί μέ τά ὑψηλά διανοητικά προσόντα του ἀνέδειξε τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπέδειξε τήν αἵρεση καί εἶναι ἕνας μεγάλος Πατέρας, θεωρεῖται δέ ὡς ὁ τέταρτος Ἱεράρχης καί ὁ τέταρτος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας.

στ) «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ»

ΟΙΔΑ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩΜέ τήν εὐλογία τοῦ Γέροντός μου Μητροπολίτου Ἐδέσσης, Πέλλης, καί Ἀλπωπίας ἐπισκεπτόμουν τό Ἅγιον Ὄρος, συναντοῦσα ἁγιορεῖτες Πατέρες, πολλές φορές πηγαίναμε καί μαζί σέ διάφορες πανηγύρεις τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους πού τόν προσκαλοῦσαν.

Βεβαίως, ἡ ἐπικοινωνία μου μέ τό Ἅγιον Ὄρος ἄρχισε ἀπό τήν φοιτητική μου ζωή, ἀλλά συνεχίσθηκε ἔπειτα μέ τήν σοφή καθοδήγηση τοῦ Γέροντός μου, τήν ἀγάπη του καί τήν ἐλευθερία του. Ἔτσι, γνώρισα τόν ἅγιο Παΐσιο, τόν π. Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τόν π. Ἐφραίμ τόν Φιλοθεΐτη, τόν π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, τόν π. Γαβριήλ Διονυσιάτη, τόν π. Σπυρίδωνα τόν Νεοσκητιώτη, τόν π. Γεώργιο Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου κ.ἄ.

Ἀποκορύφωμα ὅλων αὐτῶν ἦταν ἡ γνωριμία μου μέ τόν ἁγιορείτη ἐρημίτη καί ἡσυχαστή Ἀρχιμ. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, πού ζοῦσε τήν ἐποχή ἐκείνη στήν Ἱερά Μονή τοῦ ἁγίου Ἱωάννου τοῦ Προδρόμου στό Ἔσσεξ Ἀγγλίας. Τόν ἐπισκεπτόμουν συχνά μέ τήν εὐλογία καί τήν παρότρυνση τοῦ Γέροντός μου Καλλινίκου καί  ὠφελούμουν πολύ στήν πνευματική μου ζωή.

Ἔτσι, τό βιβλιο «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ» ἀναφέρεται στόν Ἀρχιμ. Σωφρόνιο Σαχάρωφ καί παρουσιάζει τήν ἐκπληκτική του πορεία, μέσα ἀπό τά δικά του κείμενα, τήν σοφή διδασκαλία του καί τήν διακριτική καί αὐθεντική καθοδήγησή του. 

ζ) «π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας»

Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, ΕΝΑΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣἈπό τήν φοιτητική μου ζωή μελετοῦσα τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως μυήθηκα στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀπό τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου. Στήν συνέχεια, μελέτησα τούς Ἀποστολικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τούς Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, ἰδιαιτέρως τόν Μέγα Βασίλειο, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη καί ὅλους τούς Φιλοκαλικούς Πατέρες.

Ἐνῶ εἶχα διαβάσει ὅλα αὐτά τά κείμενα, βρῆκα τήν Δογματική τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη καί κατάλαβα ὅτι ἦταν πραγματικός ἑρμηνευτής τῶν Πατέρων καί ὁ λόγος του ἐξέφραζε ἀπόλυτα τήν διδασκαλία τους καί κυρίως τήν μεθοδολογία γνώσεως τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν μετατέθηκα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν, τό ἔτος 1987, γνώρισα προσωπικά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη πού εἶχε συνταξιοδοτηθῆ καί ἔμενε τόν περισσότερο καιρό στήν Ἀθήνα. Συνομιλούσαμε τακτικά ἀπό τό τηλέφωνο, παρακολουθοῦσα μαθήματά του, ἀπομαγνητοφώνησα προφορικές του ὁμιλίες καί διάβαζα ἀνέκδοτα καί ἀμετάφραστα κείμενά του. Καρπός, ὅμως, αὐτῶν τῶν μελετῶν εἶναι καί τό βιβλίο μέ τόν ὡς ἄνω τίτλο, στό ὁποῖο παρουσιάζω ὅλη τήν πορεία τῆς ζωῆς του καί τῆς θεολογικῆς του σκέψεως, καί πιστεύω ὅτι εἶναι αὐθεντικός διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. 

η) «Ἡ Γερόντισσα Φωτεινή»

Ὅλα ὅσα μάθαινα ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, παλαιούς καί συγχρόνους, προσπαθοῦσα νά τά μεταγγίζω στά πνευματικά μου παιδιά πού καταθοδηγοῦσα, θεωρώντας ὅτι αὐτά εἶναι παιδιά τοῦ Θεοῦ. Ἤθελα νά τά ἐντάξω μέσα στήν αὐθεντική ἐκκλησιαστική ζωή.

Μερικά ἀπό τά πνευματικά μου παιδιά ἀποφάσισαν νά ἀκολουθήσουν τόν μοναχικό βίο καί συγκρότησαν κατ’ ἀρχάς τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Σταυροῦ Ἐδέσσης, καί μετά τήν Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου Πελαγίας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας. Μοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα ὡς Πνευματικός Πατέρας νά μαθαίνω πῶς ὅλη ἡ πατερική διδασκαλία καί ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἐφαρμόζεται στήν πράξη. Ὁπότε, αὐτό μέ βοήθησε νά κατάλαβω τήν σύνδεση μεταξύ θεολογίας καί ποιμαντικῆς. Ἡ Ἱερά αὐτή Μονή ἐκδίδει καί τά ἔργα μου.

Πρώτη Καθηγουμένη τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μονῆς ἀναδείχθηκε ἡ Γερόντισσα Φωτεινή, ὑπῆρξε εἴκοσι χρόνια Ἡγουμένη καί ὅταν ἐκείνη κοιμήθηκε ἀνέλαβε ἡ Γερόντισσα Σιλουανή, πού συνεχίζει μέ ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ὀρθόδοξη συνείδηση τό ἔργο τῆς καθοδηγήσεως τῶν μοναχῶν. 

Ἡ Γερόντισσα Φωτεινή εἶναι καρπός τῆς ὅλης διδασκαλίας μου, ἀγάπησε τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ἔζησε κατά τό φρόνημα τῶν θεουμένων ἁγίων, πολιτεύθηκε ὡς ἀληθινή ὀρθόδοξη μοναχή καί ἐκοιμήθη μέ προσευχή.

Μετά τήν κοίμησή της βρέθηκε στό κελλί της τό σημειωματάριο, στό ὁποῖο κατέγραφε τίς σκέψεις της ὡς προσευχές στόν Θεό. Ὅ,τι δυσκολίες ἤ ὅ,τι χαρές εἶχε τίς ἀνέφερε στόν Θεό ὡς προσευχή δοξολογίας, εὐχαριστίας καί ἱκεσίας. Στό πρόσωπό της τιμῶνται καί πολλά ἄλλα πνευματικά μου παιδιά πού ἐνθουσιάσθηκαν ἀπό τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκείνη εἶναι ἕνα ζωντανό παράδειγμα θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας καί μοναχικῆς ἐγρηγόρσεως, πού ἔχει μετατεθῆ στήν οὐράνια Ἐκκλησία.

Τά ὀκτώ αὐτά βιβλία πού ἀνέφερα προηγουμένως δείχνουν ποιοί μέ ἐπηρέασαν στήν πορεία μου ὡς θεολόγου, μοναχοῦ καί κληρικοῦ καί ποιά ἦταν τά περιβάλλοντα μέσα στά ὁποῖα μορφώθηκα καί μεγάλωσα. Ἡ σκέψη μου δέν ἦταν ἀνεξάρτητη ἀπό τά εὐλογημένα πρόσωπα τά ὁποῖα ἀνέφερα προηγουμένως, τῶν ὁποίων ἔγραψα τήν βιογραφία καί περιέγραψα τήν σπουδαιότητά τους γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Αὐτά μοῦ ἔδωσαν τό γάλα, τήν στερεά τροφή καί τόν ἄκρατο οἶνο τῆς θεολογικῆς ζωῆς. 


2. Βασικές θεολογικές ἀρχές πού ὑπάρχουν στά βιβλία μου

 

Στήν ἑνότητα αὐτή θά παρουσιάσω τίς βασικές θεολογικές ἀρχές πού διατρέχουν ὅλα τά βιβλία πού ἐξέδωσα μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μέ ἀπασχόλησε τό γεγονός πῶς θά ἔπρεπε νά ἐκθέσω τίς σκέψεις μου πάνω στό θέμα αὐτό. Κατέληξα στό νά παραθέσω μερικούς τίτλους ἀπό τά ἐκδοθέντα βιβλία μου, πού σηματοδοτοῦν τήν ὅλη θεολογική μου σκέψη. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅταν ἐκλέγουμε τόν τίτλο ἑνός βιβλίου, τό κάνουμε καταγράφοντας τήν πιό δυνατή σκέψη μας καί γι’ αὐτό ὁ τίτλος καθορίζει τήν κεντρική μας σκέψη.

Ἑπομένως, θά καταγραφοῦν καί θά ἀναλυθοῦν μέ συντομία μερικοί τίτλοι τῶν βιβλίων μου ἀπό ἐννοιολογικῆς καί θεολογικῆς πλευρᾶς πού ἀποτελοῦν κατά κάποιον τρόπο τά θεολογικά καί ποιμαντικά κλειδιά τοῦ ὅλου θεολογικοῦ καί ποιμαντικοῦ μου ἔργου.

α) «Ἐκκλησιαστικό φρόνημα»

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑΣτήν ποικιλία τῶν προβλημάτων πού ἀντιμετωπίζουμε σήμερα στήν Ἐκκλησία, λόγῳ τῶν διαφόρων ἰδεολογικῶν, θεολογικῶν καί κοινωνικῶν ρευμάτων, πού κυκλοφοροῦν, πρέπει νά ἀντιταχθῆ τό μεγαλύτερο χάρισμα πού ἔχει ὁ Χριστιανός, ἤτοι τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, πού σημαίνει νά φρονῆ ὅ,τι ζῆ, φρονεῖ καί διδάσκει ἡ Ἐκκλησία. 

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη κατάσταση, ἕνας ἰδεολογικός καί κοινωνικός χῶρος, ἀλλά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί μέλη τῆς  Ἐκκλησίας εἶναι οἱ «βεβαπτισμένοι καί οἱ βεβαιόπιστοι», ὅσοι δηλαδή ἔχουν βαπτισθῆ καί ζοῦν μέ βέβαιη πίστη.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει περάσει πολλές φάσεις. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Πρωτοπλάστων στόν Παράσεισο, ἡ Ἐκκλησία κατά τήν περίοδο τῆς πτώσεως στό πρόσωπο τῶν Πατριαρχῶν, τῶν δικαίων καί τῶν Προφητῶν, ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως καί ἡ Ἐκκλησία μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Βέβαια, κάνουμε λόγο γιά διάφορες φάσεις τῆς Ἐκκλησίας γιά νά τήν κατανοήσουμε, ἀλλά στήν πραγματικότητα ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ τους, ἀφοῦ ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων.

Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική βλέπουμε τήν ἑνότητα μεταξύ Ἐκκλησίας, Ὀρθοδοξίας καί θείας Εὐχαριστίας, καθώς ἐπίσης μεταξύ τῶν Μυστηρίων καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ ἑνότητα ἐκφράζεται στό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας», πού εἶναι ἕνα σημαντικό κείμενο, τό ὁποῖο διαβάζεται τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας στούς Ἱερούς Ναούς καί εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ζ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῆς Θ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τό σημαντικό καί σπουδαῖο αὐτό κείμενο φανερώνει ποιός ἔχει ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ποιός παρεκκλίνει ἀπό αὐτό.

Ἡ προσπάθειά μας πρέπει νά εἶναι ἐντατική, ὥστε νά ἐκκλησιαζόμαστε συνεχῶς, ὄχι ἁπλῶς νά συμμετέχουμε στήν θεία Εὐχαριστία, ἀλλά νά μυούμαστε στόν εὐλογημένο θεσμό τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σημαίνει νά ἀποκτᾶμε ἐκκλησιαστικό φρόνημα, νά ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό καί τούς φίλους Του, ἤτοι τούς πεπειραμένους-θεουμένους ἁγίους, τούς Προφήτας, Ἀποστόλους καί Πατέρας διά μέσου τῶν αἰώνων.

β) «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς»

ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣἩ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, εἶναι κοινωνία ἐν Χριστῷ ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, κεκοιμημένων καί ζώντων, εἶναι σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς.

Ἡ λέξη «σύνοδος» ἀποτελεῖται ἀπό δύο λέξεις τό «σύν» καί τήν «ὁδό», πού σημαίνει «συμπόρευση». Πρόκειται γιά μιά κοινή πορεία καί ζωή. Δέν πρόκειται γιά μιά Ἐκκλησία ἐπί τῆς γῆς καί μιά Ἐκκλησία ἐν οὐρανοῖς, γιά τήν λεγομένη στρατευομένη καί τήν λεγομένη θριαβεύουσα Ἐκκλησία. Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία μέ δύο ὄψεις, στήν γῆ καί τόν οὐρανό. Ὅμως, αὐτές οἱ δύο ὄψεις δέν εἶναι ἀνεξάρτητες μεταξύ τους. Οἱ ἐν οὐρανοῖς ἄγγελοι καί ἅγιοι ἐνδιαφέρονται καί ἐπικοινωνοῦν μέ τά ἐπί γῆς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καί τά ἐπί γῆς μέλη τῆς Ἐκκλησίας βλέπουν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, τόν θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν θάνατο, τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο τόν ἀπολαμβάνουν καί οἱ ἅγιοι πού ζοῦν στήν γῆ.

Αὐτή ἡ «σύν-οδος»-συμπόρευση φαίνεται σέ ὅλη τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἅγιοι καί οἱ ἄγγελοι ἐμφανίζονται σέ ἀνθρώπους πού ἀγωνίζονται καί προσεύχονται, καί οἱ Χριστιανοί πού ζοῦν μέ ἄσκηση καί προσευχή συλλαμβάνουν διάφορα μηνύματα τῆς οὐράνιας ὄψεως τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα πού ἐκφράζεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς «συνόδου οὐρανοῦ καί γῆς» εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό. Τό «συνοδικό» δείχνει τήν ἑνότητα καί τήν κοινωνία, τό «ἱεραρχικό» δείχνει τήν ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων, δηλαδή εἶναι ὁ Χριστός, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες, οἱ ὅσιοι, οἱ ἅγιοι κάθε ἡλικίας καί φύλου, οἱ ἄγγελοι. Αὐτή ἡ συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα φαίνεται σέ δύο περιπτώσεις τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Πρῶτον, στήν ὅλη δομή συγκρότησης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος. Σέ κάθε Τοπική Ἐκκλησία εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος, οἱ Πρεσβύτεροι, οἱ Διάκονοι, οἱ μοναχοί, οἱ λαϊκοί.

Δεύτερον, αὐτό ἐκδηλώνεται στήν θεία Εὐχαριστία, καί φαίνεται ἀπό τόν ρόλο πού ἔχει κάθε χαρισματοῦχο μέλος τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει «ἐκκλησιαστική ἱεραρχία» καί «οὐράνια ἱεραρχία», πού συνδέονται ἀναπόσπαστα μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. Πρόκειται γιά μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

Ἡ «σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς» ἀποτελεῖ τήν οὐσία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

γ) «Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ»

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥὙπάρχει σχέση μεταξύ Ἁγίας Γραφῆς καί Πατέρων, μεταξύ τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί τῆς καταγραφῆς αὐτῆς τῆς Ἀποκαλύψεως. Στά θέματα αὐτά ὑπάρχουν βαθύτατες διαφορές μεταξύ Ὀρθοδόξων, Παπικῶν καί Προτεσταντῶν.

Τελικά, ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ  εἶναι ἡ φανέρωσή Του σέ αὐτούς πού ἔχουν προετοιμασθῆ κατάλληλα γιά νά τήν δεχθοῦν. Αὐτοί εἶναι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη καί οἱ Ἀπόστολοι καί Πατέρες στήν Καινή Διαθήκη. Στούς Προφῆτες ἔγινε ἡ φανέρωση καί Ἀποκάλυψη τοῦ Ἀσάρκου Λόγου, στούς Ἀποστόλους ἔγινε ἡ φανέρωση τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου.

Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ συνδέεται μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. Ὅταν ὁ θεούμενος ἀνέρχεται στήν θεωρία-θέα τοῦ Θεοῦ ὁρᾶ ἀοράτως, ἀκούει ἀνηκούστως καί μετέχει ἀμεθέκτως τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Στήν συνέχεια αὐτή ἡ ἐμπειρία πού γίνεται μέ ἄκτιστα ρήματα, μεταβιβάζεται στόν λαό μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα.

Ἔτσι, ἄλλο εἶναι ἡ Πεντηκοστή καί ἄλλο εἶναι ἡ διδασκαλία περί τῆς Πεντηκοστῆς. Ἄλλο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἄλλο εἶναι ἡ διδασκαλία περί τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, δέν ταυτίζεται ἀπόλυτα ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέ τήν Ἁγία Γραφή, πράγμα πού διδάσκουν οἱ Προτεστάντες.

Οἱ ἅγιοι πού ἔφθασαν στήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι θεόπνευστοι, καί αὐτοί εἶναι ἡ βάση τῆς διδασκαλίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιατί αὐτοί εἶναι οἱ φορεῖς τῆς θείας Ἀποκαλύψεως. Αὐτοί εἶναι οἱ ἀληθινοί ἑρμηνευτές τῶν Γραφῶν, γι’ αὐτό καί  ἐμεῖς καλούμαστε νά διδάσκουμε «κατά τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα». Ὅταν δέν ἔχουμε δική μας ἀποκαλυπτική ἐμπειρία, τότε ἀκολουθοῦμε τήν διδασκαλία αὐτῶν πού βιώνουν τήν Πεντηκοστή.

δ) «Ὁ Βλέπων»

Ο ΒΛΕΠΩΝΟἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι θεόπτες καί θεούμενοι, λέγονται «ὁρῶντες» καί «βλέποντες», διότι δέν στοχάζονται περί τοῦ Θεοῦ, ἀλλά βλέπουν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, βλέπουν ἀοράτως τόν Θεό ὡς Φῶς. Μέ τό ἐπίθετο «βλέπων» χαρακτήριζαν οἱ Ἰσραηλίτες τόν Προφήτη Σαμουήλ στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά αὐτό τό ἐπίθετο ἀποδίδεται σέ ὅλους τούς θεόπτες.

Αὐτοί εἶναι οἱ πραγματικοί ποιμένες τοῦ Θεοῦ, αὐτοί καθοδηγοῦν, ἐκείνους πού ἐπιθυμοῦν τήν θέωσή τους, στόν ἀσφαλῆ δρόμο πρός τόν ἁγιασμό. Οἱ βασικοί διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι οἱ λογικοκράτες, οἱ ἠθικολόγοι, οἱ κοινωνιολόγοι, ἀλλά οἱ βλέποντες, οἱ ὁρῶντες. Αὐτοί βλέπουν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ἀνθρώπου, καί πρός τά ἐκεῖ ὁδηγοῦν τούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ὅτι εἶναι «ὁδίτες» καί ὄχι «πολίτες» αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ἡ «πόλη» εἶναι ἄνω, τό ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ.

ε) «Ἐμπειρική Δογματική»

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ, ΤΟΜΟΣ Α΄Οἱ δύο λέξεις «ἐμπειρική δογματική» φαίνονται ἀντίθετες μεταξύ τους. Συνήθως, ὡς δογματική θεωρεῖται τό μάθημα πού διδάσκονται οἱ φοιτητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, στό ὁποῖο μαθαίνουν γιά τόν Θεό, τήν δημιουργία, τούς ἀγγέλους, τόν ἄνθρωπο, τήν πτώση του, τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία καί τά Μυστήρια, τήν μετά θάνατο ζωή. Εἶναι μιά καταγραφή τῶν ἀληθειῶν τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ἐπίσης, συνήθως ἡ ἐμπειρία εἶναι τό βίωμα, ἡ πείρα γιά διάφορα θέματα. Ἔτσι, ἡ ἐμπειρία ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν δογματική.

Ὅμως, στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, τό δόγμα, εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού εἶναι καταγραφή τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας. Μέ ἄλλα λόγια, οἱ ἅγιοι διά τῆς καθάρσεως καί τοῦ φωτισμοῦ φθάνουν στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ, τήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί ὕστερα καταγράφουν αὐτήν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία. Ἔτσι, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐμπειρική καί τά δόγματα δέν εἶναι στοχασμός, ἀλλά καταγραφή τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ μέ ὅρους τῆς ἐποχῆς πού δημιουργήθηκαν.

Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ δογματική συνδέεται στενά μέ τήν ἐμπειρία πού εἶναι ἡ βάση της, καί γι’ αὐτό δέν καταταλήγει στόν στοχασμό, καί ἡ ἐμπειρία προσδιορίζεται ἀπό τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καί γι’ αὐτό δέν καταλήγει στήν ἠθικολογία καί τόν συναισθηματισμό.

Ἔτσι, ἡ Ἐμπειρική Δογματική διαφέρει σαφέστατα ἀπό κάθε ἄλλη ἀκαδημαϊκή δογματική, γιατί στηρίζεται στήν ἐν Χριστῷ καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρία, ἡ ὁποία διακρίνεται ἀπό κάθε ἄλλη φανταστική, στοχαστική καί δαιμονική ἐμπειρία. Μέσα σέ αὐτά τά πλαίσια ἡ Ἐμπειρική Δογματική κάνει λόγο γιά τήν Ἁγία Τριάδα, τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, τήν μετά θάνατο ζωή.

Ἡ Ἐμπειρική Δογματική εἶναι ὁ γραπτός ἀποκαλυπτικός λόγος τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων.

Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τοῦ δόγματος καί τῆς ἠθικῆς, δηλαδή τῆς ἀσκητικῆς, ἀφοῦ στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ἡ ἀσκητική εἶναι ἡ πραγματική ἠθική. Ἔπειτα, ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τήν ἀποκάλυψη, τήν φανέρωση τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες, Ἀποστόλους καί Ἁγίους, διά μέσου τῶν αἰώνων, οἱ ὁποῖοι ἀποκτοῦν τήν ἐμπειρία τῆς Ἀποκαλύψεως, εἶναι φορεῖς τῆς Ἀποκαλύψεως καί καταγράφουν αὐτήν τήν ἐμπειρική γνώση σέ κείμενά τους. Τά ἄκτιστα ρήματα, τά ὁποῖα βίωσαν κατά τήν ἐμπειρία τῆς Ἀποκαλύψεως τά καταγράφρουν μέ κτιστά ρήματα καί νοήματα στήν Ἁγία Γραφή καί τίς ὁμιλίες τους, ὁπότε διαμορφώνεται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση.

στ) «Ἡσυχία καί θεολογία»

ΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑἩ φράση «ἡσυχία καί θεολογία» εἶναι πιό ἀκριβέστερος προσδιορισμός τοῦ ὅρου «ἐμπειρική δογματική». Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ ἡσυχία εἶναι ἡ ἀληθινή μέθοδος γιά τήν μέθεξη τῆς θεολογίας, καί ἡ θεολογία, δηλαδή αὐτή πού λέγει γιά τόν Θεό, προϋποθέτει τήν ὀρθόδοξη ἡσυχία.

Ὁ ὅρος θεολογία δηλώνει ἀφ’ ἑνός μέν τήν ἀκαδημαϊκή θεολογία, ἡ ὁποία διδάσκεται στίς Θεολογικές Σχολές, καί προϋποθέτει τήν λογική κατανόηση καί τήν φιλολογική καί ἱστορική ἔρευνα τῶν πηγῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν χαρισματική ἐμπειρική θεολογία πού βιώνεται στά Μοναστήρια.

Αὐτή ἡ διάκριση μεταξύ ἀκαδημαϊκῆς καί ἐμπειρικῆς θεολογίας παρατηρήθηκε ἀπό τόν 11ο-13ο αἰώνα στήν Δύση, ὅταν ἀναπτύχθηκε ἡ σχολαστική θεολογία, ἡ ὁποία ἐπεξεργαζόταν τά θεολογικά θέματα μέ τήν λογική. Οἱ σχολαστικοί θεολόγοι εἶχαν μία μεθοδολογία γιά τήν γνώση τῆς ἐπιστήμης καί τῆς θεολογίας, δηλαδή τήν λογική, ἐνῶ οἱ ἐμπειρικοί θεολόγοι εἶχαν διπλῆ μεθοδολογία, ὅτι, δηλαδή, ἡ γνώση τῶν κτιστῶν ἀληθειῶν γίνεται μέ τήν λογική καί τίς αἰσθήσεις, ἀντίθετα δέ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ γίνεται μέ τόν νοῦ, πού φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡσυχία εἶναι ἡ τήρηση τοῦ νοῦ, ἡ φυλακή τῶν αἰσθήσεων, ἡ ἐπιστήμη τῶν λογισμῶν, ἡ κάθοδος τοῦ νοῦ στήν καρδιά, ἡ νοερά προσευχή. Ἡσυχία εἶναι ἡ ἠρεμία τῶν σωματικῶν καί ψυχικῶν αἰσθήσεων. Δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου ὁ φωτισμένος νοῦς ἀνέρχεται στόν Θεό, δηλαδή ὁρᾶ τό ἄκτιστο Φῶς ὑπέρ αἴσθηση, ὑπέρ νόηση, ὑπέρ φαντασία, ὁπότε ὁ θεόπτης καθίσταται πραγματικός θεολόγος, καί ὁμιλεῖ περί τοῦ Θεοῦ καί τῶν θείων ἀπλανῶς καί θεοπνεύστως.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Προφήτου Μωϋσῆ, πού ἔγινε πραγματικός θεολόγος, ἀφοῦ προηγουμένως ἑτοιμάσθηκε ἀπό τόν Θεό κατάλληλα καί ἀνέβηκε στό ὄρος Σινᾶ, εἰσῆλθε στόν γνόφο καί εἶχε κοινωνία μέ τόν Θεό. Κάθε θεόπτης συνάπτει προσωπική διαθήκη μέ τόν Θεό καί ἔπειτα ὅλη ἡ ζωή του εἶναι θεολογία, καί ὡς θεολόγος ὁμιλεῖ, γράφει, ποιμαίνει, καθοδηγεῖ.

ζ) «Πατερική καί σχολαστική θεολογία»

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥΣὍσοι διά τῆς ἡσυχαστικῆς μεθόδου φθάνουν στήν θέωση καί γίνονται θεούμενοι, λέγονται Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς πατρότητος ἔχει διπλῆ σημασία καί ἔννοια. Ἡ πρώτη σημασία εἶναι ὅτι οἱ Πατέρες εἶναι οἱ αὐθεντικοί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί ἔζησαν σέ δύσκολες περιόδους, κατά τίς ὁποῖες διάφοροι φιλοσοφοῦντες θεολόγοι στοχάζονταν γιά τόν Θεό, ὁπότε παρέκκλιναν ἀπό τήν ἀποκαλυπτική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καί γίνονταν αἱρετικοί. Οἱ Πατέρες ἔχοντας τήν αὐθεντική ἀποκαλυπτική ἀλήθεια ἐξέφρασαν τήν ζωή αὐτή μέ ὅρους τῆς ἐποχῆς τους καί αὐτό ἔγινε κατά βάση στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖες ἐθέσπισαν τούς ὅρους-δόγματα, πού εἶναι τά ὅρια μεταξύ τῆς ἀληθείας καί τῆς πλάνης. Ἡ δεύτερη ἔννοια εἶναι συνέχεια τῆς προηγουμένης πού σημαίνει, ὅτι κατέχοντας οἱ διδάσκαλοι αὐτοί τήν ἀλήθεια, καθοδηγοῦσαν μέ αὐτήν τούς Χριστιανούς καί ἔτσι γεννοῦσαν καί ἀνέπτυσαν τά παιδιά τοῦ Θεοῦ.

Πολλές φορές γίνεται καί ἀντιστροφή τῶν ὅρων. Στήν ἀρχή ἡ ἔννοια τῆς πατρότητος χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους γιά νά χαρακτηρίσουν τήν γέννηση τῶν πνευματικῶν παιδιῶν διά τοῦ Εὐαγγελίου καί ἔπειτα ἀποδόθηκε καί στούς Μεγάλους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἀγωνίσθηκαν γιά τήν διαφύλαξη τῆς πίστεως σέ δύσκολες ἐποχές, προκειμένου νά διαφυλαχθῆ ἡ μέθοδος γνώσεως τοῦ Θεοῦ.

Ἡ πατερική περίοδος συμπίπτει μέ τήν ἐκκλησιαστική περίοδο, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία γεννᾶ Πατέρες καί γι’ αὐτό δέν ὑπάρχει ποτέ τέλος τῆς πατερικῆς περιόδου στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία.

Στήν Δύση ἀναπτύχθηκε ἡ θεωρία ὅτι ἡ πατερική περίοδος περατώθηκε τόν 8ο αἰώνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, ἀπό τόν 9ο αἰώνα ἄρχισε ἡ προσχολαστική περίοδος καί ἀπό τόν 11ο ἕως τόν 13ο αἰώνα συνεχίσθηκε ἡ κυρίως σχολαστική περίοδος, πού εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική περίοδο.

Ἡ θεωρία περί ὑπερβάσεως τῆς πνευματικῆς παραδόσεως δέν γίνεται ἀποδεκτή ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ σχολαστική θεολογία θεωρεῖται ὡς αἱρετική θεολογία, πού ἀποκλίνει ἀπό τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική παράδοση τῶν πρώτων αἰώνων, ἐνῶ ἡ πατερική θεολογία εἶναι συνεχής μέσα στήν Ἐκκλησία. Θεολόγοι καί Πατέρες εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἐκεῖνοι πού δέν ἔχουν δική τους ἐμπειρία, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία τῶν πεπειραμένων.

η) «Πατερική καί μεταπατερική θεολογία»

ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣτήν Ἐκκλησία ὑπάρχει ταυτότητα ἐμπειρίας καί διδασκαλίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων διά μέσου τῶν αἰώνων. Δέν ὑπάρχει διάσταση καί διάσπαση μεταξύ τῆς θεολογίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, οὔτε διάσταση τῶν θεουμένων μεταξύ τους. Δέν πρόκειται γιά θεολογία κάθε Προφήτου, Ἀποστόλου καί Πατρός, ἀλλά εἶναι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πού βιώνεται καί ἐκφράζεται ἀπό τούς θεουμένους. Ὑπάρχει δέ στενή σχέση μεταξύ τῶν θεουμένων καί τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ οἱ θεούμενοι ἀποκτοῦν τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί στήν συνέχεια ζώντας ἐν κοινωνίᾳ μέ τούς ἄλλους θεουμένους ἀποτελοῦν τήν ζωντανή Ἐκκλησία. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνας κατεστημένος θεσμός, ἀλλά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί οἱ Πατέρες εἶναι οἱ ζωντανοί ὀργανισμοί.

Ἔτσι, μεταξύ Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων ὑπάρχει ταυτότητα ἐμπειριῶν καί διδασκαλιῶν, ἀλλά ἐκεῖνο πού διαφέρει εἶναι τά κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα πού χρησιμοποιοῦν. Ἡ ἐμπειρία εἶναι μέθεξη τῶν ἀκτίστων ρημάτων.

Ἐπίσης, ἡ διαφορά μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι-Πατέρες στήν Καινή Διαθήκη ἔβλεπαν τόν σεσαρκωμένο Λόγο. Ἐπί πλέον οἱ Προφῆτες ἔφθασαν στήν θέωση, ἀλλά λόγῳ τῆς ὑπάρξεως τοῦ θανάτου οἱ ψυχές τους ὁδηγοῦνταν στόν Ἅδη, ἐνῶ μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ νικήθηκε τό κράτος τοῦ θανάτου.

Ἐνῶ αὐτή εἶναι ἡ πατερική θεολογία, ἐν τούτοις ἀναπτύχθηκε ἡ μεταπατερική θεολογία, ἡ ὁποία καλλιέργησε τήν ἄποψη ὅτι περατώθηκε ἡ πατερική περίοδος τόν 8ο αἰώνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, στήν συνέχεια ἀναπτύχθηκε ἡ σχολαστική θεολογία πού εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία καί ἀργότερα τόν 18ο αἰώνα ἀναπτύχθηκε ἡ ρωσική θεολογία πού εἶναι ἀνώτερη καί ἀπό τίς δύο ἄλλες προηγούμενες θεολογίες, δηλαδή τήν πατερική καί τήν σχολαστική.

Ἡ μεταπατερική θεολογία δέν ἀποβλέπει ἁπλῶς στήν ἀποδέσμευση ἀπό τήν νεοπλατωνική ὁρολογία τοῦ 4ου αἰῶνος, τήν ὁποία χρησιμοποίησαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γιά νά διατυπώσουν τούς ὅρους μέ σκοπό νά ἀντιμετωπίσουν τούς φιλοσοφοῦντας θεολόγους τῆς ἐποχῆς τους, τούς αἱρετικούς, καί τήν χρησιμοποίηση τῶν ὅρων τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλά στήν οὐσία, χωρίς νά τό λένε ἀνοικτά, ὑπονομεύουν τήν θεολογία τῶν Πατέρων, χάρη μιᾶς συγκρητιστικῆς καί οἰκουμενιστικῆς ἀντιλήψεως τῆς ἐποχῆς μας.

θ) «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση»

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗΟἱ Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος ἀσχολήθηκαν μέ τήν ἔννοια τοῦ προσώπου στόν Τριαδικό Θεό, ὅτι ὁ Θεός τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι τρισυπόστατος, ἤτοι τρία πρόσωπα, τρεῖς ὑποστάσεις καί μία οὐσία-φύση, μία ἐνέργεια. Τό πρόσωπο ταυτίζεται μέ τήν ὑπόσταση, καί ἡ οὐσία ταυτίζεται μέ τήν φύση.

Μέχρι τότε ὁμιλοῦσαν γιά τόν Τριαδικό Θεό ὡς Πατέρα, Υἱό καί Ἅγιο Πνεῦμα, καί ὡς τρία Φῶτα πού ἀλληλοπεριχωροῦνται, ἀλλά ἔχουν ἰδιαίτερα γνωρίσματα, ἀφοῦ ὁ Πατήρ γεννᾶ τόν Υἱό καί ἐκπορεύει τό Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτή εἶναι ἡ βιβλική ὁρολογία.

Ὅμως, ἐπειδή ἀνέκυψαν οἱ αἱρετικοί πού χρησιμοποιοῦσαν κατ’ ἐξοχήν φιλοσοφική ὁρολογία, οἱ Πατέρες γιά νά ἀντιμετωπίσουν τήν αἱρετική διδασκαλία, χρησιμοποίησαν τήν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἀφοῦ ὅμως ἀποδέσμευσαν προηγουμένως τήν ἔννοια πού εἶχε ἕως τότε καί τῆς προσέδωσαν ἄλλη σημασία. Τό πρόσωπο, τήν ἐποχή τοῦ 4ου αἰῶνος, συνδεόταν μέ τό προσωπεῖο, τήν μάσκα πού ἔβαζαν οἱ ἠθοποιοί γιά νά παίξουν τόν ρόλο τους, ἐνῶ οἱ Πατέρες προσδιόρισαν ὅτι πρόσωπο εἶναι ἡ οὐσία μέ τά ὑποστατικά ἰδιώματα, δηλαδή ὁμίλησαν γιά τά τρία Πρόσωπα, τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καίτοι γιά τόν Θεό χρησιμοποίησαν τόν ὅρο πρόσωπο, ἐν τούτοις δέν ὁμίλησαν γιά τόν ἄνθρωπο μέ τόν ὅρο αὐτό, δέν ἀνέπτυξαν τήν θεολογία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἀλλά γιά τόν ἄνθρωπο προτιμοῦσαν νά ὁμιλοῦν γιά ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ. Τό κατ’ εἰκόνα εἶναι τό νοερό καί τό αὐτεξούσιο, ἐνῶ τό καθ’ ὁμοίωση εἶναι ἡ θέωση, τό νά φθάση ὁ ἄνθρωπος στήν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός.

Μεταξύ Θεοῦ καί κτίσεως δέν ὑπάρχει καμμιά ὁμοιότητα, διότι ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος, δηλαδή ἀδημιούργητος, ἀΐδιος, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος καί ὅλη ἡ κτίση ἔχει ἀρχή, φθορά καί τέλος, ἀλλά ὁ Θεός δέν θέλει ὁ ἄνθρωπος νά ἔχη τέλος. Γι’ αὐτό ἡ ἀθανασία στόν Θεό εἶναι κατά φύση, ἐνῶ στόν ἄνθρωπο εἶναι κατά Χάριν.

ι) «Δερμάτινοι χιτῶνες»

ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΙ ΧΙΤΩΝΕΣὉ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἀπό πλησμονή ἀγάπης καί γιά νά συμμετέχη στήν δόξα Του, νά γίνη θεός κατά Χάρη. Ὁ Θεός εἶναι κατά φύση Θεός, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νά γίνη κατά Χάριν Θεός· ὁ Θεός εἶναι κατ’ οὐσία Θεός, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νά γίνη κατά Χάρη Θεός. Ὁ κυριότερος χαρακτηρισμός τοῦ ἀνθρώπου ἀμέσως μετά τήν δημιουργία του εἶναι τό θεούμενος, πού σημαίνει ὁδηγεῖται πρός τήν θέωση, μέ τούς ποικίλους βαθμούς.

Ἔτσι, ζοῦσε μέσα στόν Παράδεισο, αὐτός πού ἦταν μικρόκοσμος μέσα στόν μεγαλόκοσμο μετεῖχε τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ζοῦσε ὡς ἄλλος ἄγγελος, καί ἔπρεπε ὑπακούοντας στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά ἀναπτυχθῆ πνευματικά, ἀπό νήπιος νά γίνη ὥριμος καί νά ἀπολαύση μόνιμα τήν θεία δόξα. Ὅμως, μέ τήν ἀνυπακοή του καί τήν συμβουλή τοῦ διαβόλου ἐξέπεσε ἀπό τήν δόξα στήν ὁποία βρισκόταν, ἔχασε τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, σκοτίσθηκε ὁ νοῦς του καί φόρεσε τούς «δερμάτινους χιτῶνες», ὁ Θεός, δηλαδή, τόν ἐνέδυσε μέ χιτῶνες δερμάτινους γιά νά καλύψη τήν γύμνωσή του, τήν ὁποία αἰσθάνθηκε μετά τήν ἀποβολή τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Κατά τήν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας οἱ «δερμάτινοι χιτῶνες» εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων, ἤτοι ἡ φθαρτότητα, ἡ παθητότητα καί ἡ θνητότητα, μέ τά ὁποῖα δηλώνεται ἡ σύλληψη, ὁ τόκος, ἡ θηλή, ἡ ἀσθένεια, ὁ θάνατος. Ἔτσι, οἱ δερμάτινοι χιτῶνες εἶναι ἀποτέλεσμα μέν τῆς πτώσεως, εὐλογία δέ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός τούς εὐλόγησε ὥστε νά μπορέσουν ζήσουν στόν τόπο τῆς ἐξορίας, ἕως ὅτου ἐπανέλθουν στήν πραγματική τους κατάσταση.

Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος προσδιορίζεται ἀπό τόν Θεό, τήν φύση καί τόν κόσμο, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Καθένα ἀπό αὐτά ἑλκύουν τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τά ἄλλα. Ἄν ὁ Θεός ἑλκύει τόν ἄνθρωπο, τότε τόν κάνει κατά Χάριν Θεό, καί τόν ἀποκόπτει ἀπό τήν φύση καί τόν κόσμο, ὁπότε βιώνει τό ὑπέρ φύση. Ἄν ἡ φύση κινῆ τόν ἄνθρωπο, τότε τόν ἀφήνει στήν φυσική του κατάσταση καί δέν μετέχει οὔτε τοῦ Θεοῦ, οὔτε τοῦ κόσμου καί ζῆ τό κατά φύση. Ἄν ὁ κόσμος σύρη τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀπομακρύνη ἀπό τόν Θεό καί τήν φύση, τότε τόν μαθαίνει νά κάνη ὅλα τά παρά φύση καί τόν καθιστᾶ ζῶο.

Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν κατάσταση πού ζοῦσε στόν Παράδεισο μέσα στό Φῶς, περιβλήθηκε τούς δερμάτινους χιτῶνες καί στήν συνέχεια πρέπει νά ἀγωνισθῆ μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἀποβάλη τούς χιτῶνες καί νά φορέση τόν «φωτεινό χιτῶνα», τό ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ.

ια) «Οἱ Δεσποτικές ἑορτές»

ΟΙ ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣὉ Ἄσαρκος Λόγος στήν Παλαιά Διαθήκη πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες καί τούς δικαίους Πατριάρχες, ἐνηνθρώπησε στόν κατάλληλο καιρό «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τῆς Παρθένου» Μαρίας καί ἔγινε σεσαρκωμένος Λόγος. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε Χριστός, ἀφοῦ ἡ θεία φύση ἔχρισε τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἔτσι, πρίν τήν ἐνανθρώπηση λέγεται Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, μετά τήν ἐνανθρώπηση λέγεται Χριστός.

Οἱ ἑορτές πού συνδέονται μέ τούς σταθμούς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ λέγονται «Δεσποτικές Ἑορτές», ἐπειδή ἀναφέρονται στόν Δεσπότη Χριστό. Πρόκειται γιά τίς ἑξῆς ἑορτές: ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, πού ἔγινε ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι σύλληψη τοῦ Χριστοῦ, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἡ Περιτομή τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὑπαπαντή τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στόν Ναό ὅταν ἦταν δωδεκαετής, ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, ἡ Εἴσοδος στά Ἱεροσόλυμα τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, τά Πάθη καί ὁ Σταυρός καί ἡ Ταφή τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Πεντηκοστή.

Οἱ ἑορτές αὐτές κατανέμονται μέσα στόν χρόνο, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται συμπεπυκνωμένος χρόνος, σωτήριος χρόνος, γιά νά δοθῆ ἡ δυνατότητα στούς Χριστιανούς νά ἐπαναλάβουν ὅλα αὐτά τά γεγονότα στήν προσωπική τους ζωή. Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν μυστηριακή ζωή καί τόν ἀγώνα τοῦ Χριστιανοῦ, πρέπει νά γεννηθῆ μέσα του ὁ Χριστός, νά περιτμηθῆ, νά ἐκκλησιασθῆ, νά διδάξη, νά βαπτισθῆ, νά πάθη καί νά σταυρωθῆ, νά ἀναστηθῆ, νά ἀναληφθῆ καί νά ζήση μέσα του ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ.

Ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι νά ζῆ κανείς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἐν Χριστῷ, ὄχι ἁπλῶς μαζί μέ τόν Χριστό, ἀλλ’ ἐν Χριστῷ, πού σημαίνει ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ νά γίνη καί δική του ζωή, ἀναλογικῶς.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἀπέβλεπε στήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, μετέσχε, δηλαδή, τοῦ χείρονος, τοῦ φθαρτοῦ καί θνητοῦ σώματος, ὥστε ἐμεῖς νά μετάσχουμε τοῦ μείζονος, τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

ιβ) «Οἱ Θεομητορικές ἑορτές»

ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣΣημαντικό ρόλο στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ διαδραμάτισε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Παρθένος Μαρία. Ἡ ἴδια μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τόν ἀγώνα της καί τούς διαδοχικούς καθαρμούς τῶν Προγόνων της στήν Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή τῶν Προπατόρων, ἔφθασε στήν θέωση, ὑπήκουσε στόν Θεό καί ἔγινε μητέρα Του, τοῦ ἔδωσε τήν σάρκα της γιά νά γεννηθῆ. Ἔτσι, ὁ ἄοικος Θεός, διά τῆς Θεοτόκου, ἀπέκτησε οἶκον καί εἰσῆλθε στόν κόσμο.

Οἱ Θεομητορικές ἑορτές συνδέονται στενά μέ τίς Δεσποτικές ἑορτές, ἀφοῦ ἡ Χριστολογία συνδέεται στενά μέ τήν Θεοτοκολογία. Ἔτσι, ἀγαπᾶμε τήν Θεοτόκο ἐπειδή ἀγαπᾶμε τόν Υἱό της καί ἐπίσης τήν ἀγαπᾶμε γιά νά φθάσουμε στήν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ της. Πρώτη ἡ Θεοτόκος γεύθηκε τά ἀγαθά τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως καί μέσα στήν κοιλία της ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στό πρόσωπο τοῦ Λόγου -δηλαδή ὑποστατικῶς- ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως, γι’ αὐτό ἡ κοιλία τῆς Θεοτόκου εἶναι ὁ Νέος Παράδεισος.

Οἱ Θεομητορικές ἑορτές κατανέμονται μέσα στόν χρόνο γιά νά ἑορτασθοῦν θεολογικά αὐτά τά μεγάλα γεγονότα. Πρόκειται γιά τήν σύλληψη τῆς Ἁγίας Ἄννης, μητρός τῆς Θεοτόκου, τήν Γέννησή της, τά Εἰσόδιά της στόν Ναό, τόν Εὐαγγελισμό, τήν Ὑπαπαντή, τήν Κοίμησή της, τήν ἀνάσταση καί τήν εἰς οὐρανούς ἄνοδό της.

Ἡ Γ΄  Οἰκουμενική Σύνοδος πού ἀντιμετώπισε τήν αἵρεση τοῦ Νεστορίου, ὁ ὁποῖος ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά λέγεται Χριστοτόκος καί ὄχι Θεοτόκος, ἀπεφάνθη ὅτι εἶναι πράγματι Θεοτόκος καί ὅποιος δέν τήν ὀνομάζει μέ τόν ὅρον αὐτόν εἶναι αἱρετικός. Ἔκτοτε, ἀνηγέρθησαν Ἱεροί Ναοί πρός τιμή της, συνεστήθησαν ἑορτές καί πανηγύρεις, συνετέθησαν τροπάρια, γιά νά δοξασθῆ ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ὁποία ἔγινε ἡ «χώρα τοῦ ἀχωρήτου».

ιγ) «Τό μυστήριον τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ»

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥΠαιδεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο παιδαγωγεῖ ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο γιά νά μεθέξη τῆς δόξης Του. Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος μετά τήν πτώση του ἔχει ἐσκοτισμένο νοῦ, διακατέχεται ἀπό τά πάθη, γι’ αὐτό πρέπει νά καθαρισθῆ, νά φωτισθῆ καί νά δῆ τό Φῶς τῆς δόξης Του.

Ὁ ἄνθρωπος μέ τίς δικές του δυνάμεις δέν μπορεῖ νά φθάση στόν Θεό. Ἔτσι, ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται σέ αὐτόν καί τόν καλεῖ σέ συνάντηση μαζί Του. Ὁ ἄνθρωπος καί σέ αὐτήν τήν περίπτωση δυσκολεύεται νά ἀνταποκριθῆ, ἀδυνατεῖ νά χωρέση τόν ἀχώρητο. Αὐτό λέγεται παιδεία τοῦ Θεοῦ.

Στήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων παιδεία εἶναι ἡ ἔλευση τῆς θείας Χάριτος, ἡ ἄρση της ἤ ἡ ἀπόκρυψή της καί ἡ ἐκ νέου ἔλευσή της. Δηλαδή, ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται στόν ἄνθρωπο, τοῦ ἀποκαλύπτει, ὅσο μπορεῖ νά ἀντέξη, τήν ἀγάπη Του καί τό κάλλος τοῦ προσώπου Του, καί στήν συνέχεια ἀπομακρύνεται, ἀναστέλλει τήν Χάρη Του γιά νά τόν κάνη νά τόν ἀναζητήση καί ἔτσι νά ἐκφρασθῆ ἡ ἐλευθερία του. Ἔπειτα, ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό γίνεται μονιμότερη. Ἔτσι, ἔχουμε τρεῖς βαθμίδες πνευματικῆς ζωῆς· ἔλευση τῆς Χάριτος, ἄρση τῆς Χάριτος, ἐκ νέου ἔλευσή της. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό φαίνεται στήν πορεία τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀπό τήν Αἴγυπτο στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Στήν ἀρχή, ἐμφανίζεται ὁ Θεός στόν Μωϋσῆ, κάνει αἰσθητή τήν παρουσία του στόν λαό καί τόν περνᾶ μέσα ἀπό τήν Ἐρυθρά θάλασσα, ἔπειτα ὑποστέλλεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, κατά τήν πορεία τοῦ λαοῦ στήν ἔρημο καί ἔπειτα καταλήγει ὁ λαός στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Αὐτή ἡ διαδικασία λέγεται μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ.

Βεβαίως, στά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μνημονεύεται καί μία ἄλλη διαβάθμιση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση. Πρόκειται γιά τήν μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία στήν ἀρχή καθαρίζει τόν ἄνθρωπο καί λέγεται καθαρτική, ἔπειτα φωτίζει τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί λέγεται φωτιστική καί στήν συνέχεια θεοποιεῖ τόν ἄνθρωπο καί λέγεται θεοποιός.

Δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν ἑρμηνειῶν τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀφοῦ ἀλληλοπεριχωροῦνται μεταξύ τους ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση κάθε ἀνθρώπου. Ὅταν κάποιος δέχεται πολλή Χάρη ἀπό τόν Θεό αἰσθάνεται ἔκπληξη καί μετά ἀρχίζει ἡ κάθαρση, ὁπότε ἐπανέρχεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, καί ὅταν κάποιος ἀρχίζη νά μετανοῆ δέχεται ἐλλάμψεις τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί ἄρσεις της.

Ἡ πνευματική ζωή εἶναι μυστήριο, ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό ἔχει διακυμνάνσεις, διαφοροποιήσεις, εἶναι ἕνα μυστήριο.

ιδ) «Θεολογία γεγονότων»

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝὉ ὅρος «θεολογία γεγονότων» ἀνήκει στόν μεγάλο θεολόγο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, ὁ ὁποῖος δίδασκε ὅτι συνδέεται στενά ἡ θεολογία μέ τήν ἱστορία, καί ὅποιος εἶναι ἀναίσθητος στήν ἱστορία δύσκολα θά εἶναι καλός Χριστιανός.

Αὐτός ὁ ὅρος «θεολογία γεγονότων» εἶναι σημαντικός καί μπορεῖ νά ἐξετασθῆ, μεταξύ τῶν ἄλλων, σέ τέσσερεις περιπτώσεις:

Πρῶτον, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησε στήν ἱστορία, προσέλαβε σῶμα ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἔζησε, δίδαξε, ἔπαθε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε καί ἔστειλε τό Πανάγιο Πνεῦμα σέ μιά συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δέν πιστεύουμε σέ ἕναν φανταστικό καί ἰδεατό Θεό.

Δεύτερον, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, εἶναι ἐκτός τοῦ κόσμου, ἀλλά ζῆ καί ἐργάζεται στόν κόσμο καί ἑνώνει τούς Χριστιανούς, τά μέλη της, μέ τόν Χριστό διά τῶν Μυστηρίων. Δέν πιστεύουμε σέ μιά ἀόρατη καί μυστική Ἐκκλησία, πού λειτουργεῖ σάν τά φῶτα μιᾶς μεγαλούπολης, τά ὁποῖα δέν τά βλέπουμε τήν ἡμέρα, ἀλλά τά προσέχουμε τήν νύκτα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας εὐλογημένος θεσμός, πού συγκροτεῖται ἀπό τούς Κληρικούς καί λαϊκούς σέ μιά συνοδική καί ἱεραρχική δομή.

Τρίτον, ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Πατέρων ἀντιμετωπίζει τούς αἱρετικούς οἱ ὁποῖοι θεολογοῦν μέ τήν φιλοσοφία καί τόν στοχασμό, καί αὐτό φαίνεται στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, ὁπότε οἱ ἀποφάσεις αὐτές δεσμεύουν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Σύνοδοι εἶναι ἱστορικά καί πνευματικά γεγονότα. Ἔτσι, τό κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας δέν πιστεύει κατά τό δοκοῦν.

Τέταρτον, μέσα στήν Ἐκκλησία τά μέλη της ἀγωνίζονται νά τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἁγιάζονται καί συμπεριλαμβάνονται στά ἁγιολόγια τῆς Ἐκκλησίας, πού λέγονται Συναξάρια, καί ἀποτελοῦν τήν λεγομένη «ἱερά ἱστορία».

Ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι ἀφηρημένη, στοχαστική, ἀλλά συγκεκριμένη, πού ἐκφράζεται καί βιώνεται στήν ἱστορία. Γι’ αὐτό κάνουμε λόγο γιά «θεολογία γεγονότων» καί ὄχι θεολογία στοχασμῶν καί συναισθηματισμῶν.

ιε) «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία»

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑἩ λέξη ψυχοθεραπεία παραπέμπει σέ διάφορα ψυχοθεραπευτικά συστήματα, τά ὁποῖα προσπαθοῦν νά ἀντιμετωπίσουν τίς κρίσεις πού παρατηροῦνται στόν ἄνθρωπο, ἀπό διάφορα γεγονότα, καί ἐπηρεάζονται ἀπό τίς ἰδιαίτερες ψυχολογικές ἀρχές. Πρόκειται γιά μεθόδους γιά τήν θεραπεία ψυχικῶν διαταραχῶν ἤ διαταραχῶν συμπεριφορᾶς μέ τήν χρήση ψυχολογικῶν τεχνικῶν καί ὄχι μέ φάρμακα ἤ ἠλεκτροσπασμοθεραπεία.

Ὅταν στήν ψυχοθεραπεία προστίθεται ἡ λέξη ὀρθόδοξη ἐννοεῖται ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο θεραπεύει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἄρρωστος πνευματικά. Κατά τήν Ὀρθόδοξη θεολογία ψυχασθενής εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπό τόν Θεό, ὁ νοῦς του εἶναι ἐσκοτισμένος καί γι’ αὐτό διαταράσσονται ὅλες οἱ σχέσεις του μέ τόν Θεό, τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση. Στούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας αὐτή ἡ θεραπεία χαρακτηρίζεται «ἐν Πνεύματι θεραπευτική ἐπιστήμη» καί εἶναι ἡ «πατερική θεραπευτική ἀγωγή», γι’ αὐτό καί δέν ὑπάρχει καμμιά σύγχυση μέ τήν θύραθεν ψυχοθεραπευτική μέθοδο καί ἐπιστήμη.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά ἰδεολογία καί κοινωνική ὀργάνωση, ἀλλά πνευματικό θεραπευτήριο, πνευματικό νοσοκομεῖο, πού θεραπεύει ὅλο τόν ἄνθρωπο, καί ἀπό τήν ἰδιοτελῆ ἀγάπη τόν ὁδηγεῖ στήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, ἀπό τήν φιλαυτία στήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία. Αὐτή ἡ θεραπεία γίνεται χωρίς νά καταργῆται ἡ ἰατρική ἐπιστήμη, ἡ ὁποία θεραπεύει ἀσθένειες τοῦ σώματος, οὔτε νά ὑποτιμᾶται ἡ νευροεπιστήμη πού συνδέεται καί μέ τήν ψυχολογία.

Οὐσιαστικά, ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θεραπευτική τῆς νοσούσης προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου, γι’ αὐτό ἡ ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία προσδιορίζεται ἀκριβέστερα μέ τήν λεγομένη νηπτική-ἡσυχαστική-φιλοκαλική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πού διαφοροποιεῖται τόσο ἀπό τόν σχολαστικισμό ὅσο καί ἀπό τόν ἠθικισμό.

Τό περιεχόμενο τῆς νηπτικῆς θεολογίας, πού εἶναι ἡ μέθοδος θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου, περιλαμβάνει τίς ἀσθένειες καί τίς θεραπεῖες τοῦ νοῦ, τῶν λογισμῶν, τῆς φαντασίας, τῆς καρδιᾶς, τῶν παθῶν. Αὐτή ἡ νηπτική παράδοση πού συνδέεται μέ τήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ὀρθόδοξη μεθοδολογία γιά τήν βίωση τῆς ὀρθοδόξου γνωσιολογίας καί θεολογίας.

ιστ) «Θρησκεία καί Ἐκκλησία στήν κοινωνία»

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑἩ θρησκεία ἑτυμολογικῶς προέρχεται ἀπό τό ρῆμα θρώσκω πού σημαίνει ἀνεβαίνω, δηλώνει τήν ἀνάβαση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό.

Δημιουργήθηκαν πολλές θρησκεῖες πού χωρίζονται σέ κατώτερες καί ἀνώτερες, πολυθεϊστικές καί μονοθεϊστικές, καί διαιροῦνται ἀνάλογα μέ τήν πίστη, τήν λατρεία καί τό ἦθος. Ἄν μελετήσουμε τήν πίστη κάθε θρησκείας θά παρατηρήσουμε ὅτι οἱ θρησκεῖες γενικά συνδέονται μέ τρεῖς καταστάσεις. Πρῶτον, μέ τήν μαγεία, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νά ἐξευμενίση τό θεῖο. Δεύτερον, μέ τήν δεισιδαιμονία πού ταυτίζει τόν Θεό μέ τήν κτίση καί λατρεύεται ἡ κτίση, ὅπως φαίνεται στόν πανθεϊσμό. Καί τρίτον, συνδέεται μέ τόν μυστικισμό, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν κλασσική μεταφυσική (Πλάτωνας, Νεοπλατωνικοί), πού κάνει λόγο γιά τήν ἐπιστροφή τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπό ὅπου ἐξέπεσε.

Πολλοί θρησκειολόγοι διδάσκουν ὅτι δύο εἶναι οἱ πόλοι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, ἤτοι τοῦ φόβου καί τῆς ἀγάπης, καί ἡ προτεραιότητα τοῦ ἑνός ἔναντι τοῦ ἄλλου δείχνει τήν κατώτερη καί ἀνώτερη θρησκεία. Γιά παράδειγμα, ὅταν στήν θρησκεία ὑπερτερῆ ὁ φόβος, τότε αὐτή εἶναι κατώτερη, ἐνῶ ὅταν ὑπερτερῆ ἡ ἀγάπη, τότε ἡ θρησκεία εἶναι ἀνώτερη. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική ἑρμηνεύονται ἀπό τούς θρησκειολόγους οἱ τρεῖς μονοθεϊστικές θρησκεῖες, ἤτοι ὁ Ἰουδαϊσμός, ὁ Χριστιανισμός καί ὁ Μουσουλμανισμός, καί ἔτσι δίδουν προτεραιότητα στόν Χριστιανισμό, διότι διδάσκει τήν ἀγάπη ἀκόμη καί στούς ἐχθρούς.

Ὅμως, ἄν ἐξετάσουμε ἐσωτερικότερα τά πράγματα θά διαπιστώσουμε ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι θρησκεία, γιατί ἐνῶ ἡ θρησκεία ἀνεβάζει τόν ἄνθρωπο στό θεῖο, στόν Χριστιανισμό βιώνεται ἡ κατάβαση-ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ. Ἔπειτα, ὁ Χριστιανισμός εἶναι Ἐκκλησία, καί ὑφίσταται μεγάλη διαφορά μεταξύ Θρησκείας καί Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, πιστεύει σέ ἕναν ὑπαρκτό Θεό πού ἐνανθρώπησε, δίδαξε, ἔπαθε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, καί εἶναι μιά συγκεκριμένη κοινότητα, πού στηρίζεται στήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία. Ἡ ἐκκλησιαστική ζωή δέν εἶναι θρησκευτική ζωή, διότι διαφοροποιεῖται ἀπό τήν μαγεία, τήν δεισιδαιμονία καί τόν μυστικισμό. Αὐτή ἡ διαφοροποίηση φαίνεται στήν θεραπευτική πράξη, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ἡ θέωση· στήν διάκριση μεταξύ νοῦ καί λογικῆς, ὁπότε δέν ἐπηρεάζεται ὁ νοῦς ἀπό τά πάθη καί τό περιβάλλον· στήν διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου· καί στήν μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Θρησκεῖες καί ἡ Ἐκκλησία ἐπηρεάζουν καί τό περιβάλλον καί δημιουργοῦν ἀνάλογες καταστάσεις στήν κοινωνία, θετικές ἤ ἀρνητικές. Γι’ αὐτό ἐκτιμᾶται ἀπό πολλούς ὅτι ὁ Χριστιανισμός ὡς Ἐκκλησία θεραπεύει τήν κοινωνία, ἐνῶ οἱ θρησκεῖες, τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦν οἱ πολιτικές ἐξουσίες, ἀρρωσταίνουν τίς κοινωνίες.

ιζ) «Ὅσοι πιστοί»

ΟΣΟΙ ΠΙΣΤΟΙΟἱ Χριστιανοί μυοῦνται στήν ἐκκλησιαστική ζωή, ὑπάρχει μιά προοδευτική ἐμπειρική γνώση, μιά συνεχής βίωση τῆς πίστεως. Κάθε ἄνθρωπος πού θέλει νά γίνη μέλος τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά βαπτισθῆ καί νά χρισθῆ μέ τά Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος. Ὁ ἄνθρωπος πρίν τό βάπτισμα λέγεται κατηχούμενος, ἐνῶ μετά τό βάπτισμα λέγεται πιστός. Ὡστόσο καί μετά τό Βάπτισμα ἐξεκολουθεῖ νά κατηχῆται στήν διδασκαλία τῆς πίστεως στήν «ὀρθόδοξη παράδοση» καί τήν «παραδεδομένη πίστη».

Ἡ διάκριση μεταξύ κατηχουμένων καί πιστῶν φαίνεται καθαρά στήν θεία Λειτουργία, ὅταν μετά τήν ἀνάγνωση τῶν ἀποστολικῶν καί εὐαγγελικῶν κειμένων καλοῦνται οἱ κατηχούμενοι ἤ ἀκόμη καί οἱ πρός τό φώτισμα προετοιμαζόμενοι νά ἀποχωρίσουν ἀπό τόν Ναό, καί ἐπίσης καλοῦνται οἱ πιστοί νά συνεχίσουν τήν παραμονή τους στήν θεία Λειτουργία, ὅπου θά ἔχουν τήν δυνατότητα νά δοξάσουν τόν Θεό ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί νά κοινωνήσουν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Καί οἱ πιστοί πρέπει συνεχῶς νά κατηχοῦνται στά μυστήρια τῆς πίστεως, γιατί ὑπάρχει πρόοδος στήν πνευματική ζωή. Πρέπει νά καθαρισθῆ ἡ καρδιά ἀπό τά πάθη, νά φωτισθῆ ὁ νοῦς τους καί νά φθάσουν στήν θέωση. Αὐτό γίνεται μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί μέ τήν ἀνάγνωση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ ὁποία, ὅμως, πρέπει νά ἑρμηνεύεται ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἔχουν τό ἴδιο φρόνημα, τήν ἴδια πίστη, τήν ἴδια ἐμπειρία μέ τούς Ἀποστόλους.

Γιά νά εἶναι κανείς πιστός Χριστιανός πρέπει νά μετέχη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου ζωῆς, νά ἔχη ὁδηγούς, νά ζῆ στήν Ἐκκλησία μέ τούς ἀδελφούς του καί νά ἔχη ἀναφορά καί σκοπό τήν ἕνωσή του μέ τόν Χριστό.

ιη) «Τό πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ»

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥὉ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ συνδέεται στενότατα μέ τήν Ἀνάστασή Του. Σταυρός καί Ἀνάσταση ἀποτελοῦν μιά ἀρραγῆ ἑνότητα, ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία: «Τόν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καί τήν Ἁγίαν σου ἀνάστασιν δοξάζομεν». Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τό μυστήριο τῆς δόξας εἶναι ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὀ Σταυρός εἶναι διπλός, ἤτοι ὁ σταυρός τῆς πράξεως καί ὁ σταυρός τῆς θεωρίας. Ὁ Ἀβραάμ ἔζησε τόν σταυρό τῆς πράξεως καί τῆς θεωρίας μέ τό ὅτι ὑπήκουσε στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί βγῆκε ἀπό τήν πατρίδα του, τήν συγγένειά του καί τόν οἶκο τοῦ πατρός του, βάδιζε ἕως ὅτου ἀποκαλυφθῆ σέ αὐτόν ὁ Θεός καί ἔζησε τήν θεωρία ὅταν εἶδε τόν Θεό. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τόν Προφήτη Μωϋσῆ, ὁ ὁποῖος ἔζησε τόν σταυρό τῆς πράξεως καί τῆς θεωρίας μέ τήν ἀνάβαση στό Σινᾶ καί ἐπίσης μέ τήν ἔμφάνιση τοῦ ἀσάρκου Λόγου.

Ὅλο τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σταυροαναστάσιμο, ἀφοῦ καί τόν Σταυρό τόν ἑρμηνεύουμε μέσα ἀπό τήν Ἀνάσταση, ἀλλά καί τήν Ἀνάσταση μέσα ἀπό τόν τόν Σταυρό. Σταυρός χωρίς Ἀνάσταση εἶναι ἀπελπισία καί ἀπόγνωση, καί Ἀνάσταση χωρίς Σταυρό εἶναι ἕνα ἁπλό συναίσθημα.

Κάθε Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας προϋποθέτει τήν ἄσκηση πού εἶναι σταυρική ζωή καί ἀκολουθεῖ ἡ βίωση τῆς ἀναστάσιμης ζωῆς. Ἡ θεολογία εἶναι ἀποφατική, ἡ Χριστιανική ζωή εἶναι κένωση.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «ἐμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ» (Γαλ. στ΄, 14). Ὁ Χριστιανός σταυρώνεται καθημερινά, πρῶτα σταυρώνεται ὡς πρός τόν κόσμο, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι ἔφυγαν ἀπό τήν Αἴγυπτο, καί ἔπειτα σταυρώνεται ὁ κόσμος ὡς πρός αὐτούς, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι στήν ἔρημο ἀγωνίζονταν νά ξεχάσουν καί τήν ἐνθύμηση τῆς Αἰγυπτιώδους ζωῆς.

Ὄχι μόνον τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σταυροαναστάσιμο, ἀλλά καί τό πολίτευμα τῆς Χριστιανικῆς πολιτείας προστατεύεται ἀπό τόν Σταυρό.

ιθ) «Ὀρθόδοξος μοναχισμός ὡς προφητική, ἀποστολική καί μαρτυρική ζωή»

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣΣέ ὅλες τίς Θρησκεῖες παρατηρεῖται ἡ ὕπαρξη μοναχισμοῦ, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ μιά τέλεια κατά τό δυνατόν ζωή, πέρα ἀπό τήν συμβατικότητα. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι συμβιβάζονται μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας χωρίς Θεό, ἐνῶ οἱ ἀπαιτητικοί ἀναζητοῦν τήν τελειότητα αὐτῶν πού ἐπαγγέλλεται ἡ θρησκεία τους.

Μοναχισμός ὑπάρχει καί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού ἀναπτύχθηκε ὡς θεσμός τόν 4ο αἰώνα. Στήν πραγματικότητα ἡ εὐαγγελική ζωή, πού εἶναι ζωή μετανοίας, καταγράφεται στήν Ἁγία Γραφή καί εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τῶν Χριστιανῶν. Τά Εὐαγγέλια, οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί οἱ Ἐπιστολές τους καταγράφουν τόν τρόπο ζωῆς τῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι ζοῦσαν οἱ Χριστιανοί τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες. Ὅταν, ὅμως, μέ τήν κατάπαυση τῶν διωγμῶν ἄρχισε ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τότε ὅσοι ἤθελαν νά ζήσουν στό ἔπακρο τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἐπέλεξαν τόν ἐρημικό βίο, τόν ἀναχωρητισμό, καί ἀργότερα οἱ Πατέρες καί οἱ Σύνοδοι, Τοπικές καί Οἰκουμενικές, ἔθεσαν τίς βάσεις τῆς λειτουργίας τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ὥστε νά μή θεωρηθῆ ὡς μιά ἀναρχική ζωή.

Στήν βάση του ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός εἶναι ἡ προφητική, ἡ ἀποστολική καί ἡ μαρτυρική ζωή, γιατί προϋποθέτει τήν ὁλοκληρωτική ἀφιέρωση τοῦ μοναχοῦ στόν Χριστό, τήν θυσία καί τήν προσφορά, τήν μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτόν τόν μοναχισμό ἔζησαν οἱ Πατέρες στό Ἅγιον Ὄρος, στήν Παλαιστίνη, στήν Αἴγυπτο, στό Ὄρος Σινᾶ. Οἱ ὀρθόδοξοι μοναχοί ζοῦν στήν πράξη τίς τρεῖς μοναχικές ἀρετές, ἤτοι τήν ὑπακοή, τήν παρθενία καί τήν ἀκτημοσύνη, πού συνδέονται μέ τίς τρεῖς ἀποταγές, τούς τρεῖς σταυρούς καί τίς τρεῖς γεννήσεις. Οἱ ὀρθόδοξοι μοναχοί ἀκολουθοῦν τό ἀρνίον τῆς Ἀποκαλύψεως πού ὁδεύει στόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση.

Ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός διαφέρει σαφέστατα ἀπό τόν δυτικό-φράγκικο μοναχισμό, ὁ ὁποῖος συνδέθηκε μέ σταυροφορίες καί πολιτικές σκοπιμότητες. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οἱ μοναχοί ἀγωνίζονται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά σωθοῦν, γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος τῆς σωτηρίας, ἐνῶ οἱ δυτικοί μοναχοί, ὅπως ἐμφανίσθηκαν στήν ἱστορία μέ τήν ἵδρυση τῶν μοναχικῶν ταγμάτων, προσπάθησαν νά σώσουν τήν Ἐκκλησία, καί ἐν πάσῃ περιπτώσῃ τίθενται στήν ὑπηρεσία τῶν ἱεραποστολικῶν καί διπλωματικῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Βατικανοῦ.

Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι καί οἱ μοναχοί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ἐκκοσμικεύονται καί δέν ἀλλοτριώνονται.  Ὑπάρχουν μοναχοί πού ἔχουν ἐκδυτικοποιηθῆ καί ἔχουν ἀπωλέσει τήν ὀρθόδοξη ἀσκητική, δηλαδή δέν μετέχουν τῆς Προφητικῆς, Ἀποστολικῆς καί μαρτυρικῆς ζωῆς.

Ἡ Ἐκκλησία, διά τῶν Πατέρων ἀνέπτυξε ὅλη τήν παράδοση τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ὁπότε ἐκεῖνο πού εἶναι ἀπαραίτητο σήμερα εἶναι ἡ ἐφαρμογή της, τό «καιρός τοῦ ποιῆσαι».

κ) «Παλαιά καί Νέα Ρώμη»

ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΡΩΜΗἩ Ἐκκλησία, πού ἄρχισε τήν ζωή της ὡς Σῶμα Χριστοῦ τήν Πεντηκοστή στά Ἱεροσόλυμα, ἐπεκτάθηκε σέ ὅλα τά μέρη τῆς τότε Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί ἔφθασε μέχρι τήν Πρωτεύουσά της τήν Ρώμη. Ἐκεῖ δίδαξαν καί μαρτύρησαν οἱ δύο πρωτοκορυφαῖοι Ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος.

Στήν ἀρχή οἱ Ρωμαῖοι Αὐτοκράτορες ἀντέδρασαν στήν νέα διδασκαλία, τήν θεώρησαν ὡς παράνομη θρησκεία, διότι δέν δεχόταν τήν λατρεία τοῦ Αὐτοκράτορα, καί ἀκολούθησαν οἱ μεγάλοι διωγμοί μέχρι ἀρχές τοῦ 4ου αἰῶνος. Τότε, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μέ τό διάταγμα τῶν Μεδιολάνων ἐπέβαλε τήν ἀνεξιθρησκεία καί ὁ ἴδιος ἀσπάστηκε τόν Χριστιανισμό, ἀκολούθησαν δέ καί ἄλλοι Ρωμαῖοι ἀξιωματοῦχοι. Ἔτσι, ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἔγινε Χριστιανική.

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, γιά λόγους πολιτικούς, μετέφερε ὄχι μόνον τήν πρωτεύουσα, ἀλλά ὅλη τήν πόλη μέ τίς ἀρχές καί ὅ,τι σημαντικό ὑπῆρχε στήν Ρώμη, στήν πολίχνη πού λεγόταν Βυζάντιο, τήν ὁποία ὀνόμασε Νέα Ρώμη καί ἀργότερα ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ ἱδρυτοῦ της καί ὀνομάσθηκε Κωνσταντινούπολη. Ἔτσι ἄρχισε ἡ Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, πού μεγαλούργησε. Ἐκκλησιαστικά, παρέμεινε ἡ διάκριση μεταξύ Παλαιᾶς καί Νέας Ρώμης.

Μέχρι τόν 9ο αἰώνα ὑπῆρχε κοινή παράδοση καί θεολογία μεταξύ τῶν Πατέρων τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Ρώμης, μέ ἐξαίρεση μερικές ἀπόψεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ὁ ὁποῖος δέν γνώριζε ἑλληνικά καί δέν μποροῦσε νά παρακολουθήση τήν συζήτηση πού γινόταν μεταξύ τῶν Πατέρων καί τῶν αἱρετικῶν. Πάντως, συνεκλήθησαν ὀκτώ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, στίς ὁποῖες συμμετεῖχαν καί ἀντιπρόσωποι τοῦ Πάπα, γιά νά λύσουν διάφορα θεολογικά ζητήματα πού εἶχαν ἀνακύψει. Μέχρι τόν 8ο αἰώνα ὑπῆρχε κοινή παράδοση καί αὐτό φαίνεται, ἐκτός τῶν ἄλλων, στό βιβλίο «Διάλογοι» τοῦ μεγάλου Πάπα τῆς Παλαιᾶς Ρώμης Γρηγορίου τοῦ ἐπωνομαζομένου Διαλόγου.

Ἀπό τόν 6ο  αἰώνα ἐμφανίσθηκαν διάφορα γερμανικά φῦλα, πού κατέβαιναν ἀπό τόν βορρᾶ, στά δυτικά μέρη τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί κατελάμβαναν διάφορες περιοχές. Οἱ Φράγκοι, ἕνα γερμανικό φύλο, ἀπό τόν 8ο αἰώνα ἄρχισαν νά κατεβαίνουν πρός νότο, ἰδίως μέ τόν Καρλομάγνο, καί κατέλαβαν σταδιακά ὁλόκληρο τό δυτικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καί ἵδρυσαν τήν ἁγία Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους. Ὑπῆρξαν ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῶν Ρωμαίων Αὐτοκρατόρων, ἀλλά δέν κατορθώθηκε τελικά ἡ ἀποσόβηση τοῦ κινδύνου ἀπό τούς Φράγκους.

Πάντως, μέ τήν πολιτική διαφοροποίηση τοῦ δυτικοῦ τμήματος ἀπό τό ἀνατολικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἐπῆλθε καί ἡ θεολογική διαφοροποίηση, ἡ ἀπόκλιση ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ἀνάπτυξη τῆς σχολαστικῆς θεολογίας καί ἡ διαφορετική ἐξέλιξη τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τίς ἀνάλογες ἀντιδράσεις.

Καί ἡ Νέα Ρώμη δέχθηκε πολλές ἐπιθέσεις ἀπό Βορρᾶ καί ἀπό Ἀνατολάς, ἀλλά παρέμεινε πιστή στήν θεολογία τῶν Πατέρων, παρά τήν τελική ὑποδούλωσή της στούς Τούρκους. Ὅμως, καί στήν Ἀνατολική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία εἰσέδυσαν τά ἐσφαλμένα θεολογικά ρεύματα τῆς δύσεως.

Μεταξύ Παλαιᾶς καί Νέας Ρώμης ὑπῆρξε ἀπόκλιση, ἀλλά καί προσπάθειες σύγκλισης, ἔγιναν καί γίνονται διάφοροι διάλογοι, ἀλλά ὅπως φαίνεται τό χάσμα εἶναι βαθύ, ὡς πρός τήν θεολογία καί τόν πολιτισμικό τρόπο ζωῆς.

κα) «Ὀρθόδοξος καί δυτικός τρόπος ζωῆς»

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣὍταν τό δυτικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν ὀρθόδοξη παράδοση τῆς ἑνιαίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἀναπτύχθηκε μιά ἰδιαίτερη θεολογία, πού ἐπηρέασε μέ πολλούς τρόπους καί τόν πολιτιστικό τρόπο ζωῆς. Ἔτσι, μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά Ἀνατολή καί Δύση, ὄχι μόνον ἀπό ἀπόψεως γεωγραφικῆς, ἀλλά κυρίως θεολογικῆς καί πολιτιστικῆς.

Πρόκειται γιά ἕναν διαφορετικό τρόπο ζωῆς, πού φαίνεται στήν θεολογία περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κυρίως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filioqve), στήν δημιουργία τοῦ κόσμου, καί τήν θεολογία τῶν λόγων τῶν ὄντων, στόν γάμο, στήν ἱεραποστολή, στόν τρόπο θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου καί σέ πολλά ἄλλα θέματα. Ἡ θεολογική σκέψη ἐπηρέασε καί τόν τρόπο ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τήν διοργάνωση τῆς κοινωνίας.

Οἱ βασικές διαφορές μεταξύ ὀρθοδόξου καί δυτικοῦ τρόπου ζωῆς εἶναι ὅτι ὁ δυτικός ἄνθρωπος ἔχει κέντρο τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ ὁ ἀνατολικός ἔχει κέντρο τόν Θεό. Ὁ δυτικός ἐπεξεργάζεται τά πάντα λογικά, ἀκόμη καί τά θέματα τοῦ Θεοῦ, καί προσπαθεῖ νά κατανοήση τόν Θεό, ἐνῶ ὁ ἀνατολικός ἔχει ὡς βάση τόν νοῦ πού εἰσέρχεται στήν καρδιά ὅπου ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός. Ὁ δυτικός ἄνθρωπος ὁμιλεῖ γιά τήν ἐξιλέωση τοῦ Θεοῦ καί τήν προσβληθεῖσα δικαιοσύνη Του, καί μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική ἀναλύει τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἑνῶ ὁ ἀνατολικός βλέπει τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἀλλά καί τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό φαίνεται καί στό πῶς οἱ ἄνθρωποι θεωροῦν τήν Ἐκκλησία, τά Μυστήρια, τόν τρόπο προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί στό πῶς ζοῦν στόν καθημερινό βίο.

κβ) «Γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί»

ΓΕΝΝΗΜΑ ΚΑΙ ΘΡΕΜΜΑ ΡΩΜΗΟΙἩ Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ὀνομάσθηκε Ρωμανία καί οἱ κάτοικοί της ὀνομάσθηκαν Ρωμηοί. Ἡ ἔννοια τοῦ Ρωμηοῦ προϋποθέτει τήν συνάντηση μεταξύ Ὀρθοδόξου πίστεως καί Ἑλληνικῆς παραδόσεως. Ρωμηός εἶναι ὁ ὀρθόδοξος πού δέχεται καί βιώνει τήν παράδοση τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων καί αὐτή ἡ παράδοση διατυπώθηκε μέ τήν χρησιμοποίηση τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ὁπότε ὁ Ἑλληνισμός ἀποτέλεσε τό ἔνδυμα, τήν σάρκα τῆς παραδεδομένης ὀρθοδόξου ἀποκαλύψεως.

Παρά τόν ἐκβαρβαρισμό τῆς δύσης μέ τήν κάθοδο τῶν Γερμανικῶν φυλῶν ἐν τούτοις ὑπάρχουν Ρωμηοί καί στήν Δύση, οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέ τήν παράδοση τῶν Πατέρων, τῆς ἀρχαίας κοινῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀλλά καί ὑπάρχουν καί ἄλλοι πού τήν ἀναζητοῦν, ὡσάν νά ἀναζητοῦν τήν πολιτιστική καί πνευματική κληρονομιά τῶν προγόνων τους, πού βρίσκεται στό βάθος τῆς ὑπάρξεώς τους.

Ἔτσι, ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ρωμηῶν καί Φράγκων στήν θεολογία, τόν πολιτισμό καί τήν κοινωνική ζωή. Οἱ Φράγκοι ἐπέβαλαν ἕναν ἄλλο πολιτισμό πού κατέληξε στήν φεουδαρχία καί τόν καπιταλισμό, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται στήν σύγχρονη ζωή. Ἀντίθετα, οἱ Ρωμηοί καλλιέργησαν ἕναν ἄλλον πολιτισμό, ὁ ὁποῖος βασίζεται στήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία.

Οἱ Ρωμηοί εἶχαν καί ἔχουν διαρκῶς πόλεμο ἀπό τούς Φράγκους καί τούς Ὀθωμανούς, τόν δυτικό ἐκκοσμικευμένο Χριστιανικό τρόπο ζωῆς, ἀλλά καί ἀπό τόν ἀνατολικό ἀνθρωποκεντρικό τρόπο ζωῆς. Πάντως, φαίνεται ὅτι σέ πολλά σημεῖα ὑφίσταται μιά στενή σχέση μεταξύ τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, ὅπως στήν διδασκαλία περί ἀπροσίτου Θεοῦ, περί μοναχικοῦ μυστικισμοῦ, κοινωνικοῦ καί ψυχικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, Ἁγίας Γραφῆς, καί τοῦ Κορανίου ὡς λόγου Θεοῦ,  Θεοκρατικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ.

Οἱ γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί διαφέρουν σαφῶς τόσο ἀπό τόν δυτικό Χριστιανισμό, ὅσο καί ἀπό τόν ἀνατολικό Ἰσλαμισμό.

Ἡ θεολογία καί ὁ πολιτισμός τῶν Ρωμηῶν περικλείονται μέσα στήν λέξη «Ἀνατολικά», καί ἑρμηνεύεται μέ τήν φράση «ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή». Δέν πρόκειται γιά τόν γεωγραφικό ὅρο τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά γιά τό πῶς ἐμεῖς ὁρίζουμε τήν Ἀνατολή, πού εἶναι ἡ ἀποκαλυπτική ζωή καί διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, πού δανείσθηκε ὡς σάρκα, τόσο τήν Ἑλληνική φιλοσοφική ὁρολογία, ὅσο καί τό Ρωμαϊκό δίκαιο, γιά τήν διοργάνωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἡ Ρωμηοσύνη δέν διακρίνεται ἀπό τόν Ἐθνικισμό, ἀλλά ἀπό τήν Οἰκουμενικότητα, πού ἀντιπαρατίθεται στούς Φράγκους, στόν ἀνατολικό ἀνθρωποκεντρισμό καί τόν Πανσλαυισμό.

Ἡ Ρωμηοσύνη μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἔχει θαυμαστή ἐπικαιρότητα στήν σύγχρονη φιλοσοφία, ψυχολογία καί κοινωνιολογία.

κγ) «Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος»

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣἩ Νέα Ρώμη ἀποτέλεσε τήν ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τήν ἕδρα ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἑξῆς προσέλαβαν τό διοικητικό σύστημα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Κατ’ ἀρχήν εἰσήγαγαν τό Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως στήν Ἐκκλησία, καί στήν συνέχεια διαμορφώθηκε ἡ Πενταρχία, πού ἦταν ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν πέντε μεγάλων Ἐπαρχιῶν Παλαιᾶς Ρώμης, Νέας Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, καί τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ὅταν, ὅμως, ἀποσχίσθηκε ἡ Παλαιά Ρώμη ἀπό τό σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μέ τήν κατάληψή της ἀπό τούς Φράγκους, τότε ἡ Νέα Ρώμη, Οἰκουμενικό Παριαρχεῖο, ἀπέκτησε τό Πρωτεῖο τιμῆς καί διακονίας μέ τό νά ἀναλαμβάνη διάφορες πρωτοβουλίες γιά τήν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Οἰκουμενική, θεωρεῖ δέ τόν Ἐθνικισμό ὡς αἵρεση, γιατί εἶναι διάσπαση τῆς ἑνότητας. Ὅμως, δυστυχῶς, ὁ Ἐθνικισμός, ὡς ἀπόρροια τῶν δυτικῶν κινημάτων, κυρίως τοῦ διαφωτισμοῦ  καί τοῦ ρομαντισμοῦ, εἰσήχθη καί στόν Ὀρθόδοξο χῶρο, μέ τήν συγκρότηση ἀνεξαρτήτων  ἐθνικοτήτων. Αὐτό ἄρχισε μέ τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821, τήν δημιουργία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καί τήν προσπάθεια νά προσδώσουν σέ αὐτό ἐθνική συνείδηση. Ἔτσι, οἱ δυτικοί ἔδωσαν τήν ἐλευθερία στό Κρατίδιο τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ προσδιόρισαν τήν ταυτότητά του, ἤτοι νά συνδεθῆ μέ τήν ἀρχαία Ἐλλάδα, νά προσανατολισθῆ στήν Δύση καί νά ἀποδεσμευθῆ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Στήν πραγματικότητα ἔγινε προσπάθεια νά καταλυθῆ ἡ Ρωμηοσύνη, μέ τήν ὀρθόδοξη, ἐκκλησιαστική καί πολιτική συγκρότηση καί νά ἀποσοβηθῆ κάθε σχέδιο ἐπανασυγκρότησής της.

Τό παράδειγμα τῆς Ἑλλάδος ἀκολούθησαν ὅλες οἱ βαλκανικές λαότητες, οἱ ὁποῖες ἔγιναν ἀνεξάρτητα ἐθνικά Κράτη, πού ἀπέκτησαν καί δικές τους «ἐθνικές» Ἐκκλησίες.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος παρέμεινε σέ σχίσμα ἀπό τό 1833, πού οἱ Βαυαροί ἀνεκήρυξαν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς ἀνεξάρτητη, μέχρι τό ἔτος 1850 πού ἐξεδόθη ὁ Συνοδικός καί Πατριαρχικός Τόμος, μέ τόν ὁποῖο δινόταν ἡ Αὐτοκεφαλία τῆς τότε Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ συγκεκριμένους ὅρους. Ἀργότερα, τό 1866 ἐξεδόθη ἡ Πατριαρχική Πράξη ἐνσωματώσεως στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τῶν Ἰονίων νήσων, κατά ἀφομοίωση. Ἐπίσης τό 1882 ἐξεδόθη ἄλλη Πατριαρχική Πράξη πού παραχωρήθηκαν στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος οἱ Μητροπόλεις τῆς Θεσσαλίας, κατά ἀφομοίωση. Τέλος, τό 1928 ἐξεδόθη Πατριαρχική Πράξη μέ τήν ὁποία παραχωρήθηκαν οἱ λεγόμενες τότε «Νέες Χῶρες», ἤτοι Ἤπειρος, Μακεδονία, Θράκη καί νῆσοι τοῦ βορειοδυτικοῦ Αἰγαίου Πελάγους στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, «ἐπιτροπικῶς».

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὑποχρεωμένη ἀπό τά Συνοδικά καί Πατριαρχικά κείμενα νά σέβεται τούς ὅρους μέ τούς ὁποίους παραχωρήθηκαν οἱ Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σέ αὐτήν.

Στήν περίπτωση αὐτή ἐκτιμᾶται ἡ κένωση καί ἡ αὐτοθυσιαστική ἀγάπη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί ἡ υἱική καί ἀδελφική ἀγάπη τῆς θυγατρός καί ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία πρέπει νά αἰσθάνεται μεγάλη τιμή πού «συνοικεῖ» μέ τό Πρωτόθρονο Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

κδ) «Ποιότητα ζωῆς»

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣΣυνήθως, οἱ ἄνθρωποι ὁμιλοῦν γιά τήν ποιότητα ζωῆς καί ἐννοοῦν τό νά ὑπάρχουν καλές συνθῆκες στήν ζωή μας, τό κοινωνικό σύστημα νά λειτουργῆ καλά, νά ἐπικρατῆ εὐημερία, νά ἔχουν οἱ ἄνθρωποι καλό τρόπο ἐπιβίωσης, ἄνετο σπίτι, καλή ἐργασία, ἀποδοτικό μισθό, ὑγειονομική περίθαλψη, καλά γεράματα κλπ. Συνδέουν, δηλαδή, τήν ποιότητα τῆς ζωῆς μέ τίς καλές συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, καί τήν καλή ἐπιβίωση τοῦ σώματος.

Ὅμως, πέρα ἀπό τήν ποιότητα ζωῆς μέ αὐτήν τήν ἔννοια ὑπάρχει μιά ἄλλη πνευματική ποιότητα ζωῆς, πού συνδέεται μέ τόν Χριστό. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ζῆ ἐν Χριστῷ, νά δέχεται τά πάντα ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ καί νά τά ἀποδίδη στόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Ἐξ ἄλλου πρέπει ὁ ψυχικός κόσμος τοῦ ἀνθρώπου νά βρίσκεται σέ καλή κατάσταση, ἀκόμη καί σέ περιπτώσεις πού οἱ κοινωνικές συνθῆκες δέν εἶναι καλές.

Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀποδίδουμε τήν πνευματική ποιότητα ζωῆς μέ τήν πληρότητα ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος δέν πλάσθηκε γιά νά ζῆ στό ἐνταῦθα καί νά χαίρεται μέ τά ὑλικά καί βιολογικά ἀγαθά, ἀλλά γιά νά ἱκανοποιῆ τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του, πού εἶναι ἡ ἕνωσή του μέ τόν Χριστό. Πρέπει νά ζῆ ἐν Χριστῷ καί νά πεθαίνη ἐν Χριστῷ, νά μήν ἐπιδιώκη τήν εὐτυχία τῶν αἰσθήσεων, ἀλλά τήν ἐλευθερία τῆς ψυχῆς ἀπό ἐξαρτήσεις σέ κοσμικά πράγματα καί ἐφήμερες ἀπολαύσεις. Μέσα του πρέπει νά κυριαρχῆ τό ὅραμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

κε) «Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη κοινωνία»

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΤΟΜΟΣ Β΄Ζοῦμε σέ μιά κοινωνία πού ἐνῶ ἔπρεπε νά εἶναι Χριστιανική, ἀφοῦ κατά διαφόρους βαθμούς οἱ ἄνθρωποι εἶναι Χριστιανοί, κατά πλειοψηφία, ἐν τούτοις εἶναι ἐκκοσμικευμένη, ἀλλοτριωμένη, ἀποστασιοποιημένη ἀπό τόν Θεό. Κυκλοφοροῦν διάφορα ρεύματα ἰδεολογικά, θρησκευτικά, φιλοσοφικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, πού εἶναι ἀντίθετα μέ τό Εὐαγγέλιο πού μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός.

Οἱ Χριστιανοί μας πού εἶναι μέλη τῆς Κοινωνίας καί ποίμνιό μας ἐπηρεάζονται κατά διαφόρους τρόπους καί ἐμεῖς πρέπει νά τούς ποιμαίνουμε. Ἡ ἀποστολή τοῦ Κληρικοῦ σήμερα πρέπει νά διαποτίζεται ἀπό δύο σημεῖα: Τό πρῶτον, νά ὁμολογῆ τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως, καί δεύτερον, νά ποιμαίνη τόν λαό. Ἡ ὁμολογία πρέπει νά γίνεται μέ ἀγάπη, ἀλλά καί διάκριση, καί ἡ ποιμαντική πρέπει νά γίνεται μέ ὑπεύθυνο τρόπο καί μέ προοπτική τήν θεραπεία τῶν ἀνθρώπων καί τῆς κοινωνίας.

Μέ αὐτήν τήν προοπτική κάνουμε λόγο γιά «παρεμβάσεις» καί μάλιστα στήν «σύγχρονη κοινωνία». Ἡ παρέμβαση δέν ἔχει ἐξουσιαστικό τρόπο, ἀλλά ἐνημερωτικό καί θεραπευτικό, ἀφοῦ ἡ σύγχρονη κοινωνία εἶναι διαφορετική ἀπό τήν κοινωνία ἄλλων ἐποχῶν.

Ἐπειδή ἡ κοινωνία συνεχῶς μεταλλάσσεται, γι’ αὐτό ἡ ποιμαντική γίνεται στόν ἰδιαίτερο χρόνο καί τόπο, εἶναι μιά παρέμβαση «ἐνιαύσια». Πρόκειται γιά σειρά βιβλίων στά ὁποῖα δημοσιεύονται κείμενα, πού ἐγράφησαν κάθε ἔτος.

Ἡ ποιμαντική τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου πρέπει νά γίνεται κενωτικά, κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ» (Φιλ. β΄, 7-8). Ὁ κενωτικός λόγος εἶναι κατ’ ἐξοχήν θεολογικός, ὁ θεολογικός λόγος εἶναι προφητικός, καί ὁ προφητικός λόγος εἶναι τρυφερός κατά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ στόν Προφήτη Ἡσαΐα «παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τόν λαόν μου» (Ἡσ. μ΄, 1).

Ὁ ἀφοριστικός λόγος, οἱ ἐπιθετικές ἐκφράσεις δέν ἔχουν θέση σέ μιά ὀρθόδοξη παρεμβατική  ποιμαντική. Οὐσιαστικά, κάθε λόγος πρέπει νά εἶναι θεραπευτικός πού ὁδηγεῖ πρός ἐκκλησιασμό, σύμφωνα μέ τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου. Ὁ τραυματισμένος σύγχρονος ἄνθρωπος δέχεται τό λάδι καί τό κρασί στίς πληγές, προσλαμβάνοντας στοιχεῖα ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεραπευτική καί ὁδηγεῖται στήν Ἐκκλησία, τό πνευματικό αὐτό θεραπευτήριο ὅπου ἰατρεύονται οἱ πληγές του.

Ἡ παρέμβαση στήν σύγχρονη κοινωνία γίνεται μέ ὅρους καί μεθόδους ἰατρικούς.

κστ) «Ἀποστολή καί ἱεραποστολή στήν Μέση Ἀνατολή»

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗἩ ἱεραποστολή εἶναι τό ποιμαντικό γνώρισμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Κληρικῶν της. Ἡ ἱεραποστολή ἔχει δύο ἐκφράσεις, ἤτοι ἱεραποστολή σέ ἀλλοθρήσκους, ἀλλά καί σέ ὁμοθρήσκους, στό ἐσωτερικό καί τό ἐξωτερικό.

Ἡ ἀποστολή καί ἰεραποστολή μου στήν Μέση Ἀνατολή, τόν Λίβανο καί τήν Συρία, εἶχε σκοπό τήν διδασκαλία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης στούς Ἀραβοφώνους Ρωμηούς, καί τήν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῆς Ἠθικῆς καί τῆς Βιοηθικῆς στούς φοιτητές τῆς Μπελεμεντείου Θεολογικῆς Σχολῆς «ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός» στόν Βόρειο Λίβανο, συγχρόνως ἦταν ἀποστολή παρηγορίας στούς ἀραβοφώνους Ρωμηούς, πού ὑπέφεραν ἀπό τά δεινά τῆς δικτατορίας στήν Συρία καί τόν ἐμφύλιο πόλεμο στόν Λίβανο.

Ὁ πόλεμος εἶναι μιά τραγωδία γιά τόν ἄνθρωπο, τήν κοινωνία καί τήν Ἐκκλησία. Μέ τόν πόλεμο τραυματίζεται ἡ ἑνότητα τῶν λαῶν, δημιουργεῖται ἡ πείνα, οἱ ἄνθρωποι δοκιμάζουν τόν θάνατο ἀγαπητῶν τους ἀνθρώπων, ἡ Ἐκκλησία βλέπει τήν ἀποτυχία τῶν ἀνθρώπων νά ζήσουν σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Γενικά, ὁ κάθε μορφῆς πόλεμος εἶναι μιά τραγική κατάσταση γιά τούς ἀνθρώπους, τούς λαούς  καί τήν Ἐκκλησία.

Ἡ ἱεραποστολή ἑνός Κληρικοῦ στήν Μέση Ἀνατολή, ὅπου κατοικοῦν Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί ὅλων τῶν ἀποχρώσεων καί ἀποκλίσεων, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἔχει ποικίλους σκοπούς: νά παρηγορήση τούς ἀνθρώπους, νά τούς βοηθήση νά ξεπεράσουν τά τεράστια ὑπαρξιακά ἐρωτήματα πού ἀναφύονται, νά προσφέρη θεραπευτικό λόγο, νά σκορπᾶ τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, προσφέροντας ἐλπίδα καί νά συμβάλη ὅσο εἶναι δυνατόν στήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στίς περιοχές πού ταλαιπωροῦνται. 

Ὁ Κληρικός, ἔχοντας ἐφόδιο τόν θεραπευτικό θεολογικό λόγο, μακρυά ἀπό ἐθνικές σκοπιμότητες, εἰσέρχεται σέ μιά πληγωμένη περιοχή καί ἐπιδιώκει νά φέρη πρωτίστως εἰρήνη στίς καρδιές. Κάθε ποιμαντική ἀποστολή καί ἱεραποστολή εἶναι πορεία μέσα σέ πληγή γεμάτη αἵματα, πόνους καί τραύματα. Ἔτσι, ὅμως, καταλαβαίνει καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦλθε σέ μιά τραυματισμένη κοινωνία-ἀνθρωπότητα, γιά νά τῆς μεταγγίση τήν ζωή καί νά τῆς προσφέρη τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, ἐκδιώκοντας κάθε ἀπόγνωση καί ἀπελπισία.

κζ) «Βιοηθική καί βιοθεολογία»

ΒΙΟΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΘΕΟΛΟΓΙΑἩ Ἐκκλησία ἕνα ἀπό τά θέματα πού καλεῖται νά ἀντιμετωπίση, στήν ἐποχή πού ζοῦμε, εἶναι ἐκεῖνα πού προέρχονται ἀπό τήν ἐπιστήμη, καί κυρίως ἀπό τήν ἐπιστήμη τῆς βιολογίας, ἡ ὁποία ἀγγίζει τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖο συνδέεται στενά μέ τήν ψυχή, καί ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἐπιστήμης πρέπει νά γίνεται μέσα ἀπό τίς βασικές ἀρχές τῆς θεολογίας.

Ἡ βιολογία εἶναι ἡ ἐπιστήμη πού μελετᾶ καί ἐρευνᾶ τό φαινόμενο τῆς ζωῆς καί τούς ζωντανούς ὀργανισμούς. Ἕνας ἀπό τούς κλάδους τῆς βιολογίας εἶναι ἡ γενετική πού μελετᾶ τήν κληρονομικότητα, ἡ ὁποία προσεγγίζεται μέσα ἀπό τήν μελέτη τῆς δομῆς, τῆς λειτουργίας καί τῆς ἐξέλιξης τῶν γονιδίων ὡς βάση τῆς ποικιλότητάς τους. Σήμερα, γίνεται λόγος γιά τήν σύνδεση τῆς μοριακῆς γενετικῆς μέ τήν γενετική μηχανική. Αὐτός ὁ συνδυασμός τῶν δύο ἐπιστημῶν ἔφερε μιά ἐπανάσταση στήν σύγχρονη βιολογία, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθῆ μιά νέα ἐπιστήμη, πού λέγεται βιοηθική.

Ἡ ἐπιστήμη τῆς βιοηθικῆς συνδυάζει τίς βιολογικές γνώσεις μέ τίς ἀνθρωπιστικές ἐπιστῆμες, γιατί διαπιστώθηκε ὅτι ἡ σύγχρονη γενετική μηχανική δίνει δυνατότητες ἀνασυνδιασμοῦ τοῦ DNA καί οἱ ἐπιστήμονες ἀποκτοῦν μιά μορφή ἐξουσίας πάνω στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων μέ τόν χειρισμό τῶν γονιδίων του. Ἔπρεπε, λοιπόν, νά ὑπάρχουν μερικοί κανόνες, ὥστε νά μήν ἐπέλθη ὁ λεγόμενος γενετικός μολυσμός καί ἡ καταστροφή τῆς βιολογικῆς ζωῆς καί τῆς φύσεως. Ἔτσι, ἡ ἐπιστήμη θέτει ἡ ἴδια ὅρια στήν ἔρευνά της μέ σκοπό νά βοηθήση τούς ἀνθρώπους καί νά μή τούς βλάψη.

Ἡ ἐπιστήμη τῆς βιοηθικῆς ἀσχολεῖται μέ θέματα πού συνδέονται μέ τήν ἀρχή τῆς ζωῆς, ἤτοι τήν χαρτογράφηση τοῦ ἀνθρωπίνου γονιδιώματος, τήν κλωνοποίηση, τίς ἔρευνες στά βλαστοκύτταρα, στίς ἀναπαραγωγικές λειτουργίες· μέ τήν συνέχιση τῆς ζωῆς, ἤτοι μετάγγιση αἵματος, μεταμοσχεύσεις ὀργάνων, κυτταρικές καί γονιδιακές θεραπεῖες· καί μέ τό τέλος τῆς βιολογικῆς ζωῆς, ἤτοι τήν εὐθανασία  καί τίς Μονάδες Ἐντατικῆς θεραπείας.

Φαίνεται, ὅμως, ὅτι δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἐπιστήμη τῆς βιοηθικῆς γιά νά ἀντιμετωπίση ὅλα τά θέματα πού προκύπτουν, γι’ αὐτό καί χρειάζεται ἡ βοήθεια τῆς βιοθεολογίας, ἡ ὁποία δέν ἀρκεῖται στό νά δίνη μερικές συμβουλές γιά τήν ἀντιμετώπιση ἐπί μέρους βιοηθικῶν προβλημάτων, ἀλλά ἀντιμετωπίζει ὅλα τά θέματα μέσα ἀπό τόν σκοπό τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη θεολογία. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ἄλογο ἤ ἔλλογο ζῶο, ἀλλά εἶναι «ὅν θεούμενον», πού δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό καί ἔχει ὁρμή πρός τόν Θεό, γι’ αὐτό καλεῖται θεούμενος.

Ἔτσι, ὁ συνδυασμός βιοηθικῆς καί βιοθεολογίας εἶναι ἀπαραίτητος γιά τήν ἀντιμετώπιση ὅλων τῶν βιολογικῶν προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου.

κη) «Ἡ ζωή μετά τόν θάνατον»

Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟὉ φιλόσοφος Πλάτων ἔκανε τήν διάκριση μεταξύ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καί φύσει θνητοῦ σώματος, ὅτι, δηλαδή, ἡ ψυχή ἦταν ἀθάνατη ἐκ φύσεως, προϋπῆρχε στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν καί μετά πού κινήθηκε κλείσθηκε στό σῶμα γιά νά τιμωρηθῆ. Ὁπότε, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα καί ἡ ἐπάνοδός της στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν. Σέ αὐτήν τήν προοπτική ἐκινοῦντο καί οἱ Νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι. Ὁ Ἀριστοτέλης ἔκανε λόγο γιά ποιητική ψυχή πού εἶναι ἀθάνατη καί γιά ἀτομική ψυχή πού εἶναι θνητή.

Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ἡ ψυχή δέν προϋπῆρχε τοῦ σώματος, ἀλλά δημιουργήθηκε ταυτόχρονα μέ τό σῶμα, δέν εἶναι ἄκτιστη, ἀλλά κτιστή, καί γι’ αὐτό γίνεται λόγος γιά ζωή. Ἡ ψυχή συνδέεται στενά μέ τήν ζωή καί αὐτή δίνει ζωή στό σῶμα. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε τό τέλος τῆς ἀτομικῆς ψυχῆς, οὔτε εἶναι ἔξοδος τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς ἀπό τό φύσει θνητό σῶμα, προκειμένου νά ἐπιστρέψη στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν. Γι’ αὐτό κάνουμε λόγο γιά τήν ζωή μετά τόν θάνατο.

Ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ, καί δέν εἶναι τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα πού γίνεται μέ τήν βούληση τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωρινός, ἀφοῦ θά ἀκολουθήση ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων, καί ἡ ψυχή δέν εἶναι ἐκ φύσεως ἀθάνατη, ἀφοῦ κάθε κτιστό ἔχει ἀρχή καί τέλος, ἀλλά ὁ Θεός ἔδωσε τήν ἀθανασία στήν ψυχή κατά Χάριν.

Ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν καταργεῖ τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου, καί ὁ Χριστός μέ τήν ἀνάστασή Του ἔδωσε στόν ἄνθρωπο νά ζήση τήν νέκρωση τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου, καί νά ἐλπίζη στήν μέλλουσα κατάργηση τοῦ θανάτου, μέ τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

Τό θέμα τῆς ζωῆς μετά θάνατον συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση, καί μέ τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση. Κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ἡ Κόλαση καί ὁ Παράδεισος δέν ὑφίστανται ἀπό τήν πλευρά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός ἀγαπᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀδίκους καί δίκαιους, ἀλλά ὁ καθένας θά αἰσθανθῆ διαφορετικά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅπως τό φῶς ἔχει δύο ἰδιότητες, τήν φωτιστική καί τήν καυστική, ἄλλους φωτίζει καί ἄλλους καίει, ἔτσι καί τό θεῖο Φῶς, ἄλλους φωτίζει, καί αὐτό εἶναι ὁ Παράδεισος, καί ἄλλους καίει, καί αὐτό εἶναι Κόλαση.

Αὐτό προσδιορίζει καί τήν ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποβλέπει στό νά καθαρίζη τόν ἄνθρωπο, νά τοῦ «κατασκευάση» πνευματικό ὀφθαλμό, ὥστε ὅταν δῆ τόν Θεό, ὁ Θεός νά γίνη φῶς καί ὄχι πῦρ, Παράδεισος καί ὄχι Κόλαση. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό «εἶναι» ὁδηγεῖται στό «εὖ εἶναι» καί ἀπό ἐκεῖ πρέπει νά φθάση στό «ἀεί εὖ εἶναι», καί νά ἀποφύγη τό «ἀεί φεῦ εἶναι».

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά ἀναστηθοῦν κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δέν θά δοξασθοῦν ὅλοι. Σέ ὅλους θά γίνη ἀποκατάσταση τῆς φύσεως, ἀλλά δέν θά γίνη ἡ ἀποκατάσταση τῆς θελήσεως, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος μέ τήν δική του θέληση θά ἔχη δημιουργήσει τίς προϋποθέσεις γιά τήν μέθεξη τῆς φωτιστικῆς θείας Χάριτος ἤ τῆς καυστικότητάς της.

Ἡ ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας γίνεται κατά τέτοιον τρόπο, ὥστε ὅταν ὁ ἄνθρωπος θά δῆ τόν Θεό, ὁ Θεός νά γίνη γι’ αὐτόν Παράδεισος καί ὄχι Κόλαση. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τῆς ποιμαντικῆς πού ἐξασκεῖ.

Συμπέρασμα

Οἱ τίτλοι τῶν βιβλίων μου πού ἀναλύθηκαν προηγουμένως εἶναι τά κεντρικά σημεῖα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί θεολογικῆς μου σκέψεως. Ἀποτελοῦν τά ἑρμηνευτικά κλειδιά τοῦ συγγραφικοῦ καί λοιποῦ ἔργου μου μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι, οἱ τίτλοι πού κατά καιρούς χρησιμοποίησα στά ἔργα μου κωδικοποιοῦν τήν θεολογική μου σκέψη.

Βεβαίως, τά βιβλία πού ἐκδόθηκαν δέν περιορίζονται στά βιβλία πού ἀνεφέρθησαν πιό πάνω, γιατί ὑπάρχουν καί ἄλλα βιβλία μέ ἄλλους τίτλους, ἀλλά νομίζω ὅτι τό ἐννοιολογικό περιεχόμενο ὅλων τῶν βιβλίων συνδέεται μέ τό περιεχόμενο αὐτῶν πού ἀναλύθησαν πιό πάνω. Μπορεῖ κανείς νά δῆ τό σύνολο τῶν ἐκδοθέντων βιβλίων στόν κατάλογο πού παρατίθεται στό τελευταῖο βιβλίο πού ἐκδόθηκε.

Πάντως, ἀπό ὅσα ἀναφέρθησαν γίνεται σαφές ποιό εἶναι τό ἐκκλησιαστικό πλαίσιο στό ὁποῖο κινοῦμαι, ἀναπνέω καί ζῶ. Ἄν σέ μερικά σημεῖα ἀστόχησα στήν ἔκφραση καί τήν διατύπωση, αὐτό ὀφείλεται στίς ἀνθρώπινες ἀτέλειες, καί ζητῶ τήν συγγνώμη τῶν ἀναγνωστῶν μου, κυρίως ζητῶ τό ἔλεος καί τήν συγχώρηση ἀπό τόν Θεό.

Αὐτή εἶναι ἡ θεολογική γνώση, τήν ὁποία ἐπιδίωξα νά κάνω πράξη σέ ὅλη μου τήν ζωή, ἀφοῦ προσπαθοῦσα νά ζῶ σύμφωνα μέ αὐτήν τήν διδασκαλία, ὅσο μποροῦσα, καί μέ αὐτήν πορεύομαι πρός τό τέλος τῆς βιολογικῆς μου ζωῆς χωρίς νά κάνω ἐκπτώσεις. 

Φυσικά, ὅταν φθάσω στόν Θεό ἐκεῖ δέν θά ἔχουν ἀξία οἱ ἀπόψεις, καί οἱ διδασκαλίες μου, ἀλλά θά παρουσιασθῆ ἡ ὕπαρξή μου γυμνή ἀπό τά ἐξωτερικά ἐπιχρίσματα, καί ἐκεῖνο πού θά φανῆ θά εἶναι κατά πόσον αὐτή ἡ ἐκκλησιαστική διδασκαλία εἰσῆλθε στό βάθος τῆς καρδιᾶς μου, κατά πόσον ἄναψε τήν ἐσωτερική καρδιακή προσευχή, καί κατά πόσον ὁ νοῦς μου ὡς ἱερεύς τῆς θείας Χάριτος λειτούργησε μέσα στό ἱερό βῆμα τῆς ἔνδον ἐκκλησίας, στό βάθος τῆς πνευματικῆς καρδίας.

Μακάρι ὅλη αὐτή ἡ θεολογία νά γίνη μιά σπίθα ἀναμμένη πού θά καίη καί θά φωτίζη σέ αὐτό τό ἐσωτερικό ἐκκλησάκι. Παρακαλῶ τόν Θεό γι’ αὐτό, γιατί τελικά αὐτό τό ἐσωτερικό φῶς στό ἱερό βῆμα τῆς καρδίας μου θέλω νά εἶναι ἡ μόνη καί πραγματική ἀποσκευή μου μέ τήν ὁποία θά παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσω λόγο τῶν πράξεών μου. Ἐλπίζω δέ ὅτι ὁ Θεός θά μέ κρίνη μέ φιλανθρωπία, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας, τῆς μόνης ἀκαταισχύντου ἐλπίδος τῆς σωτηρίας μου, μετά τόν Σωτήρα Χριστό.

Ὀκτώβριος 2015

  • Προβολές: 162

Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Ἀφετηρία καί ἐξέλιξη τῆς συγγραφικῆς μου δραστηριότητας

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Τά βιβλία πού μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ συνέγραψα, κατά καιρούς, θεωρῶ ὅτι εἶναι εὐλογία τοῦ Γέροντός μου ἁγίου Καλλινίκου Μητροπολίτου Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας. Ὅμως, ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά ἀναπτυχθῆ μέσα μου ἡ κατά Θεόν φιλοπονία καί ἡ γνωριμία μέ ἰδιαίτερες Σχολές μαθητείας, πρίν πορευθῶ στήν Ἔδεσσα καί χειροτονηθῶ Διάκονος καί Πρεσβύτερος ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Ἐδέσσης ἅγιο Καλλίνικο. 

Στήν συνέχεια ἀφ’ ἑνός μέν θά περιγράψω τό ἔργο, κατά τήν διαμονή μου σέ ἕξι πόλεις, ἀφ’ ἑτέρου δέ θά καταγράψω τά βασικά σημεῖα τῶν περιεχομένων τους.

1. Οἱ ἕξι πόλεις διαμονῆς

Ἀπό τήν μικρή μου ἡλικία μέχρι σήμερα ἔμενα σέ διάφορες πόλεις, οἱ ὁποῖες, κατά διαφόρους τρόπους ἐπέδρασαν ἐπάνω μου καί μοῦ ἔδωσαν τά στοιχεῖα πού μέ καθόρισαν στήν μετέπειτα ἐξέλιξή μου. Θά τίς ἀναφέρω κατά χρονολογική σειρά.

Ἰωάννινα 1945-1959

Γεννήθηκα στά Ἰωάννινα (Γιάννενα) Πρωτεύουσα τῆς Ἠπείρου καί ἐκεῖ ἔζησα μέχρι τά δεκατέσσερα χρόνια μου.

Ἡ νηπιακή καί παιδική ἡλικία παίζει σημαντικό ρόλο στήν διαμόρφωση τοῦ χαρακτήρα καί τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Τά βιώματα τῶν ἡλικιῶν αὐτῶν μᾶς καθορίζουν στήν μετέπειτα ἐξέλιξή μας. Εἶχα, ὄντως, ὑγιῆ πρότυπα.

Τό οἰκογενειακό μου περιβάλλον διαπνεόταν ἀπό ὀρθόδοξες ἐκκλησιαστικές ἀρχές. Ἡ μητέρα μου διακρινόταν ἀπό τήν παραδοσιακή εὐσέβεια, ἦταν ἄνθρωπος προσευχῆς, πίστεως, ὑπομονῆς καί θυσιαστικῆς ἀγάπης. Ὁ πατέρας μου ἦταν φιλοκαλικός, ζοῦσε ὡς ἡσυχαστής, κατά Παπαδιαμαντικό τρόπο (ὅπως ὁ Παπαδιαμάντης), μέ τά ἀσκητικά του βιβλία, κυρίως τήν Κλίμακα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Σιναΐτου, τό Γεροντικό καί εἶχε φιλοκαλικό πνεῦμα.

Ἀπό τήν μικρή μου ἡλικία οἱ γονεῖς μου μέ συνέδεσαν μέ τήν Ἐκκλησία, τό Ἱερό Βῆμα ὡς ἱερόπαιδα καί τό Ἀναλόγιο τῶν ἱεροψαλτῶν, ἔμαθα νά ψάλλω καί νά συμμετέχω στίς Ἱερές Ἀκολουθίες, καί στά Κατηχητικά Σχολεῖα.

Ὁ πρῶτος μου πνευματικός πατέρας, ὁ τότε Ἱεροκήρυκας Ἰωαννίνων Ἀρχιμ. Σεβαστιανός Οἰκονομίδης, καί μετέπειτα Μητροπολίτης, Δρυϊνουπόλεως Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης, μοῦ ἔδειξε πολλή ἀγάπη καί καλοσύνη.

Σέ αὐτό τό περιβάλλον πού μεγάλωσα ἔζησα τήν αὐθεντική ἐκκλησιαστική ζωή, μέ ἀγάπη καί ἐλευθερία καί εἶχα ἐκκλησιαστικές βάσεις.

Ἀγρίνιο 1959-1963

Ἀπό τήν ἠλικία τῶν 14 ἐτῶν βρέθηκα στό Ἀγρίνιο, ὅπου τελείωσα τήν Μέση Ἐκπαίδευση, τίς τέσσερες τάξεις τοῦ Ἑξαταξίου Γυμνασίου, μένοντας σέ ἕνα Χριστιανικό Οἰκοτροφεῖο. Ἐκεῖ πέρασα τήν ἐφηβεία σέ μιά καλή ἀτμόσφαιρα, χωρίς ἰδιαίτερες ψυχολογικές διαταραχές.

Στό Οἰκοτροφεῖο κάναμε πρωϊνή καί βραδινή προσευχή, ἁγιογραφικό ἀνάγνωσμα κάθε πρωϊ καί ὁ τότε Διευθυντής τοῦ Οἰκοτροφείου κ. Ἠλίας Ξένος, ἀργότερα Ἀρχιμ. Σπυρίδων Νεοσκητιώτης Ἁγίου ‘Ὄρους, μᾶς διάβαζε ἀπό τό βιβλίο  «Ἀόρατος πόλεμος» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, πού μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση.

Στό Ἀγρίνιο συμμετεῖχα ἔντονα στά Κατηχητικά Σχολεῖα, δίδασκα ἐκκλησιαστική κατήχηση στά παιδιά τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, συμμετεῖχα σέ Κατασκηνώσεις καί σέ ἄλλες ἐκδηλώσεις, ἄρχισα νὰ μαθαίνω τήν ἐκκλησιαστική μουσική, καί γενικά εἰσῆλθα βαθύτερα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. 

Τὸ κυριότερο εἶναι ὅτι στό Ἀγρίνιο γνώρισα τόν τότε Πρωτοσύγγελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Ἀρχιμ. Καλλίνικο Ποῦλο, ὁ ὁποῖος ὅταν ἀργότερα ἐξελέγη Μητροπολίτης Ἐδέσσης Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας, μέ κάλεσε νά πάω κοντά του, μέ χειροτόνησε σέ Διάκονο καί Πρεσβύτερο, μέ χειροθέτησε σέ Ἀρχιμανδρίτη καί Ἐξομολόγο, καί ἀξιώθηκα νά ζήσω γιά δεκαπέντε χρόνια μέ ἕναν Ἅγιο, τόν ἅγιο Καλλίνικο.

Ἔτσι στὰ Ἰωάννινα καὶ τὸ Ἀγρίνιο γνώρισα ἔντονα τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ, ἡ ὁποία μὲ ἐπηρέασε πολὺ, μὲ διαμόρφωσε ἐκκλησιαστικά, καὶ ἔλαβα τὴν ἀπόφαση νὰ σπουδάσω τὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη.

Θεσσαλονίκη 1964-1968

Ὡς φοιτητής, μένοντας στό Φοιτητικό Οἰκοτροφεῖο «Ἀπόστολος Παῦλος», Θεσσαλονίκης, εἶχα ἐξοικειωθῆ μέ τά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης, διότι κάθε ἡμέρα μετά τήν πρωινή προσευχή καί πρίν τό πρωινό ρόφημα εἶχαμε ἁγιογραφική ἀνάγνωση.

Ὡς φοιτητής στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης ἦλθα σέ ἐπαφή μέ Δογματικά, λειτουργικά, ἱστορικά, ποιμαντικά, κανονικά κείμενα, κυρίως, ὅμως, μέ πατερικά κείμενα, μέ τόν τότε καθηγητή μου Διεθνοῦς ἀκτινοβολίας Πατρολόγο Παναγιώτη Χρήστου.

Ἡ ἐπικοινωνία μου μέ τόν καθηγητή αὐτόν μέ ἐξοικείωσε μέ τά κείμενα τῶν Πατέρων ὅλων τῶν αἰώνων. Ἡ Πατρολογία μᾶς ἀποκάλυπτε τό βιογραφικό τῶν ἁγίων Πατέρων, τήν ἐργογραφία τους καί τήν διδασκαλία τους.

Τό «Πατερικόν Ἐγχειρίδιον, συλλογή πατερικῶν κειμένων», τόμος Α΄, πού μᾶς ἐδόθη γιά μελέτη καί ἐξέταση εἶχε τά βασικά στοιχεῖα τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, ἀπό τόν 1ο αἰώνα μέχρι τόν 5ο αἰώνα, δηλαδή τμήματα ἀπό τήν Διδαχή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, μέχρι κείμενα τοῦ ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς. Μεταξύ τῶν κειμένων συγκαταλέγονται κείμενα τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων καί τῶν Πατέρων τοῦ 4ου αἰῶνος, Μεγάλου Ἀθανασίου, ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Μεγάλου Βασιλείου, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου κ.ἄ.

Ἡ ἐπιλογή τῶν κειμένων αὐτῶν μᾶς ἔδωσε τήν δυνατότητα νά ἀποκτήσουμε γνώση τῶν βασικῶν σημείων τῆς πατερικῆς παραδόσεως.

Εἰδικά, εἶχα τήν ἐξαιρετική εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά ἐπιλεγῶ μεταξύ μιᾶς ὁμάδος ὀκτώ φοιτητῶν νά συμμετάσχουμε σέ ἕνα πρόγραμμα καταγραφῆς τῶν χειρογράφων τῶν Βιβλιοθηκῶν τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καί ἡ παραμονή μου στό Ἅγιον Ὄρος γιά μεγάλο χρονικό διάστημα μέ ἔφερε σέ ἐπαφή μέ τήν πνευματική καί λειτουργική παράδοσή του.

Μέ ἀφορμή τό πρόγραμμα αὐτό μέ ἐπέλεξε ὁ ἴδιος ὁ καθηγητής νά ἐντοπίσω τά χωρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τά ὁποῖα χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στά κείμενά του πού τότε ἑτοίμαζε μέ ἐπιστημονική ὁμάδα γιά τήν κριτική τους ἔκδοση. Ἔτσι, μελέτησα ἐπισταμένως ὅλα τά κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί πολλά κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γιά νά εἰσέλθω στήν διδασκαλία τους.

Αὐτή ἡ φοιτητική ἀναστροφή μου μέ τήν πατερική θεολογία μοῦ ἔδωσε τό ἔναυσμα γιά νά συνεχίσω καί ἀργότερα τήν ἐντρύφησή μου στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, κυρίως τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (Μεγάλου Βασιλείου, ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου), τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καί ὅλων τῶν Φιλοκαλικῶν Πατέρων. Συνέλεξα περίπου 20.000 πατερικά χωρία πού συνέλεξα, τά ὁποῖα μέ βοήθησαν στήν μετέπειτα συγγραφική μου δραστηριότητα.

Πέρα ἀπό τήν ἐντρύφησή μου στά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης στά Οἰκοτροφεῖα στά ὁποῖα διέμενα καί στά πατερικά βιβλία κατά τήν φοίτησή μου στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης εἶχα τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά ἐπισκέπτομαι πολύ τακτικά τό Ἅγιον Ὄρος, τά Κοινόβια Μοναστήρια, τίς Σκῆτες, τήν Ἔρημο, καί νά συναντῶ ἁγιορεῖτες Πατέρες πού μοῦ μετέδιδαν τήν ἡσυχαστική ζωή καί παράδοση. 

Ὅλα αὐτά πού ἐγράφησαν συνοπτικῶς ἦταν τό ἔναυσμα καί τό περιεχόμενο τῶν πολλῶν βιβλίων πού ἀξιώθηκα νά γράψω. Μᾶλλον, ὁ Θεός βοήθησε καί ἐγώ ἀνταποκρίθηκα.

Ἔδεσσα 1969 - 1987

Αὐτό τό βιβλικό πατερικό «ὁπλοστάσιο», ὅταν πῆγα στήν Ἔδεσσα ὁ ἅγιος Γέροντάς μου τό σεβάστηκε καί δέν μοῦ ἀνέθεσε διοικητική θέση, ἀλλά τό ἔργο τοῦ Ἱεροκήρυκος γιά νά ἀξιοποιήσω ὅλο αὐτό τό ἐρευνητικό ἔργο πού ἔκανα καί συνέχιζα νά κάνω.

Συγχρόνως, ὁ ἴδιος μέ εἰσήγαγε στήν ὁμιλητική καί στήν λειτουργική ζωή, τήν ἐξομολογητική, καί συγχρόνως μοῦ ὑπέδειξε νά διαβάζω τά ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὁ ὁποῖος συνέλεξε τά ἐκλεκτότερα ἄνθη ἀπό τόν λειμῶνα τῆς βιβλικοπατερικῆς παραδόσεως καί ἔτσι ὁλοκλήρωσα κατά κάποιον τρόπο τήν ἔρευνά μου στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, στήν Ἔδεσσα, μετά τήν Θεσσαλονίκη, ἐργάσθηκα ὡς Ἱεροκήρυξ, Κατηχητής, Ἀρχηγός Κατασκηνώσεως, Καθηγητής καί Διευθυντής σέ Σεμινάρια Ἱερέων, σέ κηρύγματα, σέ Ἁγιογραφικές Συνάξεις, σέ Εἰσηγήσεις σέ Ἱερατικά Συνέδρια κ. ἄ. Ἀπό ἐκεῖ ξεκίνησε ἡ συγγραφή βιβλίων, ἔχοντας ὅλη αὐτήν τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία καί τήν ἐρευνητική ἐργασία πού προηγήθηκε τήν ὁποία αὔξησα ἀκόμη περισσότερο.

Ἡ πρώτη ἀπασχόλησή μου ἦταν τό κήρυγμα πού τό ἐπιμελήθηκα πολύ, καί μέ τήν παρακολούθηση καί μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Γέροντός μου ἁγίου Καλλινίκου, Μητροπολίτου Ἐδέσσης Πέλλης καί Ἀλμωπίας.

Ἔτσι, ἔγραψα δύο χρόνια τό γραπτό κήρυγμα πού ἀποστελλόταν ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη στούς Ἱερούς Ναούς καί διαβαζόταν στούς ἐκκλησιαζομένους, ἐκτός καί ἄν ἦταν κάποιος Ἱεροκήρυκας ἤ κατάλληλος ὁμιλητής.

Ὁ ἅγιος Γέροντάς μου, βλέποντας τόν τρόπο πού γράφω, πρότεινε στόν τότε Διευθυντή τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ἐπίσκοπο Ἀνδρούσης Ἀναστάσιο, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλβανίας, καί μοῦ ἀνέθεσε τήν συγγραφή τῆς «Φωνῆς Κυρίου» γιά δύο χρόνια, τά Εὐαγγελικά ἀναγνώσματα πού ἀργότερα ἐξεδόθηκαν μέ τίτλο «Ὀσμή γνώσεως», καί τά Ἀποστολικά ἀναγνώσματα πού ἐξεδόθηκαν μέ τίτλο «Παρακλητικά». Ἀργότερα, αὐτά τά τρία βιβλία ἑνώθηκαν καί ἀπετέλεσαν τό βιβλίο «Ὅσοι πιστοί».

Οἱ θεολογικές θέσεις πού καταγράφονταν στά κηρύγματα αὐτά ἔδωσαν ἀφορμή καί ἐγράφη τό βιβλίο «ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ».

Ἀπό τίς Εἰσηγήσεις πού ἔκανα στά Ἱερατικά Συνέδρια προῆλθαν δύο κείμενα: «Ἀνατολικές θρησκεῖες καί Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», «Ἡ ποιμαντική καθοδήγηση τῶν μετανοούντων κατά τόν Μέγα Βασίλειο».

Ἀπό τά προφορικά ἀπογευματινά κηρύγματα πού ἔκανα στήν Ἔδεσσα προῆλθε τό βιβλίο γιά τόν βίο και τήν πολιτεία τοῦ Προφήτου Σαμουήλ μέ τίτλο «Ὁ Βλέπων».

Ἐκεῖνο τόν καιρό μέ ἐνδιέφερε ἡ θεολογία τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Εἶχα διαβάσει πολλά βιβλία, εἶχα ἐπικοινωνία μέ πολλούς ἀσκητές τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τόν Γέροντα Σωφρόνιο καί κατέγραψα τά βασικά σημεῖα τῆς νοερᾶς εὐχῆς, οὐσιαστικά ἦταν ἐρωτήσεις πού ὑπέβαλα σέ μερικούς ὀνομαστούς ἔμπειρους ἀσκητές καί προῆλθε τό βιβλίο μέ τίτλο: «Μιά βραδιά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους», πού δημοσιεύθηκε ἀνωνύμως μόνον μέ τά ἀρχικά Α.Ι.Β., μέ πρόλογο τοῦ μακαριστοῦ Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. Γεωργίου, ὁ ὁποῖος μέ παρότρυνε νά τό δημοσιεύσω.

Ἀπό τό βιβλίο «Μιά βραδιά στήν ἔρημο τοῦ ἁγίου Ὄρους» «γεννήθηκαν» πολλά ἄλλα βιβλία πού ἐγράφησαν ἀργότερα στήν Ἀθήνα καί στήν Ναύπακτο, ὅπως «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς Ἁγιορείτης», «Ἡσυχία καί θεολογία», «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, βίος καί πολιτεία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου τοῦ ἡσυχαστοῦ καί θεολόγου», «Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁ ἁγιορείτης καί ἡσυχαστής, βίος, πολιτεία καί θεολογία του», καί βιβλία γιά τόν ἅγιο Παΐσιο.

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ἐγράφησαν τά βιβλία «Τό μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ» καί κυρίως τό βιβλίο «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία», τό ὁποῖο προῆλθε ἀπό τήν προσπάθεια νά βοηθήσω τούς ἀνθρώπους πού ἔρχονταν στήν ἐξομολόγηση. Τήν σύνθεσή του τήν  συνέλαβα στό Ἅγιον Ὄρος, ὅταν πῆγα ἕνα διάστημα, μετά τήν ἐκδημία τοῦ ἁγίου Καλλινίκου, ἀλλά τό ἔγραψα στήν Ἔδεσσα.

Αὐτό τό βιβλίο πού ἦταν συνέχεια τῶν προηγουμένων ὑπῆρξε μιά μετάβαση σέ ἄλλον τρόπο ποιμαντικῆς καί διερευνητικῆς ἐργασίας πού ἔχει σχέση μέ τήν σύνδεση μεταξύ τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, τῆς ἡσυχαστικῆς, νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς σύγχρονης ψυχοθεραπείας.

Προκάλεσε πολύ αὐτό τό βιβλίο καί γι’ αὐτό ἀργότερα ὅταν ἤμουν στήν Ἀθήνα ἐγράφησαν μερικά ἄλλα, ὅπως «Θεραπευτική ἀγωγή», «Συζητήσεις γιά τήν Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία», «Ψυχική ἀσθένεια καί ὑγεία», «Ἰατρική ἐν Πνεύματι Ἐπιστήμη», «Ὑπαρξιακή Ψυχολογία καί Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» καί πολλά κείμενα.

Ἀκόμη, ὅσο ἤμουν στήν Ἔδεσσα, μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγίου Καλλινίκου, ὁ Ἄρης Παπαγιάννης, ἐκδότης τῆς Ἐφημερίδας «Πέλλα» μέ παρεκάλεσε νά γράφω ἕνα μικρό ἄρθρο γιά τήν ἑβδομαδιαία Ἐφημερίδα του. Τά ἄρθρα αὐτά συγκεντρώθηκαν καί ἀπετέλεσαν τό βιβλίο «Ποιότητα ζωῆς», καί ὁ τίτλος του ἦταν ἕνα ἀπό τά βασικά πολιτικά συνθήματα τῆς περιόδου ἐκείνης, ἀλλά τό ἀνέλυσα βάσει τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας.

Ἡ συγγραφική μου δραστηριότητα στήν Ἔδεσσα εἶχε ξεκινήσει δειλά καί προχωροῦσε σέ μιά πορεία ἐξελισσόμενη, χωρίς νά τήν σχεδιάζω, ἁπλῶς τήν καθόριζαν τά γεγονότα. Εἶχαν τεθῆ οἱ βάσεις τῶν βιβλίων πού συνέδεαν τήν θεολογία μέ τήν ποιμαντική καί τό κήρυγμα.

Πρίν ἀναχωρήσω ἀπό τήν Ἔδεσσα, μετά τήν ἐκδημία τοῦ ἁγίου Γέροντός μου, δημοσίευσα τό πρῶτο βιβλίο γι’ αὐτόν, πού ἦταν «πρωτόλειο» μέ τίτλο «Μαρτυρία ζωῆς», τό ὁποῖο ἀργότερα ἀναπτύχθηκε καί ἀπαρτίσθηκε τό βιλίο μέ τίτλο «Κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας, βίος καί πολιτεία τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Ἐδέσσης Καλλινίκου». Ἐπίσης, γράφηκε ἕνα σύντομο βιβλίο μέ τίτλο «Μιά ὁσιακή μορφή, ὁ ἅγιος Καλλίνικος Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας», καί μετά τήν ἁγιοκατάταξή του γράφηκαν τά βιβλία «Ὁ ἅγιος Καλλίνικος Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας», «Ἀναμνήσεις ἀπό τόν ἅγιο Καλλίνικο, Μητροπολίτη Ἐδέσσης καί κείμενα ἁγιοκατάταξης», «Ἡ ὁδός πρός τήν ἁγιότητα». Τήν ἴδια περίοδο ἔγραψα ἕνα περιεκτικό βιβλίο, ἀλλά ἐκφραστικό, μέ τόν τίτλο «Τό μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ».

Ἡ Ἔδεσσα ἦταν ἡ πόλη ἐκείνη, πού μέ τήν ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Γέροντός μου, μοῦ ἔδωσε ὤθηση σάν νά ἔκανα μεταπτυχιακή ἔρευνα στά ἡσυχαστικά θέματα. Ἦταν σάν νά πῆγα σέ κάποιο ἐρευνητικό κέντρο τοῦ Ἐξωτερικοῦ γιά θεολογική καί ποιμαντική ἔρευνα.

Ἐρευνοῦσα τά βιβλικά καί πατερικά κείμενα μέσα ἀπό τήν ποιμαντική καί κατηχητική πείρα τῆς Ἐκκλησίας, ἐργαζόμενος μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, κυρίως νέων, πού ἤθελαν νά μάθουν τήν διδασκαλία καί τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα ζωντανό ἀνθρώπινο ἐργαστήρι πού ἀπέδωσε πολλούς καρπούς, διότι χειροτονήθηκαν Κληρικοί, ἔγιναν Πρεσβυτέρες, ἀκολούθησαν τόν μοναχικό βίο στό Ἅγιον Ὄρος καί σέ ἄλλα Μοναστήρια, μέ ἀκολούθησαν ἀργότερα στήν Ἐπισκοπική μου διακονία, βρίσκονται ὡς στενοί συνεργάτες μου ἐντός καί ἐκτός Ναυπάκτου, στούς ὁποίους ὀφείλω πολλά. Δέν θά ἀναφέρω ὀνόματα, ἀλλά εἶναι ἄξια πνευματικά παιδιά πού ἐξακολουθοῦν νά μέ βοηθοῦν σέ ὅλους τούς τομεῖς καί τούς ἐπιστημονικούς κλάδους.

Ἑπομένως, ἡ γιά δεκαοκτώ (18) χρόνια παραμονή μου στήν Ἔδεσσα ἔθεσε τίς βάσεις, ὄχι μόνον τῆς μελέτης καί τῆς ἔρευνας στά βιβλικά καί πατερικά κείμενα, ἀλλά στήν συνάντηση μέ Χριστιανούς πού διψοῦσαν τόν Χριστό καί ἀναζητοῦσαν νόημα ζωῆς.

Ἀθήνα 1987-1995

Τό 1987 «ἐξαναγκάσθηκα» νά φύγω ἀπό τήν Ἔδεσσα μέ πολύ πόνο, διότι ἀποχωρίσθηκα πολύ ἀγαπητούς ἀνθρώπους μέ τούς ὁποίους μέ συνέδεαν ἰσχυροί πνευματικοί δεσμοί δέκα ὀκτώ ἐτῶν, ὑπακούοντας στήν ἐντολή τοῦ Γέροντός μου ὅτι ἄν ὁ διάδοχός του δέν μέ ἤθελε, ἔπρεπε νά φύγω, διότι δέν εἶναι καλό νά βρίσκομαι σέ ἀντιπαράθεση μέ τόν ἑκάστοτε Ἐπίσκοπο.

Ἔτσι, διά μέσου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας, προσελήφθηκα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καί τοποθετήθηκα Ἱεροκῆρυξ καί Διευθυντής Νεότητος, μέ τό ὑπεύθυνο ἔργο νά συντονίζω τά Κατηχητικά Σχολεῖα τῶν Ἱερῶν Ναῶν τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς καί τίς Ἐνοριακές Συνάξεις Νέων.

Καί οἱ μοναχές τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Σταυροῦ Ἐδέσσης, πού μέ εἶχαν πνευματικό πατέρα, «ἐξαναγκάσθηκαν» νά φύγουν καί προσελήφθησαν ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Θηβῶν καί Λεβαδείας κ. Ἱερώνυμο, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος, στήν Ἱερά Μονή Γενεθλίου Θηβῶν (Πελαγίας). Αὐτό τό γεγονός ἦταν ἕνας σταθμός, διότι ἔκτοτε ἡ Ἱερά αὐτή Μονή, ὄχι μόνο ἀπετέλεσε τήν βάση τῆς ποιμαντικῆς μου διακονίας, ἀλλά ἦταν καί εἶναι ἡ ἐκδότρια ὅλων τῶν βιβλίων μου, τόσο στήν ἑλληνική γλώσσα ὅσο καί στίς ἄλλες γλῶσσες. Ἔχω δώσει στήν Ἱερά Μονή τά ἐκδοτικά δικαιώματα καί ἐπιτελοῦν τό ἔργο αὐτό μέ αὐταπάρνηση καί ἱεραποστολικό ζῆλο.

Στήν Ἀθήνα ἀναβαθμίστηκαν τά ἱερατικά μου καθήκοντα καί γενικότερα ἀνέλαβα ὑψηλότερες ὑποχρεώσεις, πράγμα πού ἔδωσε ὤθηση νά προχωρήσω ἀφ’ ἑνός μέν στήν ἐπεξεργασία καί ἀναβάπτιση τῶν ὅσων ἀσχολήθηκα προηγουμένως, ἀφ’ ἑτέρου δέ στήν ἔρευνα ἄλλων θεμάτων, ὅπως θά δείξω ἀμέσως.

Κατ’ ἀρχάς συνεχίσθηκε ἡ συγγραφή τῶν θεμάτων πού ἔχουν σχέση μέ τό Ἅγιον Ὄρος, τήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τήν ψυχοθεραπεία πού εἶχε ἀρχίσει στήν Ἔδεσσα, ὅπως προαναφέρθηκε. Ἀλλά στήν νέα αὐτήν διακονία ἀρχίζουν καί ἄλλα σοβαρά θέματα.

Ἀκόμη κάθε Κυριακή λειτουργοῦσα σέ ἕναν ἀπό τούς κεντρικούς Ναούς τῶν Ἀθηνῶν μέ πολυπληθές ἐκκλησίασμα, πού εἶχε ἀπαιτήσεις ἀπό τόν κάθε Ἱεροκήρυκα. Προσπαθοῦσα τό κήρυγμα νά εἶναι θεολογικό, σύντομο καί προσεγμένο. Ἐνδεικτικό εἶναι τό βιβλίο «Τό πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ». Στό βιβλίο αὐτό συμπεριλήφθησαν τά κηρύγματα τῶν δύο ἐτῶν 1988-1989. Ἔκτοτε, ὁμιλοῦσα μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἀλλά δέν τά κατέγραφα.

Οἱ ἀκροατές, Κληρικοί καί λαϊκοί, ἀμέσως μέ κατέτασσαν στούς ἀποφοίτους τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, ἐπειδή ἀναφερόμουν στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί στήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν, πλήν μερικῶν ἐξαιρέσεων, ἐκινεῖτο στά πλαίσια τοῦ σχολαστικισμοῦ, τοῦ νεοσχολαστικισμοῦ, τῆς βιβλικῆς κριτικῆς τῶν Προτεσταντῶν, τοῦ Γερμανικοῦ ἰδεαλισμοῦ καί τῆς Ρωσικῆς θεολογίας, δηλαδή τῆς νεορθοδοξίας καί τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας.

Ἔπειτα, ὡς Διευθυντής Νεότητος ἔπρεπε νά ἔρχομαι σέ ἐπικοινωνία μέ τίς Ἐνοριακές Νεανικές Ἑστίες (ΕΝΕ), ὁμιλοῦσα μέ τούς νέους, τούς φοιτητές, καί μοῦ ἔθεταν θέματα πού μέ προβλημάτιζαν γιά τήν ἀνάπτυξή τους. Ἔτσι, γράφηκαν πολλά βιβλία γύρω ἀπό σύγχρονα θέματα, ἤτοι: «Καιρός τοῦ ποιῆσαι», «Ἀνατολικά», «Ὀρθόδοξος καί δυτικός τρόπος ζωῆς», «Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη κοινωνία», «Ἐποπτική Κατήχηση» κ.ἄ. Ὡς Διευθυντής τῆς Διεύθυνσης Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐκτός τῶν ἄλλων δραστηριοτήτων εἴχαμε τρία προγράμματα.

Πρῶτον, τήν ἔκδοση τοῦ μηνιαίου Φροντιστηρίου τῶν Κατηχητῶν στόν Ἱερό Ναό τῆς Πλάκας. Ἐκεῖ γιά 6 περίπου χρόνια ἀνέπτυσσα κάθε μήνα διάφορα θέματα. Ἀπό ἐκεῖ προῆλθαν τά βιβλία «Ἐκκλησία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα», «Δεσποτικές Ἑορτές», ἐπρόκειτο νά ἀρχίσουν, ἀλλά ὁλοκληρώθηκαν ἀργότερα «οἱ Θεομητορικές Ἑορτές», «Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο», καί ἄλλα θέματα πού συμπεριλήφθηκαν σέ ἄλλα βιβλία, ὅπως γιά τό τί εἶναι «ἡ Παραδοσιακή Κατήχηση».

Δεύτερον, μιά φορά κάθε χρόνο στήν ἀρχή τοῦ Κατηχητικοῦ ἔργου διοργανώναμε Συνέδρια Νεότητος, ἀπό τά ὁποῖα προῆλθαν πολλά θέματα, τά ὁποῖα ἀπασχολοῦσαν τότε τούς νέους.

Τρίτον, ἐκδίδαμε γιά τούς Κατηχητές ἕνα περιοδικό «Τό Σημειωματάριο», στό ὁποῖο πάντοτε ὑπῆρχε κατάλληλη ὕλη γιά τούς ὑπευθύνους τοῦ Κατηχητικοῦ ἔργου.

Πέρα ἀπό αὐτό τό ἔργο τῆς Διεύθυνσης Νεότητος, τό Ἵδρυμα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, τῆς ὁποίας ἤμουν μέλος, πού διηύθυνε τίς Ἐνοριακές Νεανικές Ἑστίες, μέ διάφορες ἐκδηλώσεις, ὅπως τμήματα μουσικῆς, χοροῦ, ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης κλπ., διοργανώναμε διάφορα Σεμινάρια γιά τά ναρκωτικά, τό AIDS κλπ. Ἀπό αὐτά τά Σεμινάρια προῆλθαν διάφορα θέματα γιά τά ναρκωτικά, τό AIDS, τήν τεχνολογία. Ἐπειδή, συγχρόνως ἐκπροσωποῦσα τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν σέ διάφορους Ὀργανισμούς τῶν Ὑπουργείων γιά τό AIDS, τά ναρκωτικά, γι’ αὐτό ἀπό ἐκεῖ προῆλθε τό βιβλίο «AIDS, ἕνας τρόπος ζωῆς» καί διάφορα ἄρθρα γιά τά ναρκωτικά.

Ἡ Ἀποστολική Διακονία μέ ἐπιστράτευσε νά γράψω διάφορα εὔληπτα καί μικρά βιβλία γιά νά ἀποστέλλονται στούς μαθητές τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων. Ἔτσι, ἔγραψα τά βιβλία «Μικρά εἴσοδος στήν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα», «Κατήχηση καί βάπτιση ἐνηλίκων», «Τό φυσικό περιβάλλον τοῦ παιδιοῦ», «Οἱ νέοι στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας», «Ἡ Ἐνορία ὡς θεραπευτική κοινότητα».

Ὅμως, ἡ μεγάλη πρόκληση πού συνάντησα στήν Ἀθήνα ὡς Ἱεροκήρυξ, πού προερχόταν ἀπό ἐρωτήσεις, ἀλλά καί εἰσηγήσεις πού μοῦ δόθηκαν νά ἀναπτύξω σέ Συνέδρια ἦταν τά θέματα τά σχετικά μέ τό πρόσωπο καί τήν ἐλευθερία. Στήν Ἀθήνα ἦλθα σέ ἐπαφή μέ ὅλα τά θεολογικά, φιλοσοφικά καί θρησκευτικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς μας καί ὅλα αὐτά μοῦ ἔδωσαν πολλά ἐρεθίσματα γιά νά γράφω. Αἰσθάνθηκα τό πῶς θά αἰσθανόταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅταν ἄκουσε τίς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ. Στήν Ἀθήνα συνάντησα ἕνα πνεῦμα Βαρλααμισμοῦ καί Νεοβαρλααμισμοῦ.

Ἀπό ἐκεῖ προῆλθε σέ πρώτη ἔκδοση τό βιβλίο «Πρόσωπο καί ἐλευθερία» καί σέ δεύτερη ἔκδοση ἐπαυξημένη «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη παράδοση», τό ὁποῖο βραβεύθηκε ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ὡς τό καλύτερο βιβλίο τῆς πενταετίας ἐκείνης. Ἀργότερα προεξέτεινα τίς θέσεις μου.

Μεγάλο δῶρο τῆς περιόδου ἐκείνης, πού ἦταν ἀκόμη ἕνα μεγαλύτερο πέταγμα στήν θεολογική μου σκέψη, ἦταν ἡ προσωπική συνάντηση μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος εἶχε συνταξιοδοτηθῆ ἀπό τήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί παρέμενε στήν Ἀθήνα. Ἔκανε κάποια μαθήματα σέ περιορισμένο ἀκροατήριο, εἴχαμε σχεδόν κάθε ἡμέρα τηλεφωνική ἐπικοινωνία γιά ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά ζητήματα, ἀλλά καί ὁ Ἀθανάσιος Σακαρέλλος, δικηγόρος τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, μοῦ ἔδωσε πολλές φωνοταινίες-κασσέτες ἀπό ὁμιλίες του, τίς ὁποῖες ἀπομαγνητοφώνησαν οἱ μοναχές τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας). 

Αὐτό γιά μένα ἦταν ἕνα μεγάλο Σχολεῖο, διότι ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης εἶχε ἀφομοιώσει μέ τήν δυνατή σκέψη του τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁμιλοῦσε γιά τά ἑρμηνευτικά κλειδιά τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καί τήν διαφορά τῆς θεολογίας τῶν Ρωμαίων Πατέρων ἀπό τήν δυτική Φραγκολατινική παράδοση, τήν κριτική βιβλική μέθοδο τῶν Προτεσταντῶν καί τήν Ρωσική θεολογία. Ἐγνώριζα σχεδόν καλά τήν πατερική θεολογία, ἀπό τήν μεγάλη ἕως τότε ἔρευνα πού ἔκανα, ἀλλά ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν σαφέστατος ὡς πρός τόν τρόπο τῆς θεολογίας περί τῆς διακρίσεως νοῦ καί διανοίας, περί τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως, περί τῆς μή ὑπάρξεως ἀναλογίας μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ κ.ἄ.

Ἀπό τήν συνάντηση αὐτήν ἐπηρεάσθηκε πολύ ἡ σκέψη μου ὡς πρός τήν ἔκφραση, σάν νά ἔγινε ἕνα ἄλλο μεγάλο πέταγμα στήν καθαρή καί διαυγῆ ἔκφραση τῶν ὀρθοδόξων θεμάτων. Ἀπό ἐκεῖ προῆλθαν τά βιβλία πού ἐγράφησαν λίγο ἀργότερα, ὅταν ἔγινα Μητροπολίτης, ὅπως «Γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί», «Παλαιά καί Νέα Ρώμη», «Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», δύο τόμοι, «π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὁρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», «Πατερική καί σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους».

Ἕνα πολύ σημαντικό πεδίο στό ὁποῖο κλήθηκα νά εἰσέλθω, χωρίς νά τό ἐπιδιώξω, ἦταν νά ἀποσπασθῶ γιά ἕξη μῆνες μῆνες, στήν Μπελεμέντιο Θεολογική Σχολή «ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός» τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας πλησίον τῆς Τριπόλεως στόν Βόρειο Λίβανο, κατά τήν διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, γιά νά διδάξω μαθήματα ἑλληνικῆς γλώσσης. Ὅταν τελείωσε αὐτό τό ἑξάμηνο πήγαινα γιά δύο χρόνια κατά τακτά ἐξάμηνα γιά νά διδάξω τά μαθήματα τῆς Χριστιανικῆς Ἠθικῆς καί τῆς Βιοηθικῆς.

Αὐτή πράγματι ἦταν μιά πρόκληση διότι ἔπρεπε νά ἀποκτήσω ἐμπειρία τοῦ τραγικοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ἔπειτα νά διδάξω σέ Θεολογική Σχολή Πανεπιστημίου, ἀναγνωρισμένου ἀπό τίς Κρατικές Ὑπηρεσίες τοῦ Λιβάνου, ὡς Ἐπισκέπτης Καθηγητής, καί ἐπί πλέον νά ἐξασκήσω τήν ἀγγλική γλώσσα τήν ὁποία εἶχα ἐγκαταλείψει.

Ὅλη αὐτή ἡ ἀποστολή πού καλυπτόταν ἀπό τό Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, λόγῳ τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως στήν περιοχή, ἀποτυπώθηκε στό βιβλίο μου μέ τίτλο «Ἀποστολή καί Ἱεραποστολή στήν Μέση Ἀνατολή». Ἀπό τήν ἐνασχόλησή μου αὐτήν προῆλθε τό βιβλίο πού ἐκδόθηκε μέ τίτλο «Βιοηθική καί Βιοθεολογία», στό ὁποῖο ἐπιχειρεῖται ὁ διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας μέ τήν βιοτεχνολογία. Αὐτό μέ βοήθησε πολύ στήν κατανόηση τῶν βιοηθικῶν θεμάτων μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας.

Βέβαια, ὅλη αὐτήν τήν περίοδο πού ὑπηρετοῦσα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν κλήθηκα νά συμμετάσχω σέ διάφορα Συνέδρια ἐντός καί ἐκτός Ἑλλάδος μέ ἰδιαίτερες Εἰσηγήσεις, κατά βάση πρωτότυπες, καί τίς συμπεριέλαβα σέ διάφορα βιβλία, ἀλλά δέν ἔχω κρατήσει τόν ἀριθμό καί τόν τόπο τῶν Συνεδρίων.

Ναύπακτος 1995 ἕως τώρα

Ἡ Ναύπακτος εἶναι ἡ ἕκτη πόλη (Ἰωάννινα, Ἀγρίνιο, Θεσσαλονίκη, Ἔδεσσα, Ἀθήνα, Ναύπακτος), στήν ὁποία ἀναπτύχθηκε πολύ περισσότερο ἡ συγγραφική μου παραγωγή καί νομίζω ἀνέβηκε σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο. Κάθε συγγραφεύς ἀρχίζει ἀπό μιά μελέτη καί τήν ἀναπτύσσει μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου. Ἔτσι, τά πρῶτα βιβλία «Μιά βραδιά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους», «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία», πού εἶναι ἐμβληματικά καί πρωτότυπα γιά τήν ἐποχή τους, χωρίς νά ἔχουν χάσει τό ἐνδιαφέρον τους, συνεχίσθηκαν μέ ἄλλα πού ἐνδιαφέρουν σήμερα τούς ἀνθρώπους.

Ὅταν ἀνέρχεται κανείς σέ μιά θέση βλέπει τά θέματα μέ ἄλλο πρίσμα καί θά χρειασθῆ νά τά ἐμπλουτίση ἀκόμη περισσότερο. Ἰδιαιτέρως, αὐτό ἰσχύει γιά τούς Ἐπισκόπους πού λαμβάνουν καί ἰδιαίτερη Χάρη ἀπό τόν Θεό μέ τήν Ἀρχιερωσύνη, νά ποιμαίνω ἕνα συγκεκριμένο ποίμνιο.

Ὁ Ἐπίσκοπος κατ’ ἀρχή πρέπει νά διευθύνη μιά Μητρόπολη μέ Ἐνορίες, Ἱερές Μονές, μέ Κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς, μέ τά προβλήματα καί τίς δυσκολίες τους, πρέπει νά ἀντιμετωπίζη θέματα ἀναρμόστων συμπεριφορῶν τῶν Κληρικῶν καί μοναχῶν, ὁπότε πρέπει νά ἀσκῆ τήν ἐκκλησιαστική πειθαρχική δίωξη, πρέπει νά ἀσκῆ διοίκηση, διότι κάθε Ἐνορία καί Μονή εἶναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (μέ προϋπολογισμούς, ἀπολογισμούς) καί πρέπει φυσικά νά διευθύνη ὅλο τό ποιμαντικό ἔργο. Εἶναι ἕνας θεραπευτής ἰατρός πού καλεῖται νά θεραπεύση μέ πολλούς τρόπους τούς Χριστιανούς, μέ λόγο καί συγγραφή, μέ πράξη. Σέ αὐτό ἀναφέρονται τά βιβλία «Θεολογία καί ποιμαντική», «Ἐγκύκλιοι, ἔγγραφα καί ἀφιερώματα εἰκοσαετίας 1995-2015», «Ἀναγνωστικό Κατήχησης», «Γραπτά κηρύγματα» κ.ἄ., παράλληλα μέ τό λειτουργικό καί κηρυκτικό ἔργο.

Ἐπίσης, ὁ Μητροπολίτης συμμετέχει στά Συνοδικά Ὄργανα, ἤτοι Ἱεραρχία, Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, Συνοδικές Ἐπιτροπές καί πρέπει νά λαμβάνη θέση γιά ὅλα τά σύγχρονα θέματα πού ἀπασχολοῦν τήν Ἐκκλησία.

Βεβαίως, ὀφείλει νά περιοδεύη ὅλες τίς Ἐνορίες καί τίς πλέον ἀπομακρυσμένες, πράγμα πού ἀπαιτεῖ χρόνο, κόπο καί ἔξοδα, ὅταν ἡ Μητρόπολη εἶναι μικρή καί ὀρεινή.

Ἀκόμη, ὑπάρχουν καί ἄλλες ὑποχρεώσεις μέ ἐπισκέψεις σέ ἄλλες Ἱερές Μητροπόλεις, χάριν κοινῶν ἐκδηλώσεων καί πανηγύρεων.

Ἐπί πλέον, πονεμένοι ἄνθρωποι πού δέν εἰσακούονται ἀπό τούς ὑπευθύνους τῆς Πολιτείας καταφεύγουν στόν Μητροπολίτη, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἀκούη τά αἰτήματά τους καί νά προβαίνη σέ κάποιες ἐνέργειες.

Πολύ χρονοβόρα εἶναι καί ἡ ἀπαίτηση τοπικῶν δημοσιογράφων, ἀλλά καί δημοσιογράφων Ἐφημερίδων πανεθνικῆς κυκλοφορίας, καί Τηλεοπτικῶν Σταθμῶν νά ζητοῦν τήν ἄποψή του γιά φλέγοντα ἐκκλησιαστικά θέματα πού ἀποσποῦν τήν προσοχή τῶν ἀνθρώπων.

Αὐτά καί ἄλλα πολλά συνήθως ἀνακόπτουν τήν ὅποια ἄλλη δραστηριότητα εἶχαν προηγουμένως, πρίν τήν ἐκλογή τους, οἱ Ἀρχιερεῖς. Ὅμως, στήν δική μου περίπτωση,  παρά τήν ἀπασχόληση μέ τήν διοίκηση, ὄχι μόνον δέν ἀνακόπηκε ἡ συγγραφική μου δραστηριότητα, ἀλλά αὐξήθηκε, νομίζω ἀνέβηκε καί ἄλλο ἐπίπεδο, λόγῳ τῆς ἀποκτηθείσης πείρας. Ἤδη, προανέφερα τά βιβλία γιά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τά ὁποῖα ἐγράφησαν αὐτήν τήν περίοδο. Θά ἀναφέρω μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα.

Στήν Ναύπακτο βρῆκα μιά Μητρόπολη τῆς ὁποίας ὅλο τό ποιμαντικό της ἔργο γινόταν ἀπό τήν Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία τήν ἀντικαθιστοῦσε ἐν παντί. Ἦταν μιά κανονική ἐκτροπή, ἀλλά καί νομική, διότι εἶχε λάβει παράνομες ἐπενδύσεις, καί ἔπρεπε νά ἐπανέλθη στόν κανονικό της ρυθμό. Γιά τό θέμα αὐτό ἔπρεπε νά ἀσχοληθῆ ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε σχετικῶς. Γιά τό θέμα αὐτό ἔγραψα βιβλίο «Συνοπτική ἐνημέρωση γιά τήν Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως». Ἀργότερα, συγκεντρώθηκαν οἱ πάνω ἀπό 70 ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου σέ βιβλίο μέ τίτλο «Ἕνα ἐκκλησιολογικό θέμα». Ἐπί πλέον ἔγραψα τό βιβλίο «ὁ Ὀρθόδοξος μοναχισμός ὡς προφητική, ἀποστολική καί μαρτυρική ζωή», γιά νά δείξω ποιός εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος μοναχισμός σέ ἀντίθεση μέ τόν δυτικό μοναχισμό.

Ἕνας ἄλλος τομέας μέ τόν ὁποῖο ἀσχολήθηκα ἦταν τά Ἱδρύματα. Οἱ πολλοί Εὐεργέτες τῆς Ναυπάκτου συνέστησαν περίπου 13 Ἱδρύματα, λειτουργοῦσαν 10 Ἱδρύματα, στά ὁποῖα πάντοτε Πρόεδρος ἦταν ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης καί μέλη του ἄλλοι φορεῖς τῆς πόλεως. Ὅλα σχεδόν τά Ἱδρύματα λειτουργοῦσαν πλημμελῶς. Ἔκανα μεγάλες προσπάθειες γιά τήν καλή λειτουργία τους. Ἀναδιοργανώθηκαν, καί ὅλες οἱ ἐνέργειες καταγράφηκαν σέ βιβλίο «Τά Ἱδρύματα καί Κληροδοτήματα τῆς Ναυπάκτου, Τό ἱστορικό, οἱ ἐνέργειες διαχείρισης καί ἀξιοποίησης καί οἱ δημόσιες ἐνημερώσεις κατά τά ἔτη 1995-2020».

Ἡ Ἱερά Μητρόπολη γιά νά ἀσκήση μιά ποιμαντική στό ποίμνιό της ἐξέδωσε τήν Ἐφημερίδα «Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση», στήν ὁποία εἶχα ἀναλάβει κάθε μήνα νά γράφω τό κεντρικό ἄρθρο, ἕνα σχόλιο ἀπό τήν καθημερινότητα καί μερικά ἄλλα ἄρθρα. Αὐτά τά κείμενα συμπεριλήφθησαν σέ ἰδιαίτερα βιβλία πού ἐκδίδονταν κάθε χρόνο μέ τίτλο «Ἐνιαύσιον». Μέχρι τώρα ἐξεδόθησαν 27  Ἐνιαύσια.

Ὡς μέλος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὁρίσθηκα πολλές φορές ἐκπρόσωπος τύπου, ἀλλά καί κλήθηκα νά ἀντιμετωπίσω σοβαρά ἐκκλησιαστικά θέματα, ὅπως σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας  μέ τήν Πολιτεία, σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί διάφορα σοβαρά ἐπίκαιρα ζητήματα. Ὁρίσθηκα 13 φορές νά εἰσηγηθῶ θέματα στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καθώς ἐπίσης ἔκανα 28 ἀναφορές στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο γιά ποικίλα θέματα.

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ἐγράφησαν πολλά βιβλία.

Ἀναφέρω μερικά ἀπό αὐτά: «Ταυτότητα καί ταυτότητες», «Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος», «Τά Συνοδικά καί Πατριαρχικά κείμενα», «Περί διαφόρων ἀποριῶν, ἤγουν περί ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος» (τόμοι 3), «Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἄσκηση καί ἡ ἄθλησή του» (γιά τούς Ὀλυμπιακούς ἀγῶνες), «Μεταφράσεις, Μυστήρια καί ἄσκηση», ἐκδόθηκε ἕνα μεγάλο βιβλίο πολλῶν σελίδων μέ τίτλο «Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στήν Κρήτη, θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές θέσεις», «Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἀναφορά στό Οὐκρανικό ζήτημα». Ἑτοιμάζεται δέ βιβλίο 1.200 σελίδων περίπου, μεγάλου μεγέθους, πού θά περιλάβη ὅλες τίς Εἰσηγήσεις πού ἔκανα, στήν Ἱεραρχία, τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο καί τίς Συνοδικές Ἐπιτροπές.

Οἱ ἐκδόσεις τῶν βιβλίων μου στήν ἑλληνική γλώσσα καί σέ 27 ξένες γλῶσσες συνετέλεσαν στό νά δεχθῶ προσκλήσεις, καί ἀπό τόν ἐντός καί τόν ἐκτός τῆς Ἑλλάδος χῶρο, νά εἰσηγηθῶ θέματα σέ Συνέδρια ἤ νά παρουσιάσω τά βιβλία μου πού μεταφράζονταν. Ἔτσι, ἀπό τότε πού ἐκλέχθηκα Μητροπολίτης ἀπό τό ἔτος 1995 ἕως τώρα κλήθηκα νά ὁμιλήσω σέ 600 περίπου Συνέδρια, τά θέματα τῶν ὁποίων ἔχουν δημοσιευθῆ σέ βιβλία μου, ὅπως «Ἐντεύξεις καί συνεντεύξεις», «Μεταξύ δύο αἰώνων», «Ἐκκλησιαστικοί ἀναβαθμοί», «Θρησκεία καί Ἐκκλησία στήν κοινωνία», «Λόγοι καί διάλογοι στήν Κύπρο, τήν Ρωσία, τήν Ρουμανία καί τήν Γεωργία», «Μεταπατερική θεολογία καί ἐκκλησιαστική πατερική ἐμπειρία», «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς, ἀναφορά στήν θεία Λειτουργία, τίς ἐκκλησιαστικές τέχνες, τήν ποιμαντική, τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα, καί τίς Συνόδους», «Δερμάτινοι χιτῶνες, ἀναφορά στήν βιολογική ζωή, τίς ἀσθένειες, τά γεράματα, τόν θάνατο καί τήν ὥρα τοῦ θανάτου», «Ἐκκλησία καί Πανδημία», «Φεγγοβόλες ἀστραπές», «Δῶρο καί Ἀντίδωρο», «ὁ Κύριος τῆς Δόξης» κ.ἄ.

Ὑπάρχουν καί ἄλλες Εἰσηγήσεις πού θά δημοσιευθοῦν σέ ἄλλα 20 περίπου βιβλία πού ἀναμένουν τήν ἔκδοσή τους.

Ἄρθρα καί συνεντεύξεις πού δημοσιεύθηκαν σέ πολλές Ἐφημερίδες Πανελλαδικῆς κυκλοφορίας συγκεντρώθηκαν στά βιβλία μέ τίτλους: «Ἐκκλησιαστική ἱστορία καί θεολογία διά τοῦ Τύπου», «Μαχόμενη θεολογία», «Χωρίς ὑποσημειώσεις», «Πραγμάτων ἔλεγχος», «Βίβλοι ἀνοίγονται», «Λόγοι δημοσιεύονται», «Ἐκκλησιαστικός σφυγμός», «Λήμματα καί ρήματα ζωῆς προσκαίρου καί αἰωνίου», «Ὁδίτες καί πολίτες».

Πέραν τούτου, ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κλήθηκα βάσει τοῦ Νόμου, τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά ἀναλάβω Τοποτηρητής σέ τρεῖς ὄμορες Μητροπόλεις, Φωκίδος, Καρπενησίου, Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας, καί ἐξέδωσα Ἐγκυκλίους καί ἀνέλαβα τήν προετοιμασία γιά τήν ἔλευση τῶν νέων Μητροπολιτῶν, πράγμα τού ἀπαίτησε πολύ χρόνο.

Ἕνα ἀπό τά τελευταῖα ἔργα πού ἐπιτέλεσα εἶναι ὅτι διδάσκω ὡς Καθηγητής Ποιμαντικῆς καί Ἀσκητικῆς στό Τμῆμα Διδακτορικῶν Σπουδῶν στήν Πενσυλβάνια τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς. Οἱ παραδόσεις μέ τίτλο «Πατερική θεολογία καί ποιμαντική ἀσκητική», στήν ἑλληνική καί τήν ἀγγλική γλώσσα εἶναι ἀνέκδοτο, ὅμως ἕνα τμῆμα ἔχει ἐκδοθῆ μαζί μέ ἄλλα κείμενα στό βιβλίο «Φεγγοβόλες ἀστραπές, μικρό πανόραμα τῆς Ὀθοδόξου θεολογίας», τό ὁποῖο βιβλίο θεωρῶ ὅτι εἶναι μιά μικρή περίληψη τοῦ ὅλου θεολογικοῦ μου ἔργου.

Ἄρχισα νά γράφω τότε πού ἤμουν στήν Ἔδεσσα καί συνέχισα στήν Ἀθήνα καί στήν Ναύπακτο. Εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ -ὄχι δικό μου- πού μοῦ τό ἔδωσε ὁ Θεός μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντός μου ἁγίου Καλλινίκου, Μητροπολίτου Ἐδέσσης, γιά τόν ὁποῖο ἔγραψα πέντε βιβλία.

Ὅμως συνήργησαν, οἱ γονεῖς μου γιά τούς ὁποίους ἔγραψα βιβλίο μέ τίτλο «Εἰς μνημόσυνον»∙ ὁ πρῶτος πνευματικός μου πατέρας, ὁ Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης κυρός Σεβαστιανός, γιά τόν ὁποῖο ἔγραψα βιβλίο μέ τίτλο «Παλαιόν Ὄφλημα»∙ ὁ ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, γιά τόν ὁποῖο ἔγραψα δύο βιβλία μέ τίτλους «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ», «ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁ θεολόγος καί ἠσυχαστής»∙ ὁ ἅγιος Παΐσιος γιά τόν ὀποῖο ἔγραψα δύο βιβλία μέ τίτλο «Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης ὡς ἐμπειρικός θεολόγος», καί «ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Αγιορείτης αὐτοβιογραφούμενος»∙ καθώς ἐπίσης καί ὁ π. Ἰωάννης  Ρωμανίδης γιά τόν ὁποῖο ἔγραψα τά βιβλία, «Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», «π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», «Πατερική καί σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους» καί πολλά ἄρθρα.

Ἀπό  τό Ἅγιον Ὄρος τράφηκα πνευματικά κατά τήν φοιτητική καί μετέπειτα ζωή μου. Γνώρισα ἐκεῖ ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες πού συναναστράφηκα ἀκόμη περισσότερο τί θά πῆ ἡσυχαστική ζωή, πού εἶναι ἡ βάση τοῦ ὀρθοδόξως ζεῖν καί θεολογεῖν.

Ἡ πρόσκληση τοῦ Καθηγουμένου τῆς Μεγίστης Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου Ἀρχιμ. π. Ἐφραίμ νά συζητήσω κάθε χρόνο γιά πολλές ἡμέρες, ἀπό τό 2015-2019, μέ τούς ἱερομονάχους καί μοναχούς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς πάνω σέ θεολογικά καί μοναχικά θέματα ἦταν στήν οὐσία πρόσκληση τοῦ Θεοῦ γιά νά ἐπιστρέψω στό Ἅγιον Ὄρος τά τροφεῖα πού ἔλαβα κατά καιρούς. Ἐξεδόθησαν αὐτές οἱ συνομιλίες ἀπό τήν Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου μέ τίτλο «ἡ Ἁγία Γνώση» καί ὑπότιτλο «τά ὡραῖα τῶν ἔνδον». Πρόκειται γιά τό καταστάλαγμα ὅλης τῆς συγγραφικῆς μου δραστηριότητας, σέ θεολογικά, ἡσυχαστικά καί μοναχικά θέματα.

Γενικά, ἐγώ ἔβαλα τίς πτωχές μου δυνάμεις, ἐκίνησα τό χέρι μου καί κατέβαλα φιλότιμο, ἀλλά ὁ Θεός εὐλόγησε. Φυσικά εὐγνωμονῶ τούς συνεργάτες μου πού μνημονεύω στόν Πρόλογο τῶν βιβλίων καί ἀφιερώνω κάθε βιβλίο. Στόν Θεό ἀνήκει ἡ δόξα.

2. Βασικά σημεῖα τῶν περιεχομένων τῶν βιβλίων μου

Ὕστερα ἀπό ὅσα ἔγραψα προηγουμένως γιά τήν ἀφετηρία καί τήν ἐξέλιξη τῆς συγγραφικῆς μου δραστηριότητας θά καταγράψω τά βασικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας μου, πού περιέχονται στά βιβλία πού προανέφερα.

Ὁμολογῶ ὅτι δέν ἔχω δική μου θεολογία, ἀλλά ἀκολουθῶ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀποδέχομαι πλήρως τό «Σύμβολο τῆς Πίστεως», τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού εἶναι τό consensus patrum καί τήν ὅλη ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ἀποδέχομαι τό lex crendendi (νόμος πίστεως-Οἰκουμενικές Συνόδους), τό lex orandi (νόμος προσευχῆς-λατρείας) καί τό lex vivendi (τρόπος ζωῆς-κάθαρση, φωτισμός, θέωση).

Ὅλη αὐτή ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας στά βιβλία μου διατυπώνεται καί ἐκφράζεται μέ τό ἀκόλουθο γενικό περιεχόμενο.

1. Ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός, «Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα Τριάδα ὁμοούσιος καί ἀχώριστος». Στόν Θεό ὑπάρχει τό ἐνδότατο (οὐσία), τό ἐνδότερο (ὑποστάσεις), τό ἐξώτερο (οἱ ἐνέργειες). Ἐμεῖς κοινωνοῦμε τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ὡς κάθαρση, φωτισμός, θέωση, καί δέν μποροῦμε νά εἰσέλθουμε στό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ πού ὑπάρχει πλήρης ἀποφατικότητα.

2. Ἡ κτίση εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί δέν ὑπάρχει καμμιά ὁμοιότητα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ, οὔτε ἀναλογία. Τό ἄκτιστο δέν ἔχει ἀρχή, φθορά καί τέλος, ἐνῶ τό κτιστό ἔχει ἀρχή, φθορά καί τέλος, ἀλλά ὁ Θεός θέλει ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι κατά Χάρη ἀθάνατη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάση στήν θεοπτία, καταλαβαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμιά ὁμοιότητα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ.

Ἰδὸντες αὐτὸν ἀντιπαρῆλθον.  Παραβολὴ Καλοῦ Σαμαρείτη.  Ἁγιογραφία Ἰωάννου Γερμετζέ, Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου

3. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Αὐτοῦ, δηλαδή τοῦ Λόγου, εἶναι «εἰκών τῆς ἀρρήτου δόξης Του», καί ἔχει ὁρμή νά φθάση στό καθ’ ὁμοίωση πού εἶναι ἡ θέωση-θεοπτία, καί δέν εἶναι πρόσωπο, ὅπως τό ἔχει καθορίσει ὁ δυτικός περσοναλισμός.

4. Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σκοτασμός τοῦ νοῦ, «πάντες γάρ ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ΄, 23). Ὁ νοῦς εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, καί ἡ Χάρη-ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ διά τοῦ νοῦ μεταφέρεται σέ ὅλο τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση. Μέ τήν διάπραξη τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ ἀμαυρώθηκε-σκοτίσθηκε ὁ νοῦς καί διαστράφηκαν οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί μεταφέρθηκε τό σκοτάδι σέ ὅλο τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση. Ὁ Θεός ἀπό ἀγάπη τοῦ φόρεσε τούς δερμάτινους χιτῶνες, πού εἶναι ἡ φθορά καί ἡ θνητότητα. Ἔτσι, οἱ «δερμάτινοι χιτῶνες» εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας καί ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης.  Παραβολὴ Καλοῦ Σαμαρείτη.  Ἁγιογραφία Ἰωάννου Γερμετζέ, Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου5. Ἡ Παλαιά καί Καινή Διαθήκη περιγράφει τήν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες καί Ἀποστόλους γιά νά συνάψη διαθήκη μέ τόν λαό Του καί νά τόν ὁδηγήση ἀπό τόν σκοτασμό τοῦ νοῦ στήν κάθαρση καί τόν φωτισμό τοῦ νοῦ καί ἀπό ἐκεῖ στήν Θεοπτία.

Ὁ Κύριος τῆς Δόξης ἀποκαλύφθηκε στούς Προφῆτες καί Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀσάρκως, καί ὁ Ἴδιος ὡς Σεσαρκωμένος Λόγος ἐμφανίζεται στούς Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους διά μέσου τῶν αἰώνων. Κλειδί τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Οὐκ ἄν τόν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α΄ Κορ. β΄, 8).

6. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά συγχρόνως ἡ Ἐκκλησία εἶναι «κοινωνία θεώσεως». Στήν Ἐκκλησία, διά τῶν Μυστηρίων καί τῆς ἀσκήσεως, μετέχουμε τοῦ Χριστοῦ, γινόμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς μεθέξεως τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

7. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθηκε σέ ὅρους στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, εἶναι ἡ ἐμπειρία τῶν θεουμένων-θεοπτῶν ἁγίων. Αὐτή ἡ θεολογία ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Χριστό στούς Ἁγίους, μέσα στήν ἱστορία, γι’ αὐτό ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι μεταφυσική, ἀλλά μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, συνδέεται στενά ἡ θεολογία μέ τήν ἰστορία καί τήν ἐσχατολογία. Τά ἔσχατα ἦλθαν στήν ἱστορία, τήν ὁποία μεταμόρφωσαν, καί τά ἀναμενόμενα ἔσχατα, τά ὁποῖα ζοῦν οἱ θεόπτες ἀπό τήν βιολογική τους ζωή, δέν καταργοῦν τήν ἱστορία, ἀλλά τήν μεταμορφώνουν. Οἱ βίοι τῶν ἁγίων, τά λείψανά τους, ἡ ζωή τῶν ἁγίων στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μεταμορφωμένη ἱστορία.

 ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ·  Παραβολὴ Καλοῦ Σαμαρείτη.  Ἁγιογραφία Ἰωάννου Γερμετζέ, Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου8. Τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ κρουνοί διά τῶν ὁποίων δέχεται ὁ ἄνθρωπος τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἐντάσσεται στήν Ἐκκλησία, γίνεται μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, παραμένει σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, καί αὐτό γίνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ συνύπαρξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς συνέργειας τοῦ ἀνθρώπους, γίνεται μέ τήν κάθαρση τοῦ νοῦ -κυρίως τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, καί τήν θέωση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ Μυστηρίων καί ἀσκήσεως, ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων γίνεται «τό μέν θεόθεν, τό δέ τῆς ἡμετέρας σπουδῆς». Ἔτσι, συνδέονται τά μυστήρια μέ τόν ἡσυχασμό. Ὁ ἱερός ἡσυχασμός εἶναι ἡ προϋπόθεση μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

9. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική, κατέχει τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία «ἅπαξ» παραδόθηκε στούς Ἁγίους (Ἰούδα 3), καί τήν μεταδίδει σέ αὐτούς πού τήν ἀναζητοῦν, διά τῆς μετοχῆς τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐνῶ εἶναι Μία, διαιρεῖται ἀδιαιρέτως, ὅπως ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ στήν θεία Εὐχαριστία «μερίζεται καί διαμελίζεται ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ μελιζόμενος  καί μή διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος». Ἔτσι ὑπάρχουν, τά Πατριαρχεῖα, οἱ Ἀρχιεπισκοπές, οἱ Μητροπόλεις, οἱ Ἐπισκοπές, οἱ Ἐνορίες, οἱ Ἱερές Μονές.

Σέ ὅλες τίς περιπτώσεις ὑπάρχει ἑνότητα στήν πίστη, στά Μυστήρια, στήν Ἀποστολική παράδοση καί διαδοχή, στήν θεολογία καί τόν ἡσυχασμό. Ὅσοι ἀπομακρύνονται ἀπό αὐτήν τήν ἑνότητα, εἶναι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία.

10. Οἱ Κληρικοί τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς Ἱερωσύνης, μετέχουν τῆς καθαρτικῆς (διάκονοι), φωτιστικῆς (Ἱερεῖς) καί θεοπτικῆς (Ἐπίσκοποι) ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, θεραπεύουν τούς ἀνθρώπους, ἐλευθερώνουν τόν νοῦ τους ἀπό τήν ἐξάρτησή του στήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο πού θεραπεύει τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ἀπό τόν σκοτασμό νά ὁδηγηθῆ στόν φωτισμό καί ἀπό ἐκεῖ νά ἀναχθῆ, ὅταν ὁ Θεός θελήση, στήν θεωρία-θεοπτία. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ἀπό δοῦλος στά πάθη, τήν λογική καί τό περιβάλλον γίνεται ἐλεύθερος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καί ἀποκτᾶ τό χάρισμα τῆς υἱοθεσίας, καί ἀπό τήν ἰδιοτελῆ-φίλαυτη ἀγάπη ὁδηγεῖται στήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, τήν ἀληθινή φιλανθρωπία καί φιλοθεΐα. Ἔτσι, οἱ Κληρικοί εἶναι θεραπευτές τῶν ἀνθρώπων πού μετανοοῦν.

11. Ἐκτός ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπως ἐκφράσθηκε καί διατυπώθηκε ἀπό τούς θεουμένους ἁγίους, ὑπάρχει καί ἄλλη θεολογία πού διατυπώνεται ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, ἀλλά θεολογοῦν μέ τόν στοχασμό, τήν φαντασία, τήν φιλοσοφία. Στήν κατηγορία αὐτήν ἦταν οἱ ἀρχαῖοι φιλοσοφοῦντες θεολόγοι τοῦ 4ου αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦσαν «ἀριστοτελικῶς» καί ὄχι «ἁλιευτικῶς», ὅπως τό ἔκαναν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτοί οἱ αἱρετικοί καταδικάστηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία συνοδικῶς, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπεφάνθησαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινός Θεός καί ἀληθινός ἄνθρωπος, εἶναι Θεάνθρωπος, ἔχει δύο φύσεις καί δύο θελήσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, καί οἱ δύο αὐτές φύσεις ἐνεργοῦν στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Λόγου «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως». Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν θέληση, ὅτι, δηλαδή, ὑπάρχουν δύο θελήσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, καί ἡ ἀνθρωπίνη θέληση ὑπακούει στήν θεία θέληση. Πάντως, κάθε μία ἀπό τίς φύσεις ἐνεργεῖ «μετά τῆς θαττέρου κοινωνίας» στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Λόγου. Ἐπίσης, ἡ θέληση εἶναι τῆς φύσεως καί ὄχι τοῦ προσώπου.

Οἱ αἱρετικοί χρησιμοποίησαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία σέ βάρος τῆς Ἀποκαλύψεως, ἐνῶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας παρέμειναν στήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τήν δική τους ἐμπειρία, καί διατύπωσαν αὐτήν τήν ἐμπειρία μέ ὅρους τῆς ἐποχῆς τους. Ἔτσι, δέν ἔχουμε ἁπλῶς συνάντηση Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, ἀλλά διατύπωση τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέ ὅρους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

12. Στόν Δυτικό χῶρο ἀπό τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. μέ τόν ἱερό Αὐγουστῖνο ἀναπτύχθηκε μιά ἄλλη θεολογία, διαφορετική ἀπό τήν θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Κυρίως, αὐτό φάνηκε ἔντονα μέ τήν σχολαστική θεολογία ἀπό τόν 11ο αἰώνα καί ἑξῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία διατυπώνονται ὅλες οἱ ἀποκαλυφθεῖσες ἀλήθειες «πλατωνικῶς» καί «ἀριστοτελικῶς», συνεχίζοντας τήν ἄποψη τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι καταδικάστηκαν ἀπό τούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ἡ σχολαστική θεολογία δημιούργησε ἀντιδράσεις στόν δυτικό κόσμο καί εἶναι ὑπεύθυνη γιά ὅλα τά ρεύματα πού ἀκολουθήθηκαν, ἤτοι τόν νομιναλισμό (14ο), τήν ἀναγέννηση (15ο), τήν μεταρρύθμιση (16ο), τόν διαφωτισμό (17ο-18ο), τόν ὑπαρξισμό, τόν ρομαντισμό, τόν ψυχολογισμό, τόν νεοσχολαστικισμό (20ό) κ.ἄ.

Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία διαλέγεται μέ ὅλα αὐτά τά ρεύματα μέ βάση, ὅμως, τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν προϋπόθεσή τους πού εἶναι ὁ ἱερός ἡσυχασμός.

13. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας διαλέγεται μέ τήν σύγχρονη ἐπιστήμη στήν βάση ὅτι ὑφίσταται διάκριση μεταξύ νοερᾶς ἐνεργείας καί λογικῆς ἐνεργείας, ὅτι ὑπάρχει διπλῆ μεθοδολογία γνώσης, πού σημαίνει ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ μέθοδος γνώσης τοῦ Θεοῦ πού γίνεται μέ τόν φωτισμένο νοῦ, καί ἄλλη εἶναι ἡ μέθοδος γνώσης τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου πού γίνεται μέ τήν λογική ἐνέργεια. Δέν πρέπει νά ὑφίσταται σύγχυση μεταξύ θεολογίας καί ἐπιστήμης, ἀφοῦ διαφορετικό εἶναι τό ἔργο τῶν δύο αὐτῶν.

14. Ἕνα μεγάλο πρόβλημα πού ταλαιπωρεῖ τήν Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἐθνοφυλετισμός, πού εἶναι δημιούργημα τοῦ διαφωτισμοῦ καί τῶν ἐθνικῶν παθῶν. Ἡ Ἐκκλησία κινεῖται πάνω ἀπό τίς πατρίδες, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀξία γιά τόν καθένα, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία ἑνώνει ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτου φυλῆς, φύλου καί ἐθνικῆς καταγωγῆς. Ἡ μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ὑπερβαίνει ὅλες τίς διακρίσεις-διαιρέσεις. Ὁ ἐθνοφυλετισμός εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

15. Ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση δέν ὑφίστανται ἐξ ἐπόψεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐξ ἐπόψεως τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, ὅλοι θά δοῦν κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τόν Χριστό, ἀλλά ἄλλοι θά μεθέξουν τῆς φωτιστικῆς ἐνεργείας Του καί ἄλλοι τῆς καυστικῆς ἐνεργείας Του. Ὁ Θεός εἶναι Φῶς, ἀλλά ὅσοι ἔχουν ὑγιῆ πνευματικό ὀφθαλμό (φωτισμένο νοῦ) θά δοῦν τήν φωτιστική ἐνέργειά Του, ὅσοι ἔχουν σκοτισμένο νοῦ θά μεθέξουν τῆς καυστικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό σημαίνει ὅτι σκοπός καί ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά θεραπεύση τόν ἄνθρωπο, δηλαδή νά τόν βοηθήση νά φωτισθῆ ὁ νοῦς του, νά ἀποκτήση καθαρό ὀφθαλμό γιά νά δῆ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί αὐτό εἶναι καί λέγεται Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, μέ τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τόν Ὁποῖο συνδεόμαστε στήν Ἐκκλησία, ὄχι μόνον ἐπανερχόμαστε στήν ἀρχική κατάσταση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας πρίν τήν πτώση, ἀλλά ἀνεβαίνουμε ἀκόμη ὑψηλότερα, ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό καί ἔτσι γίνεται ἡ ἀτρεψία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, τό φυσικό θέλημα, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, αὐτεξουσίως κινεῖται πρός τόν Θεό καί ἐκπληρώνεται ὁ ἀρχικός σκοπός τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό κατ’ εἰκόνα νά φθάση στό καθ’ ὁμοίωση, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Ἔτσι, οἱ ἅγιοι στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά αὐξάνονται σέ μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί θά αὐξάνονται στήν προσθήκη τῶν χαρισμάτων καί αὐτό δέν θά σταματήση ποτέ, διότι «αὕτη ἐστιν ἡ τελεία τῶν τελείων ἀτέλεστος τελειότης». Ἔτσι ἐξηγεῖται ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιά τήν «ἀεικίνητη στάση» καί τήν «στάσιμη κίνηση», πού εἶναι ἐναντίον τῆς μεταφυσικῆς καί τῆς εὐδαιμονίας.

«Μόνῳ σοφῷ Θεῷ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας∙ ἀμήν» (Ρωμ. ιστ΄, 27).

Ἰανουάριος 2024

  • Προβολές: 176

Δημοσιεύσεις σὲ συλλογικοὺς ἀφιερωματικοὺς Τόμους καὶ Περιοδικά

  1.  «Ἐξομολόγηση καί Ψυχοθεραπεία», στό Καστοριά–Ἀττική, ἀφιερωματικός τόμος στόν Μητροπολίτη Ἀττικῆς Δωρόθεο Γιανναρόπουλο, Ἱερά Μητρόπολη Ἀττικῆς , Ἀθήνα 1991, σ. 41–62.
  2.  «Ἡ παρθενία στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση» στό Μοναστικό Συνέδριο: Πρακτικά Συνεδρίου, (Ἅγια Μετέωρα, 18–20 Ἀπριλίου 2020), σ. 335-336.
  3.  «Ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας διά τάς μεταμοσχεύσεις», στό Ἡ τακτική Σύγκλησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ἀθῆναι 5–14 Ὀκτωβρίου 1994), Εἰσηγήσεις καί ἀνακοινωθέντα, Κλάδος ἐκδόσεων Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀθῆναι 1994, σ. 247–266.
  4.  «Ἡ πρόληψη τῶν ναρκωτικῶν ἀπό ἐκκλησιαστικῆς πλευρᾶς», στό Ναρκωτικά καί πρόληψη, Ἵδρυμα Νεότητος Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1995, σ. 44–58.
  5.  «Ἡ Βουλή γιά τά ναρκωτικά», στό Ναρκωτικά καί πρόληψη, Ἵδρυμα Νεότητος Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1995, σ. 72–100.
  6.  «Ἡ δυναμικότητα καί ἡ ἐπικαιρότητα τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως», στό Ὀρθοδοξία Ἑλληνισμός πορεία στήν τρίτη χιλιετία, Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου, τόμ. Β, Ἅγιον Ὄρος 1996, σ. 89–99
  7.  «Ἡ εἰκόνα τοῦ συγχρόνου κόσμου» στό Ἡ Ὀρθοδοξία στήν χιλιετία πού φεύγει καί στήν χιλιετία πού ἔρχεται, Πρακτικά Παγκρητίου Θεολογικοῦ Συνεδρίου, Ἱερά Μητρόπολη Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου, Ρέθυμνο 1999, σ. 51–74. 
  8.  «Ἀσθένεια, θεραπεία καί θεραπευτής κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη», στό Νέα Κοινωνιολογία, 2000 Β´ περ'., Ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 2000, σ. 92–105.
  9.  «Ἡ περί προσώπου διδασκαλία κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ» στό Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἱστορία καί τό παρόν, Πρακτικά Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου (Ἀθήνα, 13–15/11/1998), Ἱερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Ἅγιο Ὄρος 2000, σ. 241–274.
  10.  « Ἱστορική ἐξέλιξη τοῦ θέματος τῆς ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος εἰς τά Δελτία τῶν Ἀστυνομικῶν Ταυτοτήτων τῶν Ἑλλήνων Πολιτῶν», στό Ἐκκλησία καί Ταυτότητες, θεολογική καί ἱστορική θεώρηση τοῦ ζητήματος τῶν ταυτοτήτων, Κλάδος ἐκδόσεων Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2000, σ. 77–150.
  11.  «Ἐνημέρωσις ἐπί τῆς πορείας τοῦ θέματος τῶν ταυτοτήτων», στό Ἐκκλησία καί Ταυτότητες, θεολογική καί ἱστορική θεώρηση τοῦ ζητήματος τῶν ταυτοτήτων, Κλάδος ἐκδόσεων Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2000, σ. 201–238.
  12.  «Ἡ γονιμότητα τῶν κρίσεων», στό Ἐκκλησία καί Ταυτότητες, θεολογική καί ἱστορική θεώρηση τοῦ ζητήματος τῶν ταυτοτήτων, Κλάδος ἐκδόσεων Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2000, σ. 347–352.
  13.  «Ἐνημέρωσις ἐπί τῆς πορείας τοῦ θέματος τῶν ταυτοτήτων. Συμπεράσματα, ἀποτελέσματα καί προτάσεις», στό Ἡ τακτική σύγκλησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ἀθῆναι 9–12 Ὀκτωβρίου 2001), Εἰσηγήσεις καί ἀνακοινωθέντα, Κλάδος ἐκδόσεων Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2001, σ. 73–122.
  14.  «Τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ στήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἐν σχέσει μέ τήν ἐμπειρία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου», στό Παῦλος, Πρῶτος μετά τόν ἕνα, Κλάδος Ἐκδόσεων Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2001, σ. 85–98.
  15.  «Λατρεία καί Ρωμηοσύνη», στό Θεοδρομία, τ. 1–3, (Ἰανουάριος–Σεπτέμβριος 2002), Α´ Λειτουργικό Συνέδριο μέ θέμα «Τό μεγαλεῖο τῆς θείας Λατρείας, Παράδοση  ἤ ἀνανέωση;», Ἀθήνα 2002, σ. 70–93.
  16.  «Ἡ ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας», στό Ὀρθοδοξία καί παιδεία, τ. 1, (Δεκέμβριος 2002), Ἀθήνα 2002, σ. 22–30.
  17.  «Ἐκκλησία καί Δημογραφικό πρόβλημα» στό Η οἰκογένεια στήν 3η χιλιετία, Πρακτικά Α´ Διεθνοῦς Συνεδρίου (Ἀθήνα, 19–21 Σεπτεμβρίου 2002), ΚΕ.Σ.Ο. Ἀθήνα 2003, σ. 79-85
  18.  « Ἡ Πατριαρχική Πράξη τοῦ 1928», στό Διπλωματία, τ. 6, (Σεπτέμβριος 2003), Ἀθήνα 2003, σ. 44–53.
  19.  «Τό Γίγνεσθαι τῆς Εὐρώπης καί τό Εἶναι τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, στό Χαριστήριος Τόμος, Γέρων Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης, Πρεσπῶν καί Ἐορδαίας, Φλώρινα 2004, σ. 355–379. 
  20.  «Ντεντερμινισμός καί Ὀρθόδοξη συνέργεια», στό Ποινικά, τόμ. 72, ἐκδ. Ἀντ. Ν. Σάκκουλα, Ἀθήνα, σ. 87–107.
  21.  «Ἡ ὀρθόδοξη πνευματική ζωή», στό Ἀφιέρωμα στόν Ὅσιο Ἀθανάσιο τόν Μετεωρίτη, Ἅγια Μετέωρα 2007, σ. 43–48.
  22.  «Ἡ κρίση τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας», στό Ἀφιέρωμα στόν Ὅσιο Ἀθανάσιο τόν Μετεωρίτη, Ἅγια Μετέωρα 2007, σ. 49–54.
  23.  «Κανονισμός Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Ἀθλητισμοῦ», στό Ἡ τακτική σύγκλησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Εἰσηγήσεις καί ἀνακοινωθέντα, Κλάδος Ἐκδόσεων Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2007, σ. 121-139.
  24.  «Διάλογοι μέ ἑτεροδόξους καί ἀλλοθρήσκους», στό Βελλᾶ, Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα, τόμ. Δ΄, Βελλᾶ Ἰωαννίνων 2007, σ. 11–26.
  25.  «Ὁ Οἰκουμενισμός στήν πράξη, ἤτοι τήν θεολογία καί τήν ἀσκητική», στό Οἰκουμενισμός, Γένεση–Προσδοκίες–Διαψεύσεις, Πρακτικά Διορθοδόξου ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου, (Θεσσαλονίκη, 20–24 Σεπτεμβρίου 2004), τόμ. Β΄, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 783–824.
  26.  «Περί τῆς Ὁδοῦ», στό Χαριστήριος Τόμος: Φιόρα Τιμῆς γιά τόν Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ τόν Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 49–58.
  27.  «Διαλεκτικοί καί ἀποδεικτικοί συλλογισμοί περί Θείων καί Ἀνθρωπίνων», στό Βελλᾶ, Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα, τόμ. Ε΄, Βελλᾶ Ἰωαννίνων 2009, σ. 11–32.
  28.  «Τά ἑκατόν πεντήκοντα κεφάλαια τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», στό Θεολογία, τόμ. 80, τ. 1α (Ἰανουάριος–Μάρτιος 2009), σ. 5–25.
  29.  «Βιολογία καί ψυχολογία», στό Χριστόδουλος, Ἀφιερωματικός Τόμος, Ἀθῆναι 2010, σ. 153–171.
  30.  «Ἡ λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας: Πνευματική ἀναμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου», στό Θεολογικό Σεμινάριο Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου 2010, σ. 67.
  31.  «Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὡς διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς», στό Θεολογία, τ. 3ος (Ἰούλιος–Σεπτέμβριος 2011), Ἀθήνα 2011, σ. 5–48.
  32.  «Ἡ εἰκόνα στήν Ὀρθόδοξη καί τήν Δυτική Παράδοση», στό Βελλᾶ, Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα, τόμ. ΣΤ΄, Βελλᾶ Ἰωαννίνων 2011, σ. 49–76.
  33.  «Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι Δεσπότης ἤ Διάκονος; », στό Ἐνατενίσεις, τ. 17 (Μάϊος–Αὔγουστος 2012), ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κύκκου καί Τηλλυρίας, σ. 53–64.
  34.  «Ἁγία Γραφή καί λατρεία», στό Γηθόσυνον Σέβασμα Ἀντίδωρον τιμῆς καί μνήμης εἰς τόν μακαριστόν Καθηγητήν τῆς Λειτουργικῆς Ἰωάννην Μ. Φουντούλην (†2007), τόμ. Α´ , ἐκδ. Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 696–714.
  35.  «Μνήμη Δικαίου», στό Τιμητικόν ἀφιέρωμα εἰς τόν Μακαριστόν Μητροπολίτην Θηβῶν καί Λεβαδείας κυρόν Νικόδημον, Ἀθῆναι 2014, σ. 37–43.
  36.  «Κοινωνία φύσεως ἤ κοινωνία προσώπων;», στό Βελλᾶ, Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα, τόμ. Ζ΄, τεῦχ. Α΄, Βελλᾶ Ἰωαννίνων 2013–2015, σ. 49–72.
  37.  «Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στήν Μέση Ἐκπαίδευση», στό Ἐκκλησία, τ. 2 (Φεβρουάριος 2016), Ἀθήνα 2016, σ. 122–138.
  38.  «Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στήν Μέση Ἐκπαίδευση», στό Κοινωνία, τ. 2 (Ἀπρίλιος –Ἰούνιος 2016), Ἀθήνα 2016, σ. 169–190. 
  39.  «Τριαδικός Θεός καί ὁ ἄνθρωπος», στό Θεολογία καί Ποιμαντική, Πρακτικά Α΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου, Ι .Μ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, Ναύπακτος 2016, σ. 39–47.
  40.  «Τά χαρισματικά καί τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἤγουν Πεντηκοστή καί θεία Εὐχαριστία», στό Θεολογία, τόμ. 88, τ. 3 (Ἰούλιος–Σεπτέμβριος 2017), Ἀθήνα 2017, σ. 5–41.
  41.  «Ἡσυχασμός καί γνώση τοῦ Θεοῦ », στό Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἡ ἀναζήτηση μιᾶς νέας ἐπιστημιολογίας, ἐκδ. Ἀφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2017, σ. 37–43.
  42.  «Ὁ π. Μωϋσῆς ὁ Ἁγιορείτης ὡς παραδοσιακός θεολόγος ἀπό ἀνέκδοτες ἐπιστολές του» στό «Μωϋσέως Ὠδή», Ἀφιερωματικός τόμος πρός τιμήν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Μωϋσέως τοῦ Ἁγιορείτου, Ἱερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Ἅγιο Ὄρος 2017, σ. 84–95.
  43.  «Ἡ ἀσκητική καί θεολογική ἔννοια τοῦ προσώπου κατά τόν Γέροντα Σωφρόνιο», στό Δίκαιον Ὄφλημα, τιμητικός τόμος ἐπί τῇ πεντηκονταετηρίδι τῆς Ἀρχιερατείας τοῦ Μητροπολίτου Καρυστίας καί Σκύρου κ.κ. Σεραφείμ, Ἀθήνα 2018, σ. 113–123.
  44.  «Βιοηθική καί Βιοθεολογία», στό Σύγχρονη Βιοηθική. Προκλήσεις–Προσεγγίσεις–Προοπτικές, Πρακτικά Πανελληνίου Διεπιστημονικοῦ Συνεδρίου, Πύργος Ἠλείας (4–6 Μαΐου 2018), Πύργος Ἠλείας 2020, σ. 61–70.
  45.  «Ἡ μεταπτωτική εἰσβολή τοῦ θανάτου στή ζωή μας», στό Αὐτοπροσδιορισμός ἐνώπιον τῆς ζωῆς. Θάνατος–Αὐτοκτονία–Εὐθανασία–Καύση νεκρῶν, Πρακτικά Ἑσπερίδος, Ἱερός Ναός Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς 2019, σ. 15–26.
  46.  «Ὁ Ὤν καί ἡ οὐσία», στό Τά προσωπεῖα τοῦ προσώπου, Πρακτικά θεολογικῆς ἐπιστημονικῆς ἡμερίδος, Μέθεξις, Ἀθήνα 2019, σ. 71–111.
  47.  «Ἐκκλησία συστήματος καί συνόδου ἐστίν ὄνομα», στό Ἀχιλλίου Πόλις, τ. 3 (Μάϊος 2020), Ἱ. Μ. Λαρίσης καί Τυρνάβου, Λάρισα 2020, σ. 39–46.
  48.  «Ὁ ἑνιαῖος ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης. Τό σημεῖο τῆς συναντήσεως τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ καινούργιου κόσμου», στό Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης: Βίος, ἔργο καί θεολογία, Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου (3 Ὀκτωβρίου 2020), Ἱ. Μ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, Ναύπακτος 2020, σ. 69–74.
  49.  «Οἱ θεολογικοί διάλογοι κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη», στό Μητροπολίτης Δαμασκηνός Παπανδρέου 1936–2011, Ἀφιερωματικός–Συλλεκτικός Τόμος, Θέρμο 2021, σ. 57–65.
  50.  «Ὁ Γέροντάς μου ἅγιος Καλλίνικος,» στό Ἐκ Βαθέων, τ. 27 (Ἰούλιος 2022), Ἱ. Ν. Ἁγίου Γεωργίου Γιαννιτσῶν, Γιαννιτσά 2022, σ. 13–19.
  51.  «Ἡ θεία Δικαιοσύνη κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη», εἰς Πανηγυρική ἐκδήλωση ἑορτασμοῦ τῆς τριακοστῆς πέμπτης ἐπετείου καθιερώσεως τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου πολιούχου Ἀθηνῶν καί προστάτου τῶν Δικαστικῶν, 3 Ὀκτωβρίου 2022, Ἀθήνα 2023, σ. 22–26.
  52.  «Π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος: Ἀπό τήν δράση στό μυστήριο τοῦ Ἡσυχασμοῦ», στό Πόνου πονήματα, π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος, Ἀθήνα 2023, σ. 28–39.
  53.  «Ἡ Χριστιανική Ρωμανία, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάνης», στό Α ΄ Καραβαγγέλεια Εἰσηγήσεις 2023, Ἱ. Μ. Καστορίας 2024, σ. 15–22.
  54.  «Τό Χριστολογικό θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας», στό Θέματα Ἐκκλησιολογίας, Πρακτικά Β΄ Θεολογικοῦ Συνεδρίου Ἱ. Μ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, Ναύπακτος 2024, σ. 27–46.
  55.  Θεολογία καί ποιμαντική διακονία στόν ἅγιο Νεκτάριο, Ἐπίσκοπο Πενταπόλεως (μετάφρ. στά Ἀγγλικά), εἰς Holding fast to the Mystery of the Faith: Festschrift for Patriarch Daniel of the Romanian Orthodox Church, ECI vol. 10, Brill U Schoningh 2022, σ. 266–283.
  • Προβολές: 75