Skip to main content

Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Τά κεντρικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας μου

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Μέ ἀξίωσε ὁ Θεός κατά τήν διάρκεια τῆς ποιμαντικῆς μου διακονίας νά ἀσχοληθῶ μέ τήν συγγραφή βιβλίων τά ὁποῖα δημοσιεύθηκαν στήν ἑλληνική γλώσσα καί τά περισσότερα ἀπό αὐτά μεταφράσθηκαν σέ πολλές ξένες γλῶσσες καί ἔτσι ἀπέκτησα ἕνα εὐρύτατο ἀναγνωστικό κοινό.

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι τό περιεχόμενο τῶν βιβλίων μου ἄγγιξε ἑκατομμύρια ἀνθρώπους σέ ὅλο τόν κόσμο, ἀπό ἀνατολή στήν δύση καί ἀπό βορρά στόν νότο καί αὐτό μοῦ προκαλοῦσε ἔκπληξη, γιατί φαινόταν καθαρά ὅτι τό μήνυμα πού ἐκπεμπόταν ἀπό τά βιβλία μου ἦταν πανανθρώπινο.

Στό κείμενο πού θά ἀκολουθήση θά παρουσιάσω ἀφ’ ἑνός μέν τά βασικά πρόσωπα πού μέ ἐνέπνευσαν στήν διαμόρφωση τῆς ζωῆς μου καί τῆς διδασκαλίας μου, ἀφ’ ἑτέρου δέ τά κεντρικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας μου πού ἔκανε τόσο μεγάλη ἐντύπωση στούς ἀναγνῶστες σέ ὅλο τόν κόσμο. Ὅλα αὐτά φαίνονται στά βιβλία πού ἔγραψα καί μάλιστα παρουσιάζονται στούς τίτλους τῶν βιβλίων πού δημοσιεύθησαν. Ἔτσι θά παρουσιάσω τά δύο αὐτά σημεῖα, ἀναλύοντας τούς τίτλους μερικῶν βιβλίων μου.

1. Ὅσοι καί ὅσα μέ ἐνέπνευσαν

Θεωρῶ ὅτι ὅλη ἡ διδασκαλία μου δέν προῆλθε ἀπό μιά παρθενογένεση, δηλαδή δέν ἦταν ἄγνωστη στήν Ἐκκλησία καί ξαφνικά ἐμφανίσθηκε ἀπό τό πουθενά. Στήν ἐπιστήμη ὑπάρχει περίπτωση πού κάποιος προήγαγε τήν ἐπιστήμη, ἀφοῦ σέ κάποια στιγμή ἐλλάμψεως ἀνεκάλυψε κάτι πού ὠφέλησε τήν ἐπιστήμη καί τήν ἀνθρωπότητα. Βέβαια, αὐτό δέν προερχόταν ἀπό μιά μηδενική βάση, ἀφοῦ κάθε ἐπιστήμων χρησιμοποιεῖ τίς γνώσεις πού κληρονόμησε καί στήν συνέχεια προχώρησε τήν ἐπιστημονική γνώση ἕναν βηματισμό πιό πέρα.

Στήν περίπτωσή μου συνέβη κάτι παρόμοιο, ἀφοῦ μεγάλωσα μέσα σέ χριστιανικά περιβάλλοντα, ὅπου συνάντησα εὐλογημένους ἀνθρώπους, στήν συνέχεια διάβασα διαφόρους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, καί τελικά κάτω ἀπό τήν ἐπιρροή ὅλων αὐτῶν διαμόρφωσα τήν θεολογία πού ἐκφράζω, ἡ ὁποία δέν εἶναι δική μου θεολογία, ἀλλά ἐμπειρία καί διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν διαμόρφωσα μιά δική μου θεολογία, ἀλλά προσπάθησα νά ἐκφράσω τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐμπειρία πού ἀπεκόμισα ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἐρχόμενος σέ ἐπικοινωνία μέ ἀνθρώπους πού διέθεταν τό ὀρθόδοξο καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα.

Στήν ἑνότητα αὐτή θά προσδιορίσω αὐτά τά περιβάλλοντα, τά πρόσωπα καί τούς συγγραφεῖς πού ἐπηρέασαν τήν ὅλη αὐτήν θεολογική μου συγκρότηση.

 α) «Εἰς μνημόσυνον»

ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝΤό βιβλίο αὐτό ἀναφέρεται στό οἰκογενειακό μου περιβάλλον, κυρίως τούς γονεῖς μου καί τήν θεία μου, δηλαδή τήν ἀδελφή τῆς μητέρας μου, πού μέ ἐπηρέασαν πολύ στήν ὅλη πορεία τῆς ζωῆς μου καί τῆς σκέψεώς μου.

Οἱ γονεῖς μου, Σωτήριος καί Εὐτυχία, ἦταν ἁπλοί ἄνθρωποι, μέλη ζωντανά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τῶν Ἰωαννίνων μέ προσευχή, ἐκκλησιασμό καί μετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεία μου Παρασκευή ἀφιερώθηκε ἀπό τά μικρά της χρόνια στόν Θεό, ἦταν ἀδελφή καί προϊσταμένη νοσοκόμος μέ μεγάλη δράση, κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου τοῦ 1940 καί στά μετέπειτα χρόνια.

Καί οἱ τρεῖς αὐτοί ἄνθρωποι, πατέρας, μητέρα, θεία, μέ ἀγαποῦσαν πολύ καί μοῦ ἔστελλαν κατά καιρούς γράμματα γιά νά μέ ἐμψυχώσουν στήν ἱερατική μου διακονία. Στά γράμματα αὐτά ὑπάρχουν πολλά προσωπικά τους στοιχεῖα καί μέ αὐτόν τόν τρόπο συνέταξα τήν βιογραφία τους. 


β) Παλαιόν ὄφλημα

ΠΑΛΑΙΟΝ ΟΦΛΗΜΑἈπό τήν μικρή μου ἡλικία συνδέθηκα μέ τήν Ἐκκλησία καί εἶχα Πνευματικούς Πατέρες οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβαν τήν πνευματική μου καθοδήγηση. Ὁ πρῶτος οὐσιαστικά Πνευματικός Πατέρας μου, ὕστερα ἀπό μερικούς ἐξομολόγους μου στήν μικρή ἡλικία, ἦταν ὁ Ἀρχιμ. Σεβαστιανός Οἰκονομίδης, Ἱεροκήρυξ Ἰωαννίνων καί μετέπειτα Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης. Ὁ π. Σεβαστιανός μέ ἀνέλαβε ἀπό τίς πρῶτες τάξεις τοῦ Γυμνασίου μέχρι πού τελείωσα τήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί πῆγα μέ τήν εὐχή του στήν Ἔδεσσα.

Ὁ π. Σεβαστιανός ἦταν ἕνας φιλόστοργος Πνευματικός Πατέρας, ἕνας θαυμάσιος λειτουργός, ἕνας ἐθναπόστολος, ἕνας ἀληθινός ἐκκλησιαστικός καί ἐθνικός ἡγέτης, ἕνα λαμπερό ἀστέρι, ἕνας φωτεινός ἄγγελος. 

Στό βιβλίο αὐτό καταθέτω ὅλες τίς ἐντυπώσεις μου ἀπό τήν συναναστροφή μαζί του, καθώς ἐπίσης δημοσιεύω καί τά γράμματα πού λάμβανα ὅσο ἤμουν στήν Ἔδεσσα καί μετά πού μετατέθηκα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν.
 

γ) Κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΕΔΕΣΣΗΣ, ΠΕΛΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΜΩΠΙΑΣὩς κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας χαρακτήρισαν πολλοί τόν Μητροπολίτη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας κυρό Καλλίνικο πού μέ ἀνέλαβε ὡς Πνευματικός Πατέρας μέ τήν ἄδεια τοῦ π. Σεβαστιανοῦ, καί ὁ ὁποῖος μέ ἔκειρε μοναχό, μέ χειροτόνησε Διάκονο καί Πρεσβύτερο, μέ χειροθέτησε σέ Ἀρχιμανδρίτη καί Πνευματικό Πατέρα, καί μέ τόν ὁποῖο ἔμεινα γιά δέκα πέντε χρόνια στό Ἐπισκοπεῖο τῆς Ἐδέσσης ὡσάν νά ἤμασταν σέ μιά καλύβη τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ὁ Μητροπολίτης Καλλίνικος ἦταν ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος, στό βάθος ἡσυχαστής, ἀληθινός ποιμήν καί ζηλωτής ἱεραπόστολος. 

Ὁ εὐλογημένος αὐτός Ἐπίσκοπος, μοῦ προσέφερε πολλά, μοῦ μετάγγισε τήν ἡσυχαστική παράδοση πού εἶχε κληρονομήσει ἀπό τόν εὐλαβῆ παπποῦ του, τόν ἱεραποστολικό του ζῆλο καί τήν μεγάλη ἀξία τῆς ἱερωσύνης. 

Στό βιβλίο πού ἔγραψα γιά τόν Γέροντά μου φαίνεται ἡ μεγάλη του προσφορά στήν Ἐκκλησία καί σέ μένα πού ἤμουν τό μοναδικό πνευματικό του παιδί μέ τήν στενή ἔννοια τοῦ ὅρου.

δ) «Μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους»

ΜΙΑ ΒΡΑΔΥΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣΤό Ἅγιον Ὄρος ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ζωή μου ἀπό τήν φοιτητική μου ἀκόμη περίοδο, ὅταν μέ τόν Καθηγητή μου Παναγιώτη Χρήστου, πατρολόγο παγκοσμίου ἐμβελείας, καταγράφαμε μέ ὁμάδα συμφοιτητῶν μου τά χειρόγραφα τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἀργότερα, οἱ ἐπισκέψεις μου ἦταν περισσότερο προσωπικές, ἀφοῦ ἐπισκεπτόμουν Μονές, Σκῆτες, Καλύβες καί ἐρημητήρια, ἀναζητώντας μοναχούς πού εἶχαν ἐμπειρική γνώση τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἔγραψα τό βιβλίο «Μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους».

Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι τό «περιβόλι τῆς Παναγίας», ὅπου τιμᾶται ὑπερβαλλόντως ἡ Παναγία καί οἱ μοναχοί εἶναι ἀφιερωμένοι στόν Χριστό καί στήν Μητέρα Του. Ἡ ἁγιορείτικη ζωή εἶναι ἑνιαία καί βιώνεται στά Κοινόβια Μοναστήρια, τίς Σκῆτες, τίς Καλύβες, τά Καθίσματα καί τά Κελλιά. Παντοῦ ἐξασκεῖται ἡ προσευχή, ἀσκεῖται ἡ ὑπακοή καί γίνεται ἀγώνας γιά νά βιωθῆ ἡ ἀγγελική ζωή.

Ἔρημος τοῦ Ἁγίου Ὄρους καλεῖται ἡ περιοχή ἀπό τήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Παύλου μέχρι τήν Ἱερά Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας, στήν ὁποία περιοχή ὑπάγονται ἡ Ἱερά Νέα Σκήτη καί ἡ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἡ Μικρά Ἁγία Ἄννα, τά Καυσοκαλύβια, ὁ ἅγιος Βασίλειος, τά Κατουνάκια, τά Καρούλια, ἡ Βίγλα κλπ. Κυρίως ἔρημος εἶναι ἡ μοναχική ζωή ὅπου οἱ ἐρημίτες μοναχοί ἀσκοῦνται κατ’ ἐξοχήν ἀδιάλειπτα στήν νοερά-καρδιακή προσευχή καί ἔχουν μεγάλη ἐμπειρία αὐτῆς τῆς ζωῆς.

Ὅταν πλησιάζη κανείς ἕναν ἐρημίτη μοναχό μπορεῖ, κατά τόν βαθμό τῆς δικῆς του πνευματικῆς καταστάσεως, νά μάθη πολλά μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τί εἶναι ἡ νοερά προσευχή, ποιά εἶναι ἡ ἀξία της, πῶς γίνεται, τί σημαίνει ἔλευση καί ἀπόκρυψη τῆς θείας Χάριτος, ποιοί εἶναι οἱ καρποί τῆς εὐχῆς, καί πῶς πολεμᾶ ὁ διάβολος τόν ἡσυχαστή μοναχό. Ἡ ἔρημος ἀσκεῖ βαθύτατη ἐπιρροή στόν ἄνθρωπο, ἰδιαίτερα ὅταν αὐτός μπορεῖ νά ἀκούση τήν ἡσυχία καί τήν φωνή τῆς ἐρήμου, ὅταν ἀντέξη τήν ζωή της.

Ἡ ἐρημική ζωή εἶναι μακαρία ὅταν ἐμπνέεται ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα, καί ὅταν συνιστᾶ ἕνωση μέ τόν Θεό. Ἡ νοερά προσευχή πού λειτουργεῖ στό βάθος τῆς καρδιᾶς εἶναι μιά ἐσωτερική θεία Λειτουργία, ἀφοῦ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἱερεύς τῆς θείας Χάριτος κατέρχεται στό ἐσωτερικό ἐκκλησάκι τῆς καρδιᾶς γιά νά προσευχηθῆ στόν Θεό.

Τότε ὁ ἐρημίτης μοναχός ἔχει μέσα του ἔνοικο τό Ἅγιον Πνεῦμα καί γι’ αὐτό δέν αἰσθάνεται ὅτι εἶναι μόνος του.
Βέβαια, ἡ νοερά προσευχή στήν καρδιά δέν ἀντικαθιστᾶ τήν θεία Λειτουργία καί τήν θεία Κοινωνία, ἀφοῦ ὁ ἐρημίτης, ὁ ἡσυχαστής μοναχός αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά κοινωνήση τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, καί αὐτή ἡ κοινωνία τοῦ ἀνάπτει ἀκόμη περισσότερο τήν δίψα γιά τόν Χριστό.

Πάντως, ὅταν κανείς ἔχη τίς κατάλληλες προϋποθέσεις καί ζήση ἀκόμη καί μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, συνομιλώντας μέ ἐρημίτη μοναχό καί μετέχοντας στήν θεία Λειτουργία, ἀξιώνεται νά φοιτήση στήν Θεολογική Σχολή τῆς ἐρήμου. Μάλιστα, μιά βραδυά στήν ἔρημο ἀναλογεῖ μέ πολλά χρόνια στίς Πανεπιστημιακές Θεολογικές Σχολές, ἀλλά πάλι δέν μπορεῖ νά γίνη καμμιά σύγκριση. Ὁ ἐρημίτης μοναχός ὡς καθηγητής τῆς ἐρήμου, ἔχει πείρα πάνω ἀπό τήν ἐγκεφαλική γνώση τῶν καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν. Ἔτσι, μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μέ τίς ἀνάλογες προϋποθέσεις, εἶναι πρόγευση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Κάποιος μοῦ εἶπε ὅτι τό βιβλίο «Μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους» εἶναι ἡ περίληψη ὅλων τῶν μετέπειτα ἔργων μου. Πράγματι, διαβάζοντας ξανά τό βιβλίο αὐτό μετά ἀπό πολλά χρόνια καί ὅλα τά ἑπόμενα βιβλία διαπιστώνω ὅτι στό βιβλίο «Μιά βραδυά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους» βρίσκεται ὁ πυρήνας σχεδόν ὅλων τῶν μετέπειτα βιβλίων μου. Κατά κάποιον τρόπο ἀπό τό ἔτος 1978, πού ἄρχισα νά γράφω μέ σκοπό τήν ἔκδοση βιβλίων, εἶχα ἀπαρτίσει ὅλη τήν θεολογική σκέψη, τήν κατέγραψα στό βιβλίο αὐτό καί τήν ἀνέλυσα στά μεταγενέστερα βιβλία μου.

ε) «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης»

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣΣημαντικό ρόλο στήν ζωή μου ἔπαιξε ἡ γνωριμία μου μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀπό φοιτητής συμμετεῖχα στήν κριτική ἔκδοση τῶν ἔργων του ἀπό τήν ἄποψη ὅτι κλήθηκα ἀπό τόν Καθηγητή μου Παναγιώτη Χρήστου νά ἐντοπίσω τά χωρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στά ὁποῖα παρέπεμπε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, καί νά κάνω τήν σχετική ἀναφορά. Αὐτό μοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα νά μελετήσω σχεδόν ὅλα τά ἔργα του.

Ἄρχισα τήν μελέτη ἀπό τό περίφημο ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», συνέχισα στίς ὁμιλίες του, τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσα στά κηρύγματα μου, καί προχώρησα στά «φυσικά, θεολογικά, ἠθικά καί πρακτικά κεφάλαια», τίς Ἐπιστολές του καί ὅλα τά ἄλλα ἀντιρρητικά γιά τό Βαρλαάμ, τόν Ἀκίνδυνο, τόν Ἁγιορειτικό τόμο κλπ.

Ὁ 14ος αἰώνας εἶναι πολύ σημαντικός γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί, ἐπειδή ὁ δυτικός σχολαστικισμός ἄρχισε νά εἰσδύη στόν ἀνατολικό χῶρο, ἀνέδειξε ἕναν μεγάλο Πατέρα, ἕνα λαμπρό ἀστέρι τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, πού εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἔτσι, κατά τόν αἰώνα αὐτόν ἔγινε θεολογικός διάλογος μεταξύ τοῦ δυτικοῦ οὐνίτου μοναχοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ Βαρλαάμ διαπνεόταν ἀπό τίς αὐγουστίνιες διδασκαλίες, οἱ ὁποῖες ἐν πολλοῖς ἦταν κεντρική ἄποψη μιᾶς μερίδας τῶν σχολαστικῶν θεολόγων τοῦ Μεσαίωνος.

Στήν συνέχεια, ὁ διάλογος αὐτός συνεχίσθηκε μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Γρηγορίου Ἀκινδύνου, καί ἀργότερα μεταξύ τοῦ ἰδίου Πατρός καί τοῦ φιλοσόφου Γρηγορᾶ. Ἔτσι, ὁ διάλογος ἔγινε μεταξύ τῶν θεολογικῶν θέσεων τῆς Δύσης, ἀλλά καί καί τῆς φιλοσοφικῆς νοοτροπίας πού ἐπικρατοῦσε καί σέ μιά μερίδα τῶν φιλοσοφούντων θεολόγων τῆς Ἀνατολῆς.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν ἕνας ἁγιορείτης μοναχός, πού ἐξέφραζε τήν ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, ὅπως βιωνόταν στό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ διάλογος αὐτός ἐπικεντρώθηκε σέ τρία θεολογικά θέματα διαδοχικῶς. Ἄρχισε μέ τήν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πῶς νοεῖται ἡ ἐκπόρευση στίς δύο παραδόσεις ἀνατολική καί δυτική· συνεχίσθηκε μέ τό μυστήριο τῆς ἀδιαιρέτου διαιρέσεως οὐσίας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ· καί ἔφθασε στόν ἱερό ἡσυχασμό μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται, ἤτοι τήν νοερά προσευχή στήν καρδιά ὡς ὁδοῦ πρός τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός.

Τά τρία αὐτά θέματα συσχετίζονται μεταξύ τους, γιατί μέ τόν ἱερό ἡσυχασμό μετέχει ὁ θεούμενος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί καταλαβαίνει ἐμπειρικά καί ὑπέρ ὅρασιν καί ὑπέρ νόησιν ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι μεθεκτή, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέθεκτη, ὅτι τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν κοινή φύση-οὐσία, κοινή ἐνέργεια, ἀλλά ἰδιαίτερα ὑποστατικά ἰδιώματα.

Τά κείμενα πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατά τόν διάλογο αὐτόν εἶναι σημαντικά, γιατί ἀφ’ ἑνός μέν περιέλαβε ὅλη τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἑρμήνευσε τούς Πατέρας κατά αὐθεντικό τρόπο. Ἔδειξε δέ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ τρόπου θεολογήσεως τῆς δυτικῆς καί ἀνατολικῆς παραδόσεως.

Ἡ ὅλη αὐτή ἀνάδειξη τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ παρουσίασε καί τήν μεγάλη ἀξία τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὡς σχολῆς ἐμπειρικῆς θεολογήσεως, καί ὡς βιωματικῆς χαρισματικῆς θεολογίας, μέ τήν νηστεία, τήν ἀγρυπνία, τήν προσευχή.

Ἡ θεολογία πού ἐξέφραζε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶναι ἡ θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κατοχυρώθηκε καί συνοδικῶς ἀπό τίς Συνόδους 1341, 1347, 1351 καί 1368. Ἰδιαιτέρως ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351 θεωρεῖται, καί εἶναι, ὡς ἡ Θ΄  Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀφ’ ἑνός μέν κατοχύρωσε ὡς ὀρθόδοξη τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀφ’ ἑτέρου δέ, κατεδίκασε τήν αἱρετική ἄποψη τῶν Φραγκολατίνων περί τοῦ actus purus, ὅτι δηλαδή ταυτίζεται ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐνέργειά Του, ὁπότε ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ μέ τόν κόσμο μέ κτιστές ἐνέργειες, πράγμα τό ὁποῖο εἶναι ἀπαράδεκτο καί αἱρετικό.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶχε ἀποκτήσει ἐμπειρίες τοῦ Θεοῦ στό Ἅγιον Ὄρος καί μέ τά ὑψηλά διανοητικά προσόντα του ἀνέδειξε τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπέδειξε τήν αἵρεση καί εἶναι ἕνας μεγάλος Πατέρας, θεωρεῖται δέ ὡς ὁ τέταρτος Ἱεράρχης καί ὁ τέταρτος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας.

στ) «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ»

ΟΙΔΑ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩΜέ τήν εὐλογία τοῦ Γέροντός μου Μητροπολίτου Ἐδέσσης, Πέλλης, καί Ἀλπωπίας ἐπισκεπτόμουν τό Ἅγιον Ὄρος, συναντοῦσα ἁγιορεῖτες Πατέρες, πολλές φορές πηγαίναμε καί μαζί σέ διάφορες πανηγύρεις τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους πού τόν προσκαλοῦσαν.

Βεβαίως, ἡ ἐπικοινωνία μου μέ τό Ἅγιον Ὄρος ἄρχισε ἀπό τήν φοιτητική μου ζωή, ἀλλά συνεχίσθηκε ἔπειτα μέ τήν σοφή καθοδήγηση τοῦ Γέροντός μου, τήν ἀγάπη του καί τήν ἐλευθερία του. Ἔτσι, γνώρισα τόν ἅγιο Παΐσιο, τόν π. Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τόν π. Ἐφραίμ τόν Φιλοθεΐτη, τόν π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, τόν π. Γαβριήλ Διονυσιάτη, τόν π. Σπυρίδωνα τόν Νεοσκητιώτη, τόν π. Γεώργιο Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου κ.ἄ.

Ἀποκορύφωμα ὅλων αὐτῶν ἦταν ἡ γνωριμία μου μέ τόν ἁγιορείτη ἐρημίτη καί ἡσυχαστή Ἀρχιμ. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, πού ζοῦσε τήν ἐποχή ἐκείνη στήν Ἱερά Μονή τοῦ ἁγίου Ἱωάννου τοῦ Προδρόμου στό Ἔσσεξ Ἀγγλίας. Τόν ἐπισκεπτόμουν συχνά μέ τήν εὐλογία καί τήν παρότρυνση τοῦ Γέροντός μου Καλλινίκου καί  ὠφελούμουν πολύ στήν πνευματική μου ζωή.

Ἔτσι, τό βιβλιο «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ» ἀναφέρεται στόν Ἀρχιμ. Σωφρόνιο Σαχάρωφ καί παρουσιάζει τήν ἐκπληκτική του πορεία, μέσα ἀπό τά δικά του κείμενα, τήν σοφή διδασκαλία του καί τήν διακριτική καί αὐθεντική καθοδήγησή του. 

ζ) «π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας»

Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, ΕΝΑΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣἈπό τήν φοιτητική μου ζωή μελετοῦσα τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως μυήθηκα στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀπό τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου. Στήν συνέχεια, μελέτησα τούς Ἀποστολικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τούς Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, ἰδιαιτέρως τόν Μέγα Βασίλειο, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη καί ὅλους τούς Φιλοκαλικούς Πατέρες.

Ἐνῶ εἶχα διαβάσει ὅλα αὐτά τά κείμενα, βρῆκα τήν Δογματική τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη καί κατάλαβα ὅτι ἦταν πραγματικός ἑρμηνευτής τῶν Πατέρων καί ὁ λόγος του ἐξέφραζε ἀπόλυτα τήν διδασκαλία τους καί κυρίως τήν μεθοδολογία γνώσεως τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν μετατέθηκα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν, τό ἔτος 1987, γνώρισα προσωπικά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη πού εἶχε συνταξιοδοτηθῆ καί ἔμενε τόν περισσότερο καιρό στήν Ἀθήνα. Συνομιλούσαμε τακτικά ἀπό τό τηλέφωνο, παρακολουθοῦσα μαθήματά του, ἀπομαγνητοφώνησα προφορικές του ὁμιλίες καί διάβαζα ἀνέκδοτα καί ἀμετάφραστα κείμενά του. Καρπός, ὅμως, αὐτῶν τῶν μελετῶν εἶναι καί τό βιβλίο μέ τόν ὡς ἄνω τίτλο, στό ὁποῖο παρουσιάζω ὅλη τήν πορεία τῆς ζωῆς του καί τῆς θεολογικῆς του σκέψεως, καί πιστεύω ὅτι εἶναι αὐθεντικός διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. 

η) «Ἡ Γερόντισσα Φωτεινή»

Ὅλα ὅσα μάθαινα ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, παλαιούς καί συγχρόνους, προσπαθοῦσα νά τά μεταγγίζω στά πνευματικά μου παιδιά πού καταθοδηγοῦσα, θεωρώντας ὅτι αὐτά εἶναι παιδιά τοῦ Θεοῦ. Ἤθελα νά τά ἐντάξω μέσα στήν αὐθεντική ἐκκλησιαστική ζωή.

Μερικά ἀπό τά πνευματικά μου παιδιά ἀποφάσισαν νά ἀκολουθήσουν τόν μοναχικό βίο καί συγκρότησαν κατ’ ἀρχάς τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Σταυροῦ Ἐδέσσης, καί μετά τήν Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου Πελαγίας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας. Μοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα ὡς Πνευματικός Πατέρας νά μαθαίνω πῶς ὅλη ἡ πατερική διδασκαλία καί ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἐφαρμόζεται στήν πράξη. Ὁπότε, αὐτό μέ βοήθησε νά κατάλαβω τήν σύνδεση μεταξύ θεολογίας καί ποιμαντικῆς. Ἡ Ἱερά αὐτή Μονή ἐκδίδει καί τά ἔργα μου.

Πρώτη Καθηγουμένη τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μονῆς ἀναδείχθηκε ἡ Γερόντισσα Φωτεινή, ὑπῆρξε εἴκοσι χρόνια Ἡγουμένη καί ὅταν ἐκείνη κοιμήθηκε ἀνέλαβε ἡ Γερόντισσα Σιλουανή, πού συνεχίζει μέ ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ὀρθόδοξη συνείδηση τό ἔργο τῆς καθοδηγήσεως τῶν μοναχῶν. 

Ἡ Γερόντισσα Φωτεινή εἶναι καρπός τῆς ὅλης διδασκαλίας μου, ἀγάπησε τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ἔζησε κατά τό φρόνημα τῶν θεουμένων ἁγίων, πολιτεύθηκε ὡς ἀληθινή ὀρθόδοξη μοναχή καί ἐκοιμήθη μέ προσευχή.

Μετά τήν κοίμησή της βρέθηκε στό κελλί της τό σημειωματάριο, στό ὁποῖο κατέγραφε τίς σκέψεις της ὡς προσευχές στόν Θεό. Ὅ,τι δυσκολίες ἤ ὅ,τι χαρές εἶχε τίς ἀνέφερε στόν Θεό ὡς προσευχή δοξολογίας, εὐχαριστίας καί ἱκεσίας. Στό πρόσωπό της τιμῶνται καί πολλά ἄλλα πνευματικά μου παιδιά πού ἐνθουσιάσθηκαν ἀπό τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκείνη εἶναι ἕνα ζωντανό παράδειγμα θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας καί μοναχικῆς ἐγρηγόρσεως, πού ἔχει μετατεθῆ στήν οὐράνια Ἐκκλησία.

Τά ὀκτώ αὐτά βιβλία πού ἀνέφερα προηγουμένως δείχνουν ποιοί μέ ἐπηρέασαν στήν πορεία μου ὡς θεολόγου, μοναχοῦ καί κληρικοῦ καί ποιά ἦταν τά περιβάλλοντα μέσα στά ὁποῖα μορφώθηκα καί μεγάλωσα. Ἡ σκέψη μου δέν ἦταν ἀνεξάρτητη ἀπό τά εὐλογημένα πρόσωπα τά ὁποῖα ἀνέφερα προηγουμένως, τῶν ὁποίων ἔγραψα τήν βιογραφία καί περιέγραψα τήν σπουδαιότητά τους γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Αὐτά μοῦ ἔδωσαν τό γάλα, τήν στερεά τροφή καί τόν ἄκρατο οἶνο τῆς θεολογικῆς ζωῆς. 


2. Βασικές θεολογικές ἀρχές πού ὑπάρχουν στά βιβλία μου

 

Στήν ἑνότητα αὐτή θά παρουσιάσω τίς βασικές θεολογικές ἀρχές πού διατρέχουν ὅλα τά βιβλία πού ἐξέδωσα μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μέ ἀπασχόλησε τό γεγονός πῶς θά ἔπρεπε νά ἐκθέσω τίς σκέψεις μου πάνω στό θέμα αὐτό. Κατέληξα στό νά παραθέσω μερικούς τίτλους ἀπό τά ἐκδοθέντα βιβλία μου, πού σηματοδοτοῦν τήν ὅλη θεολογική μου σκέψη. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅταν ἐκλέγουμε τόν τίτλο ἑνός βιβλίου, τό κάνουμε καταγράφοντας τήν πιό δυνατή σκέψη μας καί γι’ αὐτό ὁ τίτλος καθορίζει τήν κεντρική μας σκέψη.

Ἑπομένως, θά καταγραφοῦν καί θά ἀναλυθοῦν μέ συντομία μερικοί τίτλοι τῶν βιβλίων μου ἀπό ἐννοιολογικῆς καί θεολογικῆς πλευρᾶς πού ἀποτελοῦν κατά κάποιον τρόπο τά θεολογικά καί ποιμαντικά κλειδιά τοῦ ὅλου θεολογικοῦ καί ποιμαντικοῦ μου ἔργου.

α) «Ἐκκλησιαστικό φρόνημα»

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑΣτήν ποικιλία τῶν προβλημάτων πού ἀντιμετωπίζουμε σήμερα στήν Ἐκκλησία, λόγῳ τῶν διαφόρων ἰδεολογικῶν, θεολογικῶν καί κοινωνικῶν ρευμάτων, πού κυκλοφοροῦν, πρέπει νά ἀντιταχθῆ τό μεγαλύτερο χάρισμα πού ἔχει ὁ Χριστιανός, ἤτοι τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, πού σημαίνει νά φρονῆ ὅ,τι ζῆ, φρονεῖ καί διδάσκει ἡ Ἐκκλησία. 

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη κατάσταση, ἕνας ἰδεολογικός καί κοινωνικός χῶρος, ἀλλά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί μέλη τῆς  Ἐκκλησίας εἶναι οἱ «βεβαπτισμένοι καί οἱ βεβαιόπιστοι», ὅσοι δηλαδή ἔχουν βαπτισθῆ καί ζοῦν μέ βέβαιη πίστη.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει περάσει πολλές φάσεις. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Πρωτοπλάστων στόν Παράσεισο, ἡ Ἐκκλησία κατά τήν περίοδο τῆς πτώσεως στό πρόσωπο τῶν Πατριαρχῶν, τῶν δικαίων καί τῶν Προφητῶν, ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως καί ἡ Ἐκκλησία μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Βέβαια, κάνουμε λόγο γιά διάφορες φάσεις τῆς Ἐκκλησίας γιά νά τήν κατανοήσουμε, ἀλλά στήν πραγματικότητα ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ τους, ἀφοῦ ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων.

Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική βλέπουμε τήν ἑνότητα μεταξύ Ἐκκλησίας, Ὀρθοδοξίας καί θείας Εὐχαριστίας, καθώς ἐπίσης μεταξύ τῶν Μυστηρίων καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ ἑνότητα ἐκφράζεται στό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας», πού εἶναι ἕνα σημαντικό κείμενο, τό ὁποῖο διαβάζεται τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας στούς Ἱερούς Ναούς καί εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ζ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῆς Θ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τό σημαντικό καί σπουδαῖο αὐτό κείμενο φανερώνει ποιός ἔχει ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ποιός παρεκκλίνει ἀπό αὐτό.

Ἡ προσπάθειά μας πρέπει νά εἶναι ἐντατική, ὥστε νά ἐκκλησιαζόμαστε συνεχῶς, ὄχι ἁπλῶς νά συμμετέχουμε στήν θεία Εὐχαριστία, ἀλλά νά μυούμαστε στόν εὐλογημένο θεσμό τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σημαίνει νά ἀποκτᾶμε ἐκκλησιαστικό φρόνημα, νά ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό καί τούς φίλους Του, ἤτοι τούς πεπειραμένους-θεουμένους ἁγίους, τούς Προφήτας, Ἀποστόλους καί Πατέρας διά μέσου τῶν αἰώνων.

β) «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς»

ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣἩ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, εἶναι κοινωνία ἐν Χριστῷ ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, κεκοιμημένων καί ζώντων, εἶναι σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς.

Ἡ λέξη «σύνοδος» ἀποτελεῖται ἀπό δύο λέξεις τό «σύν» καί τήν «ὁδό», πού σημαίνει «συμπόρευση». Πρόκειται γιά μιά κοινή πορεία καί ζωή. Δέν πρόκειται γιά μιά Ἐκκλησία ἐπί τῆς γῆς καί μιά Ἐκκλησία ἐν οὐρανοῖς, γιά τήν λεγομένη στρατευομένη καί τήν λεγομένη θριαβεύουσα Ἐκκλησία. Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία μέ δύο ὄψεις, στήν γῆ καί τόν οὐρανό. Ὅμως, αὐτές οἱ δύο ὄψεις δέν εἶναι ἀνεξάρτητες μεταξύ τους. Οἱ ἐν οὐρανοῖς ἄγγελοι καί ἅγιοι ἐνδιαφέρονται καί ἐπικοινωνοῦν μέ τά ἐπί γῆς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καί τά ἐπί γῆς μέλη τῆς Ἐκκλησίας βλέπουν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, τόν θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν θάνατο, τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο τόν ἀπολαμβάνουν καί οἱ ἅγιοι πού ζοῦν στήν γῆ.

Αὐτή ἡ «σύν-οδος»-συμπόρευση φαίνεται σέ ὅλη τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἅγιοι καί οἱ ἄγγελοι ἐμφανίζονται σέ ἀνθρώπους πού ἀγωνίζονται καί προσεύχονται, καί οἱ Χριστιανοί πού ζοῦν μέ ἄσκηση καί προσευχή συλλαμβάνουν διάφορα μηνύματα τῆς οὐράνιας ὄψεως τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα πού ἐκφράζεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς «συνόδου οὐρανοῦ καί γῆς» εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό. Τό «συνοδικό» δείχνει τήν ἑνότητα καί τήν κοινωνία, τό «ἱεραρχικό» δείχνει τήν ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων, δηλαδή εἶναι ὁ Χριστός, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες, οἱ ὅσιοι, οἱ ἅγιοι κάθε ἡλικίας καί φύλου, οἱ ἄγγελοι. Αὐτή ἡ συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα φαίνεται σέ δύο περιπτώσεις τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Πρῶτον, στήν ὅλη δομή συγκρότησης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος. Σέ κάθε Τοπική Ἐκκλησία εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος, οἱ Πρεσβύτεροι, οἱ Διάκονοι, οἱ μοναχοί, οἱ λαϊκοί.

Δεύτερον, αὐτό ἐκδηλώνεται στήν θεία Εὐχαριστία, καί φαίνεται ἀπό τόν ρόλο πού ἔχει κάθε χαρισματοῦχο μέλος τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει «ἐκκλησιαστική ἱεραρχία» καί «οὐράνια ἱεραρχία», πού συνδέονται ἀναπόσπαστα μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. Πρόκειται γιά μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

Ἡ «σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς» ἀποτελεῖ τήν οὐσία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

γ) «Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ»

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥὙπάρχει σχέση μεταξύ Ἁγίας Γραφῆς καί Πατέρων, μεταξύ τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί τῆς καταγραφῆς αὐτῆς τῆς Ἀποκαλύψεως. Στά θέματα αὐτά ὑπάρχουν βαθύτατες διαφορές μεταξύ Ὀρθοδόξων, Παπικῶν καί Προτεσταντῶν.

Τελικά, ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ  εἶναι ἡ φανέρωσή Του σέ αὐτούς πού ἔχουν προετοιμασθῆ κατάλληλα γιά νά τήν δεχθοῦν. Αὐτοί εἶναι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη καί οἱ Ἀπόστολοι καί Πατέρες στήν Καινή Διαθήκη. Στούς Προφῆτες ἔγινε ἡ φανέρωση καί Ἀποκάλυψη τοῦ Ἀσάρκου Λόγου, στούς Ἀποστόλους ἔγινε ἡ φανέρωση τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου.

Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ συνδέεται μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. Ὅταν ὁ θεούμενος ἀνέρχεται στήν θεωρία-θέα τοῦ Θεοῦ ὁρᾶ ἀοράτως, ἀκούει ἀνηκούστως καί μετέχει ἀμεθέκτως τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Στήν συνέχεια αὐτή ἡ ἐμπειρία πού γίνεται μέ ἄκτιστα ρήματα, μεταβιβάζεται στόν λαό μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα.

Ἔτσι, ἄλλο εἶναι ἡ Πεντηκοστή καί ἄλλο εἶναι ἡ διδασκαλία περί τῆς Πεντηκοστῆς. Ἄλλο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἄλλο εἶναι ἡ διδασκαλία περί τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, δέν ταυτίζεται ἀπόλυτα ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέ τήν Ἁγία Γραφή, πράγμα πού διδάσκουν οἱ Προτεστάντες.

Οἱ ἅγιοι πού ἔφθασαν στήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι θεόπνευστοι, καί αὐτοί εἶναι ἡ βάση τῆς διδασκαλίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιατί αὐτοί εἶναι οἱ φορεῖς τῆς θείας Ἀποκαλύψεως. Αὐτοί εἶναι οἱ ἀληθινοί ἑρμηνευτές τῶν Γραφῶν, γι’ αὐτό καί  ἐμεῖς καλούμαστε νά διδάσκουμε «κατά τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα». Ὅταν δέν ἔχουμε δική μας ἀποκαλυπτική ἐμπειρία, τότε ἀκολουθοῦμε τήν διδασκαλία αὐτῶν πού βιώνουν τήν Πεντηκοστή.

δ) «Ὁ Βλέπων»

Ο ΒΛΕΠΩΝΟἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι θεόπτες καί θεούμενοι, λέγονται «ὁρῶντες» καί «βλέποντες», διότι δέν στοχάζονται περί τοῦ Θεοῦ, ἀλλά βλέπουν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, βλέπουν ἀοράτως τόν Θεό ὡς Φῶς. Μέ τό ἐπίθετο «βλέπων» χαρακτήριζαν οἱ Ἰσραηλίτες τόν Προφήτη Σαμουήλ στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά αὐτό τό ἐπίθετο ἀποδίδεται σέ ὅλους τούς θεόπτες.

Αὐτοί εἶναι οἱ πραγματικοί ποιμένες τοῦ Θεοῦ, αὐτοί καθοδηγοῦν, ἐκείνους πού ἐπιθυμοῦν τήν θέωσή τους, στόν ἀσφαλῆ δρόμο πρός τόν ἁγιασμό. Οἱ βασικοί διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι οἱ λογικοκράτες, οἱ ἠθικολόγοι, οἱ κοινωνιολόγοι, ἀλλά οἱ βλέποντες, οἱ ὁρῶντες. Αὐτοί βλέπουν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ἀνθρώπου, καί πρός τά ἐκεῖ ὁδηγοῦν τούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ὅτι εἶναι «ὁδίτες» καί ὄχι «πολίτες» αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ἡ «πόλη» εἶναι ἄνω, τό ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ.

ε) «Ἐμπειρική Δογματική»

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ, ΤΟΜΟΣ Α΄Οἱ δύο λέξεις «ἐμπειρική δογματική» φαίνονται ἀντίθετες μεταξύ τους. Συνήθως, ὡς δογματική θεωρεῖται τό μάθημα πού διδάσκονται οἱ φοιτητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, στό ὁποῖο μαθαίνουν γιά τόν Θεό, τήν δημιουργία, τούς ἀγγέλους, τόν ἄνθρωπο, τήν πτώση του, τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία καί τά Μυστήρια, τήν μετά θάνατο ζωή. Εἶναι μιά καταγραφή τῶν ἀληθειῶν τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ἐπίσης, συνήθως ἡ ἐμπειρία εἶναι τό βίωμα, ἡ πείρα γιά διάφορα θέματα. Ἔτσι, ἡ ἐμπειρία ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν δογματική.

Ὅμως, στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, τό δόγμα, εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού εἶναι καταγραφή τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας. Μέ ἄλλα λόγια, οἱ ἅγιοι διά τῆς καθάρσεως καί τοῦ φωτισμοῦ φθάνουν στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ, τήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί ὕστερα καταγράφουν αὐτήν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία. Ἔτσι, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐμπειρική καί τά δόγματα δέν εἶναι στοχασμός, ἀλλά καταγραφή τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ μέ ὅρους τῆς ἐποχῆς πού δημιουργήθηκαν.

Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ δογματική συνδέεται στενά μέ τήν ἐμπειρία πού εἶναι ἡ βάση της, καί γι’ αὐτό δέν καταταλήγει στόν στοχασμό, καί ἡ ἐμπειρία προσδιορίζεται ἀπό τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καί γι’ αὐτό δέν καταλήγει στήν ἠθικολογία καί τόν συναισθηματισμό.

Ἔτσι, ἡ Ἐμπειρική Δογματική διαφέρει σαφέστατα ἀπό κάθε ἄλλη ἀκαδημαϊκή δογματική, γιατί στηρίζεται στήν ἐν Χριστῷ καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρία, ἡ ὁποία διακρίνεται ἀπό κάθε ἄλλη φανταστική, στοχαστική καί δαιμονική ἐμπειρία. Μέσα σέ αὐτά τά πλαίσια ἡ Ἐμπειρική Δογματική κάνει λόγο γιά τήν Ἁγία Τριάδα, τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, τήν μετά θάνατο ζωή.

Ἡ Ἐμπειρική Δογματική εἶναι ὁ γραπτός ἀποκαλυπτικός λόγος τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων.

Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τοῦ δόγματος καί τῆς ἠθικῆς, δηλαδή τῆς ἀσκητικῆς, ἀφοῦ στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ἡ ἀσκητική εἶναι ἡ πραγματική ἠθική. Ἔπειτα, ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τήν ἀποκάλυψη, τήν φανέρωση τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες, Ἀποστόλους καί Ἁγίους, διά μέσου τῶν αἰώνων, οἱ ὁποῖοι ἀποκτοῦν τήν ἐμπειρία τῆς Ἀποκαλύψεως, εἶναι φορεῖς τῆς Ἀποκαλύψεως καί καταγράφουν αὐτήν τήν ἐμπειρική γνώση σέ κείμενά τους. Τά ἄκτιστα ρήματα, τά ὁποῖα βίωσαν κατά τήν ἐμπειρία τῆς Ἀποκαλύψεως τά καταγράφρουν μέ κτιστά ρήματα καί νοήματα στήν Ἁγία Γραφή καί τίς ὁμιλίες τους, ὁπότε διαμορφώνεται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση.

στ) «Ἡσυχία καί θεολογία»

ΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑἩ φράση «ἡσυχία καί θεολογία» εἶναι πιό ἀκριβέστερος προσδιορισμός τοῦ ὅρου «ἐμπειρική δογματική». Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ ἡσυχία εἶναι ἡ ἀληθινή μέθοδος γιά τήν μέθεξη τῆς θεολογίας, καί ἡ θεολογία, δηλαδή αὐτή πού λέγει γιά τόν Θεό, προϋποθέτει τήν ὀρθόδοξη ἡσυχία.

Ὁ ὅρος θεολογία δηλώνει ἀφ’ ἑνός μέν τήν ἀκαδημαϊκή θεολογία, ἡ ὁποία διδάσκεται στίς Θεολογικές Σχολές, καί προϋποθέτει τήν λογική κατανόηση καί τήν φιλολογική καί ἱστορική ἔρευνα τῶν πηγῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν χαρισματική ἐμπειρική θεολογία πού βιώνεται στά Μοναστήρια.

Αὐτή ἡ διάκριση μεταξύ ἀκαδημαϊκῆς καί ἐμπειρικῆς θεολογίας παρατηρήθηκε ἀπό τόν 11ο-13ο αἰώνα στήν Δύση, ὅταν ἀναπτύχθηκε ἡ σχολαστική θεολογία, ἡ ὁποία ἐπεξεργαζόταν τά θεολογικά θέματα μέ τήν λογική. Οἱ σχολαστικοί θεολόγοι εἶχαν μία μεθοδολογία γιά τήν γνώση τῆς ἐπιστήμης καί τῆς θεολογίας, δηλαδή τήν λογική, ἐνῶ οἱ ἐμπειρικοί θεολόγοι εἶχαν διπλῆ μεθοδολογία, ὅτι, δηλαδή, ἡ γνώση τῶν κτιστῶν ἀληθειῶν γίνεται μέ τήν λογική καί τίς αἰσθήσεις, ἀντίθετα δέ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ γίνεται μέ τόν νοῦ, πού φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡσυχία εἶναι ἡ τήρηση τοῦ νοῦ, ἡ φυλακή τῶν αἰσθήσεων, ἡ ἐπιστήμη τῶν λογισμῶν, ἡ κάθοδος τοῦ νοῦ στήν καρδιά, ἡ νοερά προσευχή. Ἡσυχία εἶναι ἡ ἠρεμία τῶν σωματικῶν καί ψυχικῶν αἰσθήσεων. Δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου ὁ φωτισμένος νοῦς ἀνέρχεται στόν Θεό, δηλαδή ὁρᾶ τό ἄκτιστο Φῶς ὑπέρ αἴσθηση, ὑπέρ νόηση, ὑπέρ φαντασία, ὁπότε ὁ θεόπτης καθίσταται πραγματικός θεολόγος, καί ὁμιλεῖ περί τοῦ Θεοῦ καί τῶν θείων ἀπλανῶς καί θεοπνεύστως.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Προφήτου Μωϋσῆ, πού ἔγινε πραγματικός θεολόγος, ἀφοῦ προηγουμένως ἑτοιμάσθηκε ἀπό τόν Θεό κατάλληλα καί ἀνέβηκε στό ὄρος Σινᾶ, εἰσῆλθε στόν γνόφο καί εἶχε κοινωνία μέ τόν Θεό. Κάθε θεόπτης συνάπτει προσωπική διαθήκη μέ τόν Θεό καί ἔπειτα ὅλη ἡ ζωή του εἶναι θεολογία, καί ὡς θεολόγος ὁμιλεῖ, γράφει, ποιμαίνει, καθοδηγεῖ.

ζ) «Πατερική καί σχολαστική θεολογία»

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥΣὍσοι διά τῆς ἡσυχαστικῆς μεθόδου φθάνουν στήν θέωση καί γίνονται θεούμενοι, λέγονται Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς πατρότητος ἔχει διπλῆ σημασία καί ἔννοια. Ἡ πρώτη σημασία εἶναι ὅτι οἱ Πατέρες εἶναι οἱ αὐθεντικοί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί ἔζησαν σέ δύσκολες περιόδους, κατά τίς ὁποῖες διάφοροι φιλοσοφοῦντες θεολόγοι στοχάζονταν γιά τόν Θεό, ὁπότε παρέκκλιναν ἀπό τήν ἀποκαλυπτική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καί γίνονταν αἱρετικοί. Οἱ Πατέρες ἔχοντας τήν αὐθεντική ἀποκαλυπτική ἀλήθεια ἐξέφρασαν τήν ζωή αὐτή μέ ὅρους τῆς ἐποχῆς τους καί αὐτό ἔγινε κατά βάση στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖες ἐθέσπισαν τούς ὅρους-δόγματα, πού εἶναι τά ὅρια μεταξύ τῆς ἀληθείας καί τῆς πλάνης. Ἡ δεύτερη ἔννοια εἶναι συνέχεια τῆς προηγουμένης πού σημαίνει, ὅτι κατέχοντας οἱ διδάσκαλοι αὐτοί τήν ἀλήθεια, καθοδηγοῦσαν μέ αὐτήν τούς Χριστιανούς καί ἔτσι γεννοῦσαν καί ἀνέπτυσαν τά παιδιά τοῦ Θεοῦ.

Πολλές φορές γίνεται καί ἀντιστροφή τῶν ὅρων. Στήν ἀρχή ἡ ἔννοια τῆς πατρότητος χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους γιά νά χαρακτηρίσουν τήν γέννηση τῶν πνευματικῶν παιδιῶν διά τοῦ Εὐαγγελίου καί ἔπειτα ἀποδόθηκε καί στούς Μεγάλους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἀγωνίσθηκαν γιά τήν διαφύλαξη τῆς πίστεως σέ δύσκολες ἐποχές, προκειμένου νά διαφυλαχθῆ ἡ μέθοδος γνώσεως τοῦ Θεοῦ.

Ἡ πατερική περίοδος συμπίπτει μέ τήν ἐκκλησιαστική περίοδο, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία γεννᾶ Πατέρες καί γι’ αὐτό δέν ὑπάρχει ποτέ τέλος τῆς πατερικῆς περιόδου στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία.

Στήν Δύση ἀναπτύχθηκε ἡ θεωρία ὅτι ἡ πατερική περίοδος περατώθηκε τόν 8ο αἰώνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, ἀπό τόν 9ο αἰώνα ἄρχισε ἡ προσχολαστική περίοδος καί ἀπό τόν 11ο ἕως τόν 13ο αἰώνα συνεχίσθηκε ἡ κυρίως σχολαστική περίοδος, πού εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική περίοδο.

Ἡ θεωρία περί ὑπερβάσεως τῆς πνευματικῆς παραδόσεως δέν γίνεται ἀποδεκτή ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ σχολαστική θεολογία θεωρεῖται ὡς αἱρετική θεολογία, πού ἀποκλίνει ἀπό τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική παράδοση τῶν πρώτων αἰώνων, ἐνῶ ἡ πατερική θεολογία εἶναι συνεχής μέσα στήν Ἐκκλησία. Θεολόγοι καί Πατέρες εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἐκεῖνοι πού δέν ἔχουν δική τους ἐμπειρία, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία τῶν πεπειραμένων.

η) «Πατερική καί μεταπατερική θεολογία»

ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣτήν Ἐκκλησία ὑπάρχει ταυτότητα ἐμπειρίας καί διδασκαλίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων διά μέσου τῶν αἰώνων. Δέν ὑπάρχει διάσταση καί διάσπαση μεταξύ τῆς θεολογίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, οὔτε διάσταση τῶν θεουμένων μεταξύ τους. Δέν πρόκειται γιά θεολογία κάθε Προφήτου, Ἀποστόλου καί Πατρός, ἀλλά εἶναι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πού βιώνεται καί ἐκφράζεται ἀπό τούς θεουμένους. Ὑπάρχει δέ στενή σχέση μεταξύ τῶν θεουμένων καί τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ οἱ θεούμενοι ἀποκτοῦν τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί στήν συνέχεια ζώντας ἐν κοινωνίᾳ μέ τούς ἄλλους θεουμένους ἀποτελοῦν τήν ζωντανή Ἐκκλησία. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνας κατεστημένος θεσμός, ἀλλά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί οἱ Πατέρες εἶναι οἱ ζωντανοί ὀργανισμοί.

Ἔτσι, μεταξύ Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων ὑπάρχει ταυτότητα ἐμπειριῶν καί διδασκαλιῶν, ἀλλά ἐκεῖνο πού διαφέρει εἶναι τά κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα πού χρησιμοποιοῦν. Ἡ ἐμπειρία εἶναι μέθεξη τῶν ἀκτίστων ρημάτων.

Ἐπίσης, ἡ διαφορά μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι-Πατέρες στήν Καινή Διαθήκη ἔβλεπαν τόν σεσαρκωμένο Λόγο. Ἐπί πλέον οἱ Προφῆτες ἔφθασαν στήν θέωση, ἀλλά λόγῳ τῆς ὑπάρξεως τοῦ θανάτου οἱ ψυχές τους ὁδηγοῦνταν στόν Ἅδη, ἐνῶ μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ νικήθηκε τό κράτος τοῦ θανάτου.

Ἐνῶ αὐτή εἶναι ἡ πατερική θεολογία, ἐν τούτοις ἀναπτύχθηκε ἡ μεταπατερική θεολογία, ἡ ὁποία καλλιέργησε τήν ἄποψη ὅτι περατώθηκε ἡ πατερική περίοδος τόν 8ο αἰώνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, στήν συνέχεια ἀναπτύχθηκε ἡ σχολαστική θεολογία πού εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία καί ἀργότερα τόν 18ο αἰώνα ἀναπτύχθηκε ἡ ρωσική θεολογία πού εἶναι ἀνώτερη καί ἀπό τίς δύο ἄλλες προηγούμενες θεολογίες, δηλαδή τήν πατερική καί τήν σχολαστική.

Ἡ μεταπατερική θεολογία δέν ἀποβλέπει ἁπλῶς στήν ἀποδέσμευση ἀπό τήν νεοπλατωνική ὁρολογία τοῦ 4ου αἰῶνος, τήν ὁποία χρησιμοποίησαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γιά νά διατυπώσουν τούς ὅρους μέ σκοπό νά ἀντιμετωπίσουν τούς φιλοσοφοῦντας θεολόγους τῆς ἐποχῆς τους, τούς αἱρετικούς, καί τήν χρησιμοποίηση τῶν ὅρων τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλά στήν οὐσία, χωρίς νά τό λένε ἀνοικτά, ὑπονομεύουν τήν θεολογία τῶν Πατέρων, χάρη μιᾶς συγκρητιστικῆς καί οἰκουμενιστικῆς ἀντιλήψεως τῆς ἐποχῆς μας.

θ) «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση»

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗΟἱ Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος ἀσχολήθηκαν μέ τήν ἔννοια τοῦ προσώπου στόν Τριαδικό Θεό, ὅτι ὁ Θεός τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι τρισυπόστατος, ἤτοι τρία πρόσωπα, τρεῖς ὑποστάσεις καί μία οὐσία-φύση, μία ἐνέργεια. Τό πρόσωπο ταυτίζεται μέ τήν ὑπόσταση, καί ἡ οὐσία ταυτίζεται μέ τήν φύση.

Μέχρι τότε ὁμιλοῦσαν γιά τόν Τριαδικό Θεό ὡς Πατέρα, Υἱό καί Ἅγιο Πνεῦμα, καί ὡς τρία Φῶτα πού ἀλληλοπεριχωροῦνται, ἀλλά ἔχουν ἰδιαίτερα γνωρίσματα, ἀφοῦ ὁ Πατήρ γεννᾶ τόν Υἱό καί ἐκπορεύει τό Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτή εἶναι ἡ βιβλική ὁρολογία.

Ὅμως, ἐπειδή ἀνέκυψαν οἱ αἱρετικοί πού χρησιμοποιοῦσαν κατ’ ἐξοχήν φιλοσοφική ὁρολογία, οἱ Πατέρες γιά νά ἀντιμετωπίσουν τήν αἱρετική διδασκαλία, χρησιμοποίησαν τήν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἀφοῦ ὅμως ἀποδέσμευσαν προηγουμένως τήν ἔννοια πού εἶχε ἕως τότε καί τῆς προσέδωσαν ἄλλη σημασία. Τό πρόσωπο, τήν ἐποχή τοῦ 4ου αἰῶνος, συνδεόταν μέ τό προσωπεῖο, τήν μάσκα πού ἔβαζαν οἱ ἠθοποιοί γιά νά παίξουν τόν ρόλο τους, ἐνῶ οἱ Πατέρες προσδιόρισαν ὅτι πρόσωπο εἶναι ἡ οὐσία μέ τά ὑποστατικά ἰδιώματα, δηλαδή ὁμίλησαν γιά τά τρία Πρόσωπα, τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καίτοι γιά τόν Θεό χρησιμοποίησαν τόν ὅρο πρόσωπο, ἐν τούτοις δέν ὁμίλησαν γιά τόν ἄνθρωπο μέ τόν ὅρο αὐτό, δέν ἀνέπτυξαν τήν θεολογία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἀλλά γιά τόν ἄνθρωπο προτιμοῦσαν νά ὁμιλοῦν γιά ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ. Τό κατ’ εἰκόνα εἶναι τό νοερό καί τό αὐτεξούσιο, ἐνῶ τό καθ’ ὁμοίωση εἶναι ἡ θέωση, τό νά φθάση ὁ ἄνθρωπος στήν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός.

Μεταξύ Θεοῦ καί κτίσεως δέν ὑπάρχει καμμιά ὁμοιότητα, διότι ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος, δηλαδή ἀδημιούργητος, ἀΐδιος, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος καί ὅλη ἡ κτίση ἔχει ἀρχή, φθορά καί τέλος, ἀλλά ὁ Θεός δέν θέλει ὁ ἄνθρωπος νά ἔχη τέλος. Γι’ αὐτό ἡ ἀθανασία στόν Θεό εἶναι κατά φύση, ἐνῶ στόν ἄνθρωπο εἶναι κατά Χάριν.

ι) «Δερμάτινοι χιτῶνες»

ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΙ ΧΙΤΩΝΕΣὉ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἀπό πλησμονή ἀγάπης καί γιά νά συμμετέχη στήν δόξα Του, νά γίνη θεός κατά Χάρη. Ὁ Θεός εἶναι κατά φύση Θεός, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νά γίνη κατά Χάριν Θεός· ὁ Θεός εἶναι κατ’ οὐσία Θεός, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νά γίνη κατά Χάρη Θεός. Ὁ κυριότερος χαρακτηρισμός τοῦ ἀνθρώπου ἀμέσως μετά τήν δημιουργία του εἶναι τό θεούμενος, πού σημαίνει ὁδηγεῖται πρός τήν θέωση, μέ τούς ποικίλους βαθμούς.

Ἔτσι, ζοῦσε μέσα στόν Παράδεισο, αὐτός πού ἦταν μικρόκοσμος μέσα στόν μεγαλόκοσμο μετεῖχε τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ζοῦσε ὡς ἄλλος ἄγγελος, καί ἔπρεπε ὑπακούοντας στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά ἀναπτυχθῆ πνευματικά, ἀπό νήπιος νά γίνη ὥριμος καί νά ἀπολαύση μόνιμα τήν θεία δόξα. Ὅμως, μέ τήν ἀνυπακοή του καί τήν συμβουλή τοῦ διαβόλου ἐξέπεσε ἀπό τήν δόξα στήν ὁποία βρισκόταν, ἔχασε τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, σκοτίσθηκε ὁ νοῦς του καί φόρεσε τούς «δερμάτινους χιτῶνες», ὁ Θεός, δηλαδή, τόν ἐνέδυσε μέ χιτῶνες δερμάτινους γιά νά καλύψη τήν γύμνωσή του, τήν ὁποία αἰσθάνθηκε μετά τήν ἀποβολή τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Κατά τήν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας οἱ «δερμάτινοι χιτῶνες» εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀλόγων ζώων, ἤτοι ἡ φθαρτότητα, ἡ παθητότητα καί ἡ θνητότητα, μέ τά ὁποῖα δηλώνεται ἡ σύλληψη, ὁ τόκος, ἡ θηλή, ἡ ἀσθένεια, ὁ θάνατος. Ἔτσι, οἱ δερμάτινοι χιτῶνες εἶναι ἀποτέλεσμα μέν τῆς πτώσεως, εὐλογία δέ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός τούς εὐλόγησε ὥστε νά μπορέσουν ζήσουν στόν τόπο τῆς ἐξορίας, ἕως ὅτου ἐπανέλθουν στήν πραγματική τους κατάσταση.

Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος προσδιορίζεται ἀπό τόν Θεό, τήν φύση καί τόν κόσμο, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Καθένα ἀπό αὐτά ἑλκύουν τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τά ἄλλα. Ἄν ὁ Θεός ἑλκύει τόν ἄνθρωπο, τότε τόν κάνει κατά Χάριν Θεό, καί τόν ἀποκόπτει ἀπό τήν φύση καί τόν κόσμο, ὁπότε βιώνει τό ὑπέρ φύση. Ἄν ἡ φύση κινῆ τόν ἄνθρωπο, τότε τόν ἀφήνει στήν φυσική του κατάσταση καί δέν μετέχει οὔτε τοῦ Θεοῦ, οὔτε τοῦ κόσμου καί ζῆ τό κατά φύση. Ἄν ὁ κόσμος σύρη τόν ἄνθρωπο καί τόν ἀπομακρύνη ἀπό τόν Θεό καί τήν φύση, τότε τόν μαθαίνει νά κάνη ὅλα τά παρά φύση καί τόν καθιστᾶ ζῶο.

Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν κατάσταση πού ζοῦσε στόν Παράδεισο μέσα στό Φῶς, περιβλήθηκε τούς δερμάτινους χιτῶνες καί στήν συνέχεια πρέπει νά ἀγωνισθῆ μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἀποβάλη τούς χιτῶνες καί νά φορέση τόν «φωτεινό χιτῶνα», τό ἄκτιστο Φῶς τοῦ Θεοῦ.

ια) «Οἱ Δεσποτικές ἑορτές»

ΟΙ ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣὉ Ἄσαρκος Λόγος στήν Παλαιά Διαθήκη πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες καί τούς δικαίους Πατριάρχες, ἐνηνθρώπησε στόν κατάλληλο καιρό «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τῆς Παρθένου» Μαρίας καί ἔγινε σεσαρκωμένος Λόγος. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε Χριστός, ἀφοῦ ἡ θεία φύση ἔχρισε τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἔτσι, πρίν τήν ἐνανθρώπηση λέγεται Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, μετά τήν ἐνανθρώπηση λέγεται Χριστός.

Οἱ ἑορτές πού συνδέονται μέ τούς σταθμούς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ λέγονται «Δεσποτικές Ἑορτές», ἐπειδή ἀναφέρονται στόν Δεσπότη Χριστό. Πρόκειται γιά τίς ἑξῆς ἑορτές: ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, πού ἔγινε ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι σύλληψη τοῦ Χριστοῦ, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἡ Περιτομή τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὑπαπαντή τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στόν Ναό ὅταν ἦταν δωδεκαετής, ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, ἡ Εἴσοδος στά Ἱεροσόλυμα τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, τά Πάθη καί ὁ Σταυρός καί ἡ Ταφή τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Πεντηκοστή.

Οἱ ἑορτές αὐτές κατανέμονται μέσα στόν χρόνο, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται συμπεπυκνωμένος χρόνος, σωτήριος χρόνος, γιά νά δοθῆ ἡ δυνατότητα στούς Χριστιανούς νά ἐπαναλάβουν ὅλα αὐτά τά γεγονότα στήν προσωπική τους ζωή. Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν μυστηριακή ζωή καί τόν ἀγώνα τοῦ Χριστιανοῦ, πρέπει νά γεννηθῆ μέσα του ὁ Χριστός, νά περιτμηθῆ, νά ἐκκλησιασθῆ, νά διδάξη, νά βαπτισθῆ, νά πάθη καί νά σταυρωθῆ, νά ἀναστηθῆ, νά ἀναληφθῆ καί νά ζήση μέσα του ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ.

Ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι νά ζῆ κανείς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἐν Χριστῷ, ὄχι ἁπλῶς μαζί μέ τόν Χριστό, ἀλλ’ ἐν Χριστῷ, πού σημαίνει ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ νά γίνη καί δική του ζωή, ἀναλογικῶς.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἀπέβλεπε στήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, μετέσχε, δηλαδή, τοῦ χείρονος, τοῦ φθαρτοῦ καί θνητοῦ σώματος, ὥστε ἐμεῖς νά μετάσχουμε τοῦ μείζονος, τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

ιβ) «Οἱ Θεομητορικές ἑορτές»

ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣΣημαντικό ρόλο στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ διαδραμάτισε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Παρθένος Μαρία. Ἡ ἴδια μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τόν ἀγώνα της καί τούς διαδοχικούς καθαρμούς τῶν Προγόνων της στήν Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή τῶν Προπατόρων, ἔφθασε στήν θέωση, ὑπήκουσε στόν Θεό καί ἔγινε μητέρα Του, τοῦ ἔδωσε τήν σάρκα της γιά νά γεννηθῆ. Ἔτσι, ὁ ἄοικος Θεός, διά τῆς Θεοτόκου, ἀπέκτησε οἶκον καί εἰσῆλθε στόν κόσμο.

Οἱ Θεομητορικές ἑορτές συνδέονται στενά μέ τίς Δεσποτικές ἑορτές, ἀφοῦ ἡ Χριστολογία συνδέεται στενά μέ τήν Θεοτοκολογία. Ἔτσι, ἀγαπᾶμε τήν Θεοτόκο ἐπειδή ἀγαπᾶμε τόν Υἱό της καί ἐπίσης τήν ἀγαπᾶμε γιά νά φθάσουμε στήν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ της. Πρώτη ἡ Θεοτόκος γεύθηκε τά ἀγαθά τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως καί μέσα στήν κοιλία της ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στό πρόσωπο τοῦ Λόγου -δηλαδή ὑποστατικῶς- ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως, γι’ αὐτό ἡ κοιλία τῆς Θεοτόκου εἶναι ὁ Νέος Παράδεισος.

Οἱ Θεομητορικές ἑορτές κατανέμονται μέσα στόν χρόνο γιά νά ἑορτασθοῦν θεολογικά αὐτά τά μεγάλα γεγονότα. Πρόκειται γιά τήν σύλληψη τῆς Ἁγίας Ἄννης, μητρός τῆς Θεοτόκου, τήν Γέννησή της, τά Εἰσόδιά της στόν Ναό, τόν Εὐαγγελισμό, τήν Ὑπαπαντή, τήν Κοίμησή της, τήν ἀνάσταση καί τήν εἰς οὐρανούς ἄνοδό της.

Ἡ Γ΄  Οἰκουμενική Σύνοδος πού ἀντιμετώπισε τήν αἵρεση τοῦ Νεστορίου, ὁ ὁποῖος ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά λέγεται Χριστοτόκος καί ὄχι Θεοτόκος, ἀπεφάνθη ὅτι εἶναι πράγματι Θεοτόκος καί ὅποιος δέν τήν ὀνομάζει μέ τόν ὅρον αὐτόν εἶναι αἱρετικός. Ἔκτοτε, ἀνηγέρθησαν Ἱεροί Ναοί πρός τιμή της, συνεστήθησαν ἑορτές καί πανηγύρεις, συνετέθησαν τροπάρια, γιά νά δοξασθῆ ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ὁποία ἔγινε ἡ «χώρα τοῦ ἀχωρήτου».

ιγ) «Τό μυστήριον τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ»

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥΠαιδεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο παιδαγωγεῖ ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο γιά νά μεθέξη τῆς δόξης Του. Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος μετά τήν πτώση του ἔχει ἐσκοτισμένο νοῦ, διακατέχεται ἀπό τά πάθη, γι’ αὐτό πρέπει νά καθαρισθῆ, νά φωτισθῆ καί νά δῆ τό Φῶς τῆς δόξης Του.

Ὁ ἄνθρωπος μέ τίς δικές του δυνάμεις δέν μπορεῖ νά φθάση στόν Θεό. Ἔτσι, ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται σέ αὐτόν καί τόν καλεῖ σέ συνάντηση μαζί Του. Ὁ ἄνθρωπος καί σέ αὐτήν τήν περίπτωση δυσκολεύεται νά ἀνταποκριθῆ, ἀδυνατεῖ νά χωρέση τόν ἀχώρητο. Αὐτό λέγεται παιδεία τοῦ Θεοῦ.

Στήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων παιδεία εἶναι ἡ ἔλευση τῆς θείας Χάριτος, ἡ ἄρση της ἤ ἡ ἀπόκρυψή της καί ἡ ἐκ νέου ἔλευσή της. Δηλαδή, ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται στόν ἄνθρωπο, τοῦ ἀποκαλύπτει, ὅσο μπορεῖ νά ἀντέξη, τήν ἀγάπη Του καί τό κάλλος τοῦ προσώπου Του, καί στήν συνέχεια ἀπομακρύνεται, ἀναστέλλει τήν Χάρη Του γιά νά τόν κάνη νά τόν ἀναζητήση καί ἔτσι νά ἐκφρασθῆ ἡ ἐλευθερία του. Ἔπειτα, ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό γίνεται μονιμότερη. Ἔτσι, ἔχουμε τρεῖς βαθμίδες πνευματικῆς ζωῆς· ἔλευση τῆς Χάριτος, ἄρση τῆς Χάριτος, ἐκ νέου ἔλευσή της. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό φαίνεται στήν πορεία τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀπό τήν Αἴγυπτο στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Στήν ἀρχή, ἐμφανίζεται ὁ Θεός στόν Μωϋσῆ, κάνει αἰσθητή τήν παρουσία του στόν λαό καί τόν περνᾶ μέσα ἀπό τήν Ἐρυθρά θάλασσα, ἔπειτα ὑποστέλλεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, κατά τήν πορεία τοῦ λαοῦ στήν ἔρημο καί ἔπειτα καταλήγει ὁ λαός στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Αὐτή ἡ διαδικασία λέγεται μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ.

Βεβαίως, στά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μνημονεύεται καί μία ἄλλη διαβάθμιση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση. Πρόκειται γιά τήν μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία στήν ἀρχή καθαρίζει τόν ἄνθρωπο καί λέγεται καθαρτική, ἔπειτα φωτίζει τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί λέγεται φωτιστική καί στήν συνέχεια θεοποιεῖ τόν ἄνθρωπο καί λέγεται θεοποιός.

Δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν ἑρμηνειῶν τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀφοῦ ἀλληλοπεριχωροῦνται μεταξύ τους ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση κάθε ἀνθρώπου. Ὅταν κάποιος δέχεται πολλή Χάρη ἀπό τόν Θεό αἰσθάνεται ἔκπληξη καί μετά ἀρχίζει ἡ κάθαρση, ὁπότε ἐπανέρχεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, καί ὅταν κάποιος ἀρχίζη νά μετανοῆ δέχεται ἐλλάμψεις τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί ἄρσεις της.

Ἡ πνευματική ζωή εἶναι μυστήριο, ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό ἔχει διακυμνάνσεις, διαφοροποιήσεις, εἶναι ἕνα μυστήριο.

ιδ) «Θεολογία γεγονότων»

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝὉ ὅρος «θεολογία γεγονότων» ἀνήκει στόν μεγάλο θεολόγο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, ὁ ὁποῖος δίδασκε ὅτι συνδέεται στενά ἡ θεολογία μέ τήν ἱστορία, καί ὅποιος εἶναι ἀναίσθητος στήν ἱστορία δύσκολα θά εἶναι καλός Χριστιανός.

Αὐτός ὁ ὅρος «θεολογία γεγονότων» εἶναι σημαντικός καί μπορεῖ νά ἐξετασθῆ, μεταξύ τῶν ἄλλων, σέ τέσσερεις περιπτώσεις:

Πρῶτον, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησε στήν ἱστορία, προσέλαβε σῶμα ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἔζησε, δίδαξε, ἔπαθε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε καί ἔστειλε τό Πανάγιο Πνεῦμα σέ μιά συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δέν πιστεύουμε σέ ἕναν φανταστικό καί ἰδεατό Θεό.

Δεύτερον, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, εἶναι ἐκτός τοῦ κόσμου, ἀλλά ζῆ καί ἐργάζεται στόν κόσμο καί ἑνώνει τούς Χριστιανούς, τά μέλη της, μέ τόν Χριστό διά τῶν Μυστηρίων. Δέν πιστεύουμε σέ μιά ἀόρατη καί μυστική Ἐκκλησία, πού λειτουργεῖ σάν τά φῶτα μιᾶς μεγαλούπολης, τά ὁποῖα δέν τά βλέπουμε τήν ἡμέρα, ἀλλά τά προσέχουμε τήν νύκτα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας εὐλογημένος θεσμός, πού συγκροτεῖται ἀπό τούς Κληρικούς καί λαϊκούς σέ μιά συνοδική καί ἱεραρχική δομή.

Τρίτον, ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Πατέρων ἀντιμετωπίζει τούς αἱρετικούς οἱ ὁποῖοι θεολογοῦν μέ τήν φιλοσοφία καί τόν στοχασμό, καί αὐτό φαίνεται στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, ὁπότε οἱ ἀποφάσεις αὐτές δεσμεύουν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Σύνοδοι εἶναι ἱστορικά καί πνευματικά γεγονότα. Ἔτσι, τό κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας δέν πιστεύει κατά τό δοκοῦν.

Τέταρτον, μέσα στήν Ἐκκλησία τά μέλη της ἀγωνίζονται νά τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἁγιάζονται καί συμπεριλαμβάνονται στά ἁγιολόγια τῆς Ἐκκλησίας, πού λέγονται Συναξάρια, καί ἀποτελοῦν τήν λεγομένη «ἱερά ἱστορία».

Ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι ἀφηρημένη, στοχαστική, ἀλλά συγκεκριμένη, πού ἐκφράζεται καί βιώνεται στήν ἱστορία. Γι’ αὐτό κάνουμε λόγο γιά «θεολογία γεγονότων» καί ὄχι θεολογία στοχασμῶν καί συναισθηματισμῶν.

ιε) «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία»

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑἩ λέξη ψυχοθεραπεία παραπέμπει σέ διάφορα ψυχοθεραπευτικά συστήματα, τά ὁποῖα προσπαθοῦν νά ἀντιμετωπίσουν τίς κρίσεις πού παρατηροῦνται στόν ἄνθρωπο, ἀπό διάφορα γεγονότα, καί ἐπηρεάζονται ἀπό τίς ἰδιαίτερες ψυχολογικές ἀρχές. Πρόκειται γιά μεθόδους γιά τήν θεραπεία ψυχικῶν διαταραχῶν ἤ διαταραχῶν συμπεριφορᾶς μέ τήν χρήση ψυχολογικῶν τεχνικῶν καί ὄχι μέ φάρμακα ἤ ἠλεκτροσπασμοθεραπεία.

Ὅταν στήν ψυχοθεραπεία προστίθεται ἡ λέξη ὀρθόδοξη ἐννοεῖται ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο θεραπεύει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἄρρωστος πνευματικά. Κατά τήν Ὀρθόδοξη θεολογία ψυχασθενής εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπό τόν Θεό, ὁ νοῦς του εἶναι ἐσκοτισμένος καί γι’ αὐτό διαταράσσονται ὅλες οἱ σχέσεις του μέ τόν Θεό, τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση. Στούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας αὐτή ἡ θεραπεία χαρακτηρίζεται «ἐν Πνεύματι θεραπευτική ἐπιστήμη» καί εἶναι ἡ «πατερική θεραπευτική ἀγωγή», γι’ αὐτό καί δέν ὑπάρχει καμμιά σύγχυση μέ τήν θύραθεν ψυχοθεραπευτική μέθοδο καί ἐπιστήμη.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά ἰδεολογία καί κοινωνική ὀργάνωση, ἀλλά πνευματικό θεραπευτήριο, πνευματικό νοσοκομεῖο, πού θεραπεύει ὅλο τόν ἄνθρωπο, καί ἀπό τήν ἰδιοτελῆ ἀγάπη τόν ὁδηγεῖ στήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, ἀπό τήν φιλαυτία στήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία. Αὐτή ἡ θεραπεία γίνεται χωρίς νά καταργῆται ἡ ἰατρική ἐπιστήμη, ἡ ὁποία θεραπεύει ἀσθένειες τοῦ σώματος, οὔτε νά ὑποτιμᾶται ἡ νευροεπιστήμη πού συνδέεται καί μέ τήν ψυχολογία.

Οὐσιαστικά, ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θεραπευτική τῆς νοσούσης προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου, γι’ αὐτό ἡ ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία προσδιορίζεται ἀκριβέστερα μέ τήν λεγομένη νηπτική-ἡσυχαστική-φιλοκαλική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πού διαφοροποιεῖται τόσο ἀπό τόν σχολαστικισμό ὅσο καί ἀπό τόν ἠθικισμό.

Τό περιεχόμενο τῆς νηπτικῆς θεολογίας, πού εἶναι ἡ μέθοδος θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου, περιλαμβάνει τίς ἀσθένειες καί τίς θεραπεῖες τοῦ νοῦ, τῶν λογισμῶν, τῆς φαντασίας, τῆς καρδιᾶς, τῶν παθῶν. Αὐτή ἡ νηπτική παράδοση πού συνδέεται μέ τήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ὀρθόδοξη μεθοδολογία γιά τήν βίωση τῆς ὀρθοδόξου γνωσιολογίας καί θεολογίας.

ιστ) «Θρησκεία καί Ἐκκλησία στήν κοινωνία»

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑἩ θρησκεία ἑτυμολογικῶς προέρχεται ἀπό τό ρῆμα θρώσκω πού σημαίνει ἀνεβαίνω, δηλώνει τήν ἀνάβαση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό.

Δημιουργήθηκαν πολλές θρησκεῖες πού χωρίζονται σέ κατώτερες καί ἀνώτερες, πολυθεϊστικές καί μονοθεϊστικές, καί διαιροῦνται ἀνάλογα μέ τήν πίστη, τήν λατρεία καί τό ἦθος. Ἄν μελετήσουμε τήν πίστη κάθε θρησκείας θά παρατηρήσουμε ὅτι οἱ θρησκεῖες γενικά συνδέονται μέ τρεῖς καταστάσεις. Πρῶτον, μέ τήν μαγεία, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νά ἐξευμενίση τό θεῖο. Δεύτερον, μέ τήν δεισιδαιμονία πού ταυτίζει τόν Θεό μέ τήν κτίση καί λατρεύεται ἡ κτίση, ὅπως φαίνεται στόν πανθεϊσμό. Καί τρίτον, συνδέεται μέ τόν μυστικισμό, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν κλασσική μεταφυσική (Πλάτωνας, Νεοπλατωνικοί), πού κάνει λόγο γιά τήν ἐπιστροφή τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπό ὅπου ἐξέπεσε.

Πολλοί θρησκειολόγοι διδάσκουν ὅτι δύο εἶναι οἱ πόλοι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος, ἤτοι τοῦ φόβου καί τῆς ἀγάπης, καί ἡ προτεραιότητα τοῦ ἑνός ἔναντι τοῦ ἄλλου δείχνει τήν κατώτερη καί ἀνώτερη θρησκεία. Γιά παράδειγμα, ὅταν στήν θρησκεία ὑπερτερῆ ὁ φόβος, τότε αὐτή εἶναι κατώτερη, ἐνῶ ὅταν ὑπερτερῆ ἡ ἀγάπη, τότε ἡ θρησκεία εἶναι ἀνώτερη. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική ἑρμηνεύονται ἀπό τούς θρησκειολόγους οἱ τρεῖς μονοθεϊστικές θρησκεῖες, ἤτοι ὁ Ἰουδαϊσμός, ὁ Χριστιανισμός καί ὁ Μουσουλμανισμός, καί ἔτσι δίδουν προτεραιότητα στόν Χριστιανισμό, διότι διδάσκει τήν ἀγάπη ἀκόμη καί στούς ἐχθρούς.

Ὅμως, ἄν ἐξετάσουμε ἐσωτερικότερα τά πράγματα θά διαπιστώσουμε ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι θρησκεία, γιατί ἐνῶ ἡ θρησκεία ἀνεβάζει τόν ἄνθρωπο στό θεῖο, στόν Χριστιανισμό βιώνεται ἡ κατάβαση-ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ. Ἔπειτα, ὁ Χριστιανισμός εἶναι Ἐκκλησία, καί ὑφίσταται μεγάλη διαφορά μεταξύ Θρησκείας καί Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, πιστεύει σέ ἕναν ὑπαρκτό Θεό πού ἐνανθρώπησε, δίδαξε, ἔπαθε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, καί εἶναι μιά συγκεκριμένη κοινότητα, πού στηρίζεται στήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία. Ἡ ἐκκλησιαστική ζωή δέν εἶναι θρησκευτική ζωή, διότι διαφοροποιεῖται ἀπό τήν μαγεία, τήν δεισιδαιμονία καί τόν μυστικισμό. Αὐτή ἡ διαφοροποίηση φαίνεται στήν θεραπευτική πράξη, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ἡ θέωση· στήν διάκριση μεταξύ νοῦ καί λογικῆς, ὁπότε δέν ἐπηρεάζεται ὁ νοῦς ἀπό τά πάθη καί τό περιβάλλον· στήν διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου· καί στήν μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Θρησκεῖες καί ἡ Ἐκκλησία ἐπηρεάζουν καί τό περιβάλλον καί δημιουργοῦν ἀνάλογες καταστάσεις στήν κοινωνία, θετικές ἤ ἀρνητικές. Γι’ αὐτό ἐκτιμᾶται ἀπό πολλούς ὅτι ὁ Χριστιανισμός ὡς Ἐκκλησία θεραπεύει τήν κοινωνία, ἐνῶ οἱ θρησκεῖες, τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦν οἱ πολιτικές ἐξουσίες, ἀρρωσταίνουν τίς κοινωνίες.

ιζ) «Ὅσοι πιστοί»

ΟΣΟΙ ΠΙΣΤΟΙΟἱ Χριστιανοί μυοῦνται στήν ἐκκλησιαστική ζωή, ὑπάρχει μιά προοδευτική ἐμπειρική γνώση, μιά συνεχής βίωση τῆς πίστεως. Κάθε ἄνθρωπος πού θέλει νά γίνη μέλος τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά βαπτισθῆ καί νά χρισθῆ μέ τά Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος. Ὁ ἄνθρωπος πρίν τό βάπτισμα λέγεται κατηχούμενος, ἐνῶ μετά τό βάπτισμα λέγεται πιστός. Ὡστόσο καί μετά τό Βάπτισμα ἐξεκολουθεῖ νά κατηχῆται στήν διδασκαλία τῆς πίστεως στήν «ὀρθόδοξη παράδοση» καί τήν «παραδεδομένη πίστη».

Ἡ διάκριση μεταξύ κατηχουμένων καί πιστῶν φαίνεται καθαρά στήν θεία Λειτουργία, ὅταν μετά τήν ἀνάγνωση τῶν ἀποστολικῶν καί εὐαγγελικῶν κειμένων καλοῦνται οἱ κατηχούμενοι ἤ ἀκόμη καί οἱ πρός τό φώτισμα προετοιμαζόμενοι νά ἀποχωρίσουν ἀπό τόν Ναό, καί ἐπίσης καλοῦνται οἱ πιστοί νά συνεχίσουν τήν παραμονή τους στήν θεία Λειτουργία, ὅπου θά ἔχουν τήν δυνατότητα νά δοξάσουν τόν Θεό ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί νά κοινωνήσουν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Καί οἱ πιστοί πρέπει συνεχῶς νά κατηχοῦνται στά μυστήρια τῆς πίστεως, γιατί ὑπάρχει πρόοδος στήν πνευματική ζωή. Πρέπει νά καθαρισθῆ ἡ καρδιά ἀπό τά πάθη, νά φωτισθῆ ὁ νοῦς τους καί νά φθάσουν στήν θέωση. Αὐτό γίνεται μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί μέ τήν ἀνάγνωση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ ὁποία, ὅμως, πρέπει νά ἑρμηνεύεται ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἔχουν τό ἴδιο φρόνημα, τήν ἴδια πίστη, τήν ἴδια ἐμπειρία μέ τούς Ἀποστόλους.

Γιά νά εἶναι κανείς πιστός Χριστιανός πρέπει νά μετέχη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου ζωῆς, νά ἔχη ὁδηγούς, νά ζῆ στήν Ἐκκλησία μέ τούς ἀδελφούς του καί νά ἔχη ἀναφορά καί σκοπό τήν ἕνωσή του μέ τόν Χριστό.

ιη) «Τό πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ»

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥὉ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ συνδέεται στενότατα μέ τήν Ἀνάστασή Του. Σταυρός καί Ἀνάσταση ἀποτελοῦν μιά ἀρραγῆ ἑνότητα, ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία: «Τόν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καί τήν Ἁγίαν σου ἀνάστασιν δοξάζομεν». Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τό μυστήριο τῆς δόξας εἶναι ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὀ Σταυρός εἶναι διπλός, ἤτοι ὁ σταυρός τῆς πράξεως καί ὁ σταυρός τῆς θεωρίας. Ὁ Ἀβραάμ ἔζησε τόν σταυρό τῆς πράξεως καί τῆς θεωρίας μέ τό ὅτι ὑπήκουσε στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί βγῆκε ἀπό τήν πατρίδα του, τήν συγγένειά του καί τόν οἶκο τοῦ πατρός του, βάδιζε ἕως ὅτου ἀποκαλυφθῆ σέ αὐτόν ὁ Θεός καί ἔζησε τήν θεωρία ὅταν εἶδε τόν Θεό. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τόν Προφήτη Μωϋσῆ, ὁ ὁποῖος ἔζησε τόν σταυρό τῆς πράξεως καί τῆς θεωρίας μέ τήν ἀνάβαση στό Σινᾶ καί ἐπίσης μέ τήν ἔμφάνιση τοῦ ἀσάρκου Λόγου.

Ὅλο τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σταυροαναστάσιμο, ἀφοῦ καί τόν Σταυρό τόν ἑρμηνεύουμε μέσα ἀπό τήν Ἀνάσταση, ἀλλά καί τήν Ἀνάσταση μέσα ἀπό τόν τόν Σταυρό. Σταυρός χωρίς Ἀνάσταση εἶναι ἀπελπισία καί ἀπόγνωση, καί Ἀνάσταση χωρίς Σταυρό εἶναι ἕνα ἁπλό συναίσθημα.

Κάθε Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας προϋποθέτει τήν ἄσκηση πού εἶναι σταυρική ζωή καί ἀκολουθεῖ ἡ βίωση τῆς ἀναστάσιμης ζωῆς. Ἡ θεολογία εἶναι ἀποφατική, ἡ Χριστιανική ζωή εἶναι κένωση.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «ἐμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ» (Γαλ. στ΄, 14). Ὁ Χριστιανός σταυρώνεται καθημερινά, πρῶτα σταυρώνεται ὡς πρός τόν κόσμο, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι ἔφυγαν ἀπό τήν Αἴγυπτο, καί ἔπειτα σταυρώνεται ὁ κόσμος ὡς πρός αὐτούς, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι στήν ἔρημο ἀγωνίζονταν νά ξεχάσουν καί τήν ἐνθύμηση τῆς Αἰγυπτιώδους ζωῆς.

Ὄχι μόνον τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σταυροαναστάσιμο, ἀλλά καί τό πολίτευμα τῆς Χριστιανικῆς πολιτείας προστατεύεται ἀπό τόν Σταυρό.

ιθ) «Ὀρθόδοξος μοναχισμός ὡς προφητική, ἀποστολική καί μαρτυρική ζωή»

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣΣέ ὅλες τίς Θρησκεῖες παρατηρεῖται ἡ ὕπαρξη μοναχισμοῦ, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ μιά τέλεια κατά τό δυνατόν ζωή, πέρα ἀπό τήν συμβατικότητα. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι συμβιβάζονται μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας χωρίς Θεό, ἐνῶ οἱ ἀπαιτητικοί ἀναζητοῦν τήν τελειότητα αὐτῶν πού ἐπαγγέλλεται ἡ θρησκεία τους.

Μοναχισμός ὑπάρχει καί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού ἀναπτύχθηκε ὡς θεσμός τόν 4ο αἰώνα. Στήν πραγματικότητα ἡ εὐαγγελική ζωή, πού εἶναι ζωή μετανοίας, καταγράφεται στήν Ἁγία Γραφή καί εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τῶν Χριστιανῶν. Τά Εὐαγγέλια, οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί οἱ Ἐπιστολές τους καταγράφουν τόν τρόπο ζωῆς τῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι ζοῦσαν οἱ Χριστιανοί τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες. Ὅταν, ὅμως, μέ τήν κατάπαυση τῶν διωγμῶν ἄρχισε ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τότε ὅσοι ἤθελαν νά ζήσουν στό ἔπακρο τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἐπέλεξαν τόν ἐρημικό βίο, τόν ἀναχωρητισμό, καί ἀργότερα οἱ Πατέρες καί οἱ Σύνοδοι, Τοπικές καί Οἰκουμενικές, ἔθεσαν τίς βάσεις τῆς λειτουργίας τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ὥστε νά μή θεωρηθῆ ὡς μιά ἀναρχική ζωή.

Στήν βάση του ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός εἶναι ἡ προφητική, ἡ ἀποστολική καί ἡ μαρτυρική ζωή, γιατί προϋποθέτει τήν ὁλοκληρωτική ἀφιέρωση τοῦ μοναχοῦ στόν Χριστό, τήν θυσία καί τήν προσφορά, τήν μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτόν τόν μοναχισμό ἔζησαν οἱ Πατέρες στό Ἅγιον Ὄρος, στήν Παλαιστίνη, στήν Αἴγυπτο, στό Ὄρος Σινᾶ. Οἱ ὀρθόδοξοι μοναχοί ζοῦν στήν πράξη τίς τρεῖς μοναχικές ἀρετές, ἤτοι τήν ὑπακοή, τήν παρθενία καί τήν ἀκτημοσύνη, πού συνδέονται μέ τίς τρεῖς ἀποταγές, τούς τρεῖς σταυρούς καί τίς τρεῖς γεννήσεις. Οἱ ὀρθόδοξοι μοναχοί ἀκολουθοῦν τό ἀρνίον τῆς Ἀποκαλύψεως πού ὁδεύει στόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση.

Ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός διαφέρει σαφέστατα ἀπό τόν δυτικό-φράγκικο μοναχισμό, ὁ ὁποῖος συνδέθηκε μέ σταυροφορίες καί πολιτικές σκοπιμότητες. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οἱ μοναχοί ἀγωνίζονται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά σωθοῦν, γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος τῆς σωτηρίας, ἐνῶ οἱ δυτικοί μοναχοί, ὅπως ἐμφανίσθηκαν στήν ἱστορία μέ τήν ἵδρυση τῶν μοναχικῶν ταγμάτων, προσπάθησαν νά σώσουν τήν Ἐκκλησία, καί ἐν πάσῃ περιπτώσῃ τίθενται στήν ὑπηρεσία τῶν ἱεραποστολικῶν καί διπλωματικῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Βατικανοῦ.

Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι καί οἱ μοναχοί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ἐκκοσμικεύονται καί δέν ἀλλοτριώνονται.  Ὑπάρχουν μοναχοί πού ἔχουν ἐκδυτικοποιηθῆ καί ἔχουν ἀπωλέσει τήν ὀρθόδοξη ἀσκητική, δηλαδή δέν μετέχουν τῆς Προφητικῆς, Ἀποστολικῆς καί μαρτυρικῆς ζωῆς.

Ἡ Ἐκκλησία, διά τῶν Πατέρων ἀνέπτυξε ὅλη τήν παράδοση τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ὁπότε ἐκεῖνο πού εἶναι ἀπαραίτητο σήμερα εἶναι ἡ ἐφαρμογή της, τό «καιρός τοῦ ποιῆσαι».

κ) «Παλαιά καί Νέα Ρώμη»

ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΡΩΜΗἩ Ἐκκλησία, πού ἄρχισε τήν ζωή της ὡς Σῶμα Χριστοῦ τήν Πεντηκοστή στά Ἱεροσόλυμα, ἐπεκτάθηκε σέ ὅλα τά μέρη τῆς τότε Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί ἔφθασε μέχρι τήν Πρωτεύουσά της τήν Ρώμη. Ἐκεῖ δίδαξαν καί μαρτύρησαν οἱ δύο πρωτοκορυφαῖοι Ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος.

Στήν ἀρχή οἱ Ρωμαῖοι Αὐτοκράτορες ἀντέδρασαν στήν νέα διδασκαλία, τήν θεώρησαν ὡς παράνομη θρησκεία, διότι δέν δεχόταν τήν λατρεία τοῦ Αὐτοκράτορα, καί ἀκολούθησαν οἱ μεγάλοι διωγμοί μέχρι ἀρχές τοῦ 4ου αἰῶνος. Τότε, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μέ τό διάταγμα τῶν Μεδιολάνων ἐπέβαλε τήν ἀνεξιθρησκεία καί ὁ ἴδιος ἀσπάστηκε τόν Χριστιανισμό, ἀκολούθησαν δέ καί ἄλλοι Ρωμαῖοι ἀξιωματοῦχοι. Ἔτσι, ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἔγινε Χριστιανική.

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, γιά λόγους πολιτικούς, μετέφερε ὄχι μόνον τήν πρωτεύουσα, ἀλλά ὅλη τήν πόλη μέ τίς ἀρχές καί ὅ,τι σημαντικό ὑπῆρχε στήν Ρώμη, στήν πολίχνη πού λεγόταν Βυζάντιο, τήν ὁποία ὀνόμασε Νέα Ρώμη καί ἀργότερα ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ ἱδρυτοῦ της καί ὀνομάσθηκε Κωνσταντινούπολη. Ἔτσι ἄρχισε ἡ Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, πού μεγαλούργησε. Ἐκκλησιαστικά, παρέμεινε ἡ διάκριση μεταξύ Παλαιᾶς καί Νέας Ρώμης.

Μέχρι τόν 9ο αἰώνα ὑπῆρχε κοινή παράδοση καί θεολογία μεταξύ τῶν Πατέρων τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Ρώμης, μέ ἐξαίρεση μερικές ἀπόψεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ὁ ὁποῖος δέν γνώριζε ἑλληνικά καί δέν μποροῦσε νά παρακολουθήση τήν συζήτηση πού γινόταν μεταξύ τῶν Πατέρων καί τῶν αἱρετικῶν. Πάντως, συνεκλήθησαν ὀκτώ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, στίς ὁποῖες συμμετεῖχαν καί ἀντιπρόσωποι τοῦ Πάπα, γιά νά λύσουν διάφορα θεολογικά ζητήματα πού εἶχαν ἀνακύψει. Μέχρι τόν 8ο αἰώνα ὑπῆρχε κοινή παράδοση καί αὐτό φαίνεται, ἐκτός τῶν ἄλλων, στό βιβλίο «Διάλογοι» τοῦ μεγάλου Πάπα τῆς Παλαιᾶς Ρώμης Γρηγορίου τοῦ ἐπωνομαζομένου Διαλόγου.

Ἀπό τόν 6ο  αἰώνα ἐμφανίσθηκαν διάφορα γερμανικά φῦλα, πού κατέβαιναν ἀπό τόν βορρᾶ, στά δυτικά μέρη τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί κατελάμβαναν διάφορες περιοχές. Οἱ Φράγκοι, ἕνα γερμανικό φύλο, ἀπό τόν 8ο αἰώνα ἄρχισαν νά κατεβαίνουν πρός νότο, ἰδίως μέ τόν Καρλομάγνο, καί κατέλαβαν σταδιακά ὁλόκληρο τό δυτικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, καί ἵδρυσαν τήν ἁγία Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους. Ὑπῆρξαν ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῶν Ρωμαίων Αὐτοκρατόρων, ἀλλά δέν κατορθώθηκε τελικά ἡ ἀποσόβηση τοῦ κινδύνου ἀπό τούς Φράγκους.

Πάντως, μέ τήν πολιτική διαφοροποίηση τοῦ δυτικοῦ τμήματος ἀπό τό ἀνατολικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἐπῆλθε καί ἡ θεολογική διαφοροποίηση, ἡ ἀπόκλιση ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ἀνάπτυξη τῆς σχολαστικῆς θεολογίας καί ἡ διαφορετική ἐξέλιξη τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τίς ἀνάλογες ἀντιδράσεις.

Καί ἡ Νέα Ρώμη δέχθηκε πολλές ἐπιθέσεις ἀπό Βορρᾶ καί ἀπό Ἀνατολάς, ἀλλά παρέμεινε πιστή στήν θεολογία τῶν Πατέρων, παρά τήν τελική ὑποδούλωσή της στούς Τούρκους. Ὅμως, καί στήν Ἀνατολική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία εἰσέδυσαν τά ἐσφαλμένα θεολογικά ρεύματα τῆς δύσεως.

Μεταξύ Παλαιᾶς καί Νέας Ρώμης ὑπῆρξε ἀπόκλιση, ἀλλά καί προσπάθειες σύγκλισης, ἔγιναν καί γίνονται διάφοροι διάλογοι, ἀλλά ὅπως φαίνεται τό χάσμα εἶναι βαθύ, ὡς πρός τήν θεολογία καί τόν πολιτισμικό τρόπο ζωῆς.

κα) «Ὀρθόδοξος καί δυτικός τρόπος ζωῆς»

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣὍταν τό δυτικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν ὀρθόδοξη παράδοση τῆς ἑνιαίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἀναπτύχθηκε μιά ἰδιαίτερη θεολογία, πού ἐπηρέασε μέ πολλούς τρόπους καί τόν πολιτιστικό τρόπο ζωῆς. Ἔτσι, μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά Ἀνατολή καί Δύση, ὄχι μόνον ἀπό ἀπόψεως γεωγραφικῆς, ἀλλά κυρίως θεολογικῆς καί πολιτιστικῆς.

Πρόκειται γιά ἕναν διαφορετικό τρόπο ζωῆς, πού φαίνεται στήν θεολογία περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κυρίως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filioqve), στήν δημιουργία τοῦ κόσμου, καί τήν θεολογία τῶν λόγων τῶν ὄντων, στόν γάμο, στήν ἱεραποστολή, στόν τρόπο θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου καί σέ πολλά ἄλλα θέματα. Ἡ θεολογική σκέψη ἐπηρέασε καί τόν τρόπο ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τήν διοργάνωση τῆς κοινωνίας.

Οἱ βασικές διαφορές μεταξύ ὀρθοδόξου καί δυτικοῦ τρόπου ζωῆς εἶναι ὅτι ὁ δυτικός ἄνθρωπος ἔχει κέντρο τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ ὁ ἀνατολικός ἔχει κέντρο τόν Θεό. Ὁ δυτικός ἐπεξεργάζεται τά πάντα λογικά, ἀκόμη καί τά θέματα τοῦ Θεοῦ, καί προσπαθεῖ νά κατανοήση τόν Θεό, ἐνῶ ὁ ἀνατολικός ἔχει ὡς βάση τόν νοῦ πού εἰσέρχεται στήν καρδιά ὅπου ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός. Ὁ δυτικός ἄνθρωπος ὁμιλεῖ γιά τήν ἐξιλέωση τοῦ Θεοῦ καί τήν προσβληθεῖσα δικαιοσύνη Του, καί μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική ἀναλύει τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἑνῶ ὁ ἀνατολικός βλέπει τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἀλλά καί τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό φαίνεται καί στό πῶς οἱ ἄνθρωποι θεωροῦν τήν Ἐκκλησία, τά Μυστήρια, τόν τρόπο προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί στό πῶς ζοῦν στόν καθημερινό βίο.

κβ) «Γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί»

ΓΕΝΝΗΜΑ ΚΑΙ ΘΡΕΜΜΑ ΡΩΜΗΟΙἩ Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ὀνομάσθηκε Ρωμανία καί οἱ κάτοικοί της ὀνομάσθηκαν Ρωμηοί. Ἡ ἔννοια τοῦ Ρωμηοῦ προϋποθέτει τήν συνάντηση μεταξύ Ὀρθοδόξου πίστεως καί Ἑλληνικῆς παραδόσεως. Ρωμηός εἶναι ὁ ὀρθόδοξος πού δέχεται καί βιώνει τήν παράδοση τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων καί αὐτή ἡ παράδοση διατυπώθηκε μέ τήν χρησιμοποίηση τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ὁπότε ὁ Ἑλληνισμός ἀποτέλεσε τό ἔνδυμα, τήν σάρκα τῆς παραδεδομένης ὀρθοδόξου ἀποκαλύψεως.

Παρά τόν ἐκβαρβαρισμό τῆς δύσης μέ τήν κάθοδο τῶν Γερμανικῶν φυλῶν ἐν τούτοις ὑπάρχουν Ρωμηοί καί στήν Δύση, οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέ τήν παράδοση τῶν Πατέρων, τῆς ἀρχαίας κοινῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀλλά καί ὑπάρχουν καί ἄλλοι πού τήν ἀναζητοῦν, ὡσάν νά ἀναζητοῦν τήν πολιτιστική καί πνευματική κληρονομιά τῶν προγόνων τους, πού βρίσκεται στό βάθος τῆς ὑπάρξεώς τους.

Ἔτσι, ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ρωμηῶν καί Φράγκων στήν θεολογία, τόν πολιτισμό καί τήν κοινωνική ζωή. Οἱ Φράγκοι ἐπέβαλαν ἕναν ἄλλο πολιτισμό πού κατέληξε στήν φεουδαρχία καί τόν καπιταλισμό, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται στήν σύγχρονη ζωή. Ἀντίθετα, οἱ Ρωμηοί καλλιέργησαν ἕναν ἄλλον πολιτισμό, ὁ ὁποῖος βασίζεται στήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία.

Οἱ Ρωμηοί εἶχαν καί ἔχουν διαρκῶς πόλεμο ἀπό τούς Φράγκους καί τούς Ὀθωμανούς, τόν δυτικό ἐκκοσμικευμένο Χριστιανικό τρόπο ζωῆς, ἀλλά καί ἀπό τόν ἀνατολικό ἀνθρωποκεντρικό τρόπο ζωῆς. Πάντως, φαίνεται ὅτι σέ πολλά σημεῖα ὑφίσταται μιά στενή σχέση μεταξύ τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, ὅπως στήν διδασκαλία περί ἀπροσίτου Θεοῦ, περί μοναχικοῦ μυστικισμοῦ, κοινωνικοῦ καί ψυχικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, Ἁγίας Γραφῆς, καί τοῦ Κορανίου ὡς λόγου Θεοῦ,  Θεοκρατικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ.

Οἱ γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί διαφέρουν σαφῶς τόσο ἀπό τόν δυτικό Χριστιανισμό, ὅσο καί ἀπό τόν ἀνατολικό Ἰσλαμισμό.

Ἡ θεολογία καί ὁ πολιτισμός τῶν Ρωμηῶν περικλείονται μέσα στήν λέξη «Ἀνατολικά», καί ἑρμηνεύεται μέ τήν φράση «ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή». Δέν πρόκειται γιά τόν γεωγραφικό ὅρο τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά γιά τό πῶς ἐμεῖς ὁρίζουμε τήν Ἀνατολή, πού εἶναι ἡ ἀποκαλυπτική ζωή καί διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, πού δανείσθηκε ὡς σάρκα, τόσο τήν Ἑλληνική φιλοσοφική ὁρολογία, ὅσο καί τό Ρωμαϊκό δίκαιο, γιά τήν διοργάνωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἡ Ρωμηοσύνη δέν διακρίνεται ἀπό τόν Ἐθνικισμό, ἀλλά ἀπό τήν Οἰκουμενικότητα, πού ἀντιπαρατίθεται στούς Φράγκους, στόν ἀνατολικό ἀνθρωποκεντρισμό καί τόν Πανσλαυισμό.

Ἡ Ρωμηοσύνη μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἔχει θαυμαστή ἐπικαιρότητα στήν σύγχρονη φιλοσοφία, ψυχολογία καί κοινωνιολογία.

κγ) «Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος»

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣἩ Νέα Ρώμη ἀποτέλεσε τήν ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τήν ἕδρα ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἑξῆς προσέλαβαν τό διοικητικό σύστημα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Κατ’ ἀρχήν εἰσήγαγαν τό Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως στήν Ἐκκλησία, καί στήν συνέχεια διαμορφώθηκε ἡ Πενταρχία, πού ἦταν ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν πέντε μεγάλων Ἐπαρχιῶν Παλαιᾶς Ρώμης, Νέας Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, καί τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ὅταν, ὅμως, ἀποσχίσθηκε ἡ Παλαιά Ρώμη ἀπό τό σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μέ τήν κατάληψή της ἀπό τούς Φράγκους, τότε ἡ Νέα Ρώμη, Οἰκουμενικό Παριαρχεῖο, ἀπέκτησε τό Πρωτεῖο τιμῆς καί διακονίας μέ τό νά ἀναλαμβάνη διάφορες πρωτοβουλίες γιά τήν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Οἰκουμενική, θεωρεῖ δέ τόν Ἐθνικισμό ὡς αἵρεση, γιατί εἶναι διάσπαση τῆς ἑνότητας. Ὅμως, δυστυχῶς, ὁ Ἐθνικισμός, ὡς ἀπόρροια τῶν δυτικῶν κινημάτων, κυρίως τοῦ διαφωτισμοῦ  καί τοῦ ρομαντισμοῦ, εἰσήχθη καί στόν Ὀρθόδοξο χῶρο, μέ τήν συγκρότηση ἀνεξαρτήτων  ἐθνικοτήτων. Αὐτό ἄρχισε μέ τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821, τήν δημιουργία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καί τήν προσπάθεια νά προσδώσουν σέ αὐτό ἐθνική συνείδηση. Ἔτσι, οἱ δυτικοί ἔδωσαν τήν ἐλευθερία στό Κρατίδιο τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ προσδιόρισαν τήν ταυτότητά του, ἤτοι νά συνδεθῆ μέ τήν ἀρχαία Ἐλλάδα, νά προσανατολισθῆ στήν Δύση καί νά ἀποδεσμευθῆ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Στήν πραγματικότητα ἔγινε προσπάθεια νά καταλυθῆ ἡ Ρωμηοσύνη, μέ τήν ὀρθόδοξη, ἐκκλησιαστική καί πολιτική συγκρότηση καί νά ἀποσοβηθῆ κάθε σχέδιο ἐπανασυγκρότησής της.

Τό παράδειγμα τῆς Ἑλλάδος ἀκολούθησαν ὅλες οἱ βαλκανικές λαότητες, οἱ ὁποῖες ἔγιναν ἀνεξάρτητα ἐθνικά Κράτη, πού ἀπέκτησαν καί δικές τους «ἐθνικές» Ἐκκλησίες.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος παρέμεινε σέ σχίσμα ἀπό τό 1833, πού οἱ Βαυαροί ἀνεκήρυξαν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς ἀνεξάρτητη, μέχρι τό ἔτος 1850 πού ἐξεδόθη ὁ Συνοδικός καί Πατριαρχικός Τόμος, μέ τόν ὁποῖο δινόταν ἡ Αὐτοκεφαλία τῆς τότε Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ συγκεκριμένους ὅρους. Ἀργότερα, τό 1866 ἐξεδόθη ἡ Πατριαρχική Πράξη ἐνσωματώσεως στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τῶν Ἰονίων νήσων, κατά ἀφομοίωση. Ἐπίσης τό 1882 ἐξεδόθη ἄλλη Πατριαρχική Πράξη πού παραχωρήθηκαν στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος οἱ Μητροπόλεις τῆς Θεσσαλίας, κατά ἀφομοίωση. Τέλος, τό 1928 ἐξεδόθη Πατριαρχική Πράξη μέ τήν ὁποία παραχωρήθηκαν οἱ λεγόμενες τότε «Νέες Χῶρες», ἤτοι Ἤπειρος, Μακεδονία, Θράκη καί νῆσοι τοῦ βορειοδυτικοῦ Αἰγαίου Πελάγους στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, «ἐπιτροπικῶς».

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὑποχρεωμένη ἀπό τά Συνοδικά καί Πατριαρχικά κείμενα νά σέβεται τούς ὅρους μέ τούς ὁποίους παραχωρήθηκαν οἱ Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σέ αὐτήν.

Στήν περίπτωση αὐτή ἐκτιμᾶται ἡ κένωση καί ἡ αὐτοθυσιαστική ἀγάπη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί ἡ υἱική καί ἀδελφική ἀγάπη τῆς θυγατρός καί ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία πρέπει νά αἰσθάνεται μεγάλη τιμή πού «συνοικεῖ» μέ τό Πρωτόθρονο Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

κδ) «Ποιότητα ζωῆς»

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣΣυνήθως, οἱ ἄνθρωποι ὁμιλοῦν γιά τήν ποιότητα ζωῆς καί ἐννοοῦν τό νά ὑπάρχουν καλές συνθῆκες στήν ζωή μας, τό κοινωνικό σύστημα νά λειτουργῆ καλά, νά ἐπικρατῆ εὐημερία, νά ἔχουν οἱ ἄνθρωποι καλό τρόπο ἐπιβίωσης, ἄνετο σπίτι, καλή ἐργασία, ἀποδοτικό μισθό, ὑγειονομική περίθαλψη, καλά γεράματα κλπ. Συνδέουν, δηλαδή, τήν ποιότητα τῆς ζωῆς μέ τίς καλές συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, καί τήν καλή ἐπιβίωση τοῦ σώματος.

Ὅμως, πέρα ἀπό τήν ποιότητα ζωῆς μέ αὐτήν τήν ἔννοια ὑπάρχει μιά ἄλλη πνευματική ποιότητα ζωῆς, πού συνδέεται μέ τόν Χριστό. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ζῆ ἐν Χριστῷ, νά δέχεται τά πάντα ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ καί νά τά ἀποδίδη στόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Ἐξ ἄλλου πρέπει ὁ ψυχικός κόσμος τοῦ ἀνθρώπου νά βρίσκεται σέ καλή κατάσταση, ἀκόμη καί σέ περιπτώσεις πού οἱ κοινωνικές συνθῆκες δέν εἶναι καλές.

Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀποδίδουμε τήν πνευματική ποιότητα ζωῆς μέ τήν πληρότητα ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος δέν πλάσθηκε γιά νά ζῆ στό ἐνταῦθα καί νά χαίρεται μέ τά ὑλικά καί βιολογικά ἀγαθά, ἀλλά γιά νά ἱκανοποιῆ τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του, πού εἶναι ἡ ἕνωσή του μέ τόν Χριστό. Πρέπει νά ζῆ ἐν Χριστῷ καί νά πεθαίνη ἐν Χριστῷ, νά μήν ἐπιδιώκη τήν εὐτυχία τῶν αἰσθήσεων, ἀλλά τήν ἐλευθερία τῆς ψυχῆς ἀπό ἐξαρτήσεις σέ κοσμικά πράγματα καί ἐφήμερες ἀπολαύσεις. Μέσα του πρέπει νά κυριαρχῆ τό ὅραμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

κε) «Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη κοινωνία»

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΤΟΜΟΣ Β΄Ζοῦμε σέ μιά κοινωνία πού ἐνῶ ἔπρεπε νά εἶναι Χριστιανική, ἀφοῦ κατά διαφόρους βαθμούς οἱ ἄνθρωποι εἶναι Χριστιανοί, κατά πλειοψηφία, ἐν τούτοις εἶναι ἐκκοσμικευμένη, ἀλλοτριωμένη, ἀποστασιοποιημένη ἀπό τόν Θεό. Κυκλοφοροῦν διάφορα ρεύματα ἰδεολογικά, θρησκευτικά, φιλοσοφικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, πού εἶναι ἀντίθετα μέ τό Εὐαγγέλιο πού μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός.

Οἱ Χριστιανοί μας πού εἶναι μέλη τῆς Κοινωνίας καί ποίμνιό μας ἐπηρεάζονται κατά διαφόρους τρόπους καί ἐμεῖς πρέπει νά τούς ποιμαίνουμε. Ἡ ἀποστολή τοῦ Κληρικοῦ σήμερα πρέπει νά διαποτίζεται ἀπό δύο σημεῖα: Τό πρῶτον, νά ὁμολογῆ τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως, καί δεύτερον, νά ποιμαίνη τόν λαό. Ἡ ὁμολογία πρέπει νά γίνεται μέ ἀγάπη, ἀλλά καί διάκριση, καί ἡ ποιμαντική πρέπει νά γίνεται μέ ὑπεύθυνο τρόπο καί μέ προοπτική τήν θεραπεία τῶν ἀνθρώπων καί τῆς κοινωνίας.

Μέ αὐτήν τήν προοπτική κάνουμε λόγο γιά «παρεμβάσεις» καί μάλιστα στήν «σύγχρονη κοινωνία». Ἡ παρέμβαση δέν ἔχει ἐξουσιαστικό τρόπο, ἀλλά ἐνημερωτικό καί θεραπευτικό, ἀφοῦ ἡ σύγχρονη κοινωνία εἶναι διαφορετική ἀπό τήν κοινωνία ἄλλων ἐποχῶν.

Ἐπειδή ἡ κοινωνία συνεχῶς μεταλλάσσεται, γι’ αὐτό ἡ ποιμαντική γίνεται στόν ἰδιαίτερο χρόνο καί τόπο, εἶναι μιά παρέμβαση «ἐνιαύσια». Πρόκειται γιά σειρά βιβλίων στά ὁποῖα δημοσιεύονται κείμενα, πού ἐγράφησαν κάθε ἔτος.

Ἡ ποιμαντική τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου πρέπει νά γίνεται κενωτικά, κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ» (Φιλ. β΄, 7-8). Ὁ κενωτικός λόγος εἶναι κατ’ ἐξοχήν θεολογικός, ὁ θεολογικός λόγος εἶναι προφητικός, καί ὁ προφητικός λόγος εἶναι τρυφερός κατά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ στόν Προφήτη Ἡσαΐα «παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τόν λαόν μου» (Ἡσ. μ΄, 1).

Ὁ ἀφοριστικός λόγος, οἱ ἐπιθετικές ἐκφράσεις δέν ἔχουν θέση σέ μιά ὀρθόδοξη παρεμβατική  ποιμαντική. Οὐσιαστικά, κάθε λόγος πρέπει νά εἶναι θεραπευτικός πού ὁδηγεῖ πρός ἐκκλησιασμό, σύμφωνα μέ τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου. Ὁ τραυματισμένος σύγχρονος ἄνθρωπος δέχεται τό λάδι καί τό κρασί στίς πληγές, προσλαμβάνοντας στοιχεῖα ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεραπευτική καί ὁδηγεῖται στήν Ἐκκλησία, τό πνευματικό αὐτό θεραπευτήριο ὅπου ἰατρεύονται οἱ πληγές του.

Ἡ παρέμβαση στήν σύγχρονη κοινωνία γίνεται μέ ὅρους καί μεθόδους ἰατρικούς.

κστ) «Ἀποστολή καί ἱεραποστολή στήν Μέση Ἀνατολή»

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗἩ ἱεραποστολή εἶναι τό ποιμαντικό γνώρισμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Κληρικῶν της. Ἡ ἱεραποστολή ἔχει δύο ἐκφράσεις, ἤτοι ἱεραποστολή σέ ἀλλοθρήσκους, ἀλλά καί σέ ὁμοθρήσκους, στό ἐσωτερικό καί τό ἐξωτερικό.

Ἡ ἀποστολή καί ἰεραποστολή μου στήν Μέση Ἀνατολή, τόν Λίβανο καί τήν Συρία, εἶχε σκοπό τήν διδασκαλία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης στούς Ἀραβοφώνους Ρωμηούς, καί τήν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῆς Ἠθικῆς καί τῆς Βιοηθικῆς στούς φοιτητές τῆς Μπελεμεντείου Θεολογικῆς Σχολῆς «ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός» στόν Βόρειο Λίβανο, συγχρόνως ἦταν ἀποστολή παρηγορίας στούς ἀραβοφώνους Ρωμηούς, πού ὑπέφεραν ἀπό τά δεινά τῆς δικτατορίας στήν Συρία καί τόν ἐμφύλιο πόλεμο στόν Λίβανο.

Ὁ πόλεμος εἶναι μιά τραγωδία γιά τόν ἄνθρωπο, τήν κοινωνία καί τήν Ἐκκλησία. Μέ τόν πόλεμο τραυματίζεται ἡ ἑνότητα τῶν λαῶν, δημιουργεῖται ἡ πείνα, οἱ ἄνθρωποι δοκιμάζουν τόν θάνατο ἀγαπητῶν τους ἀνθρώπων, ἡ Ἐκκλησία βλέπει τήν ἀποτυχία τῶν ἀνθρώπων νά ζήσουν σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Γενικά, ὁ κάθε μορφῆς πόλεμος εἶναι μιά τραγική κατάσταση γιά τούς ἀνθρώπους, τούς λαούς  καί τήν Ἐκκλησία.

Ἡ ἱεραποστολή ἑνός Κληρικοῦ στήν Μέση Ἀνατολή, ὅπου κατοικοῦν Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί ὅλων τῶν ἀποχρώσεων καί ἀποκλίσεων, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἔχει ποικίλους σκοπούς: νά παρηγορήση τούς ἀνθρώπους, νά τούς βοηθήση νά ξεπεράσουν τά τεράστια ὑπαρξιακά ἐρωτήματα πού ἀναφύονται, νά προσφέρη θεραπευτικό λόγο, νά σκορπᾶ τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, προσφέροντας ἐλπίδα καί νά συμβάλη ὅσο εἶναι δυνατόν στήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στίς περιοχές πού ταλαιπωροῦνται. 

Ὁ Κληρικός, ἔχοντας ἐφόδιο τόν θεραπευτικό θεολογικό λόγο, μακρυά ἀπό ἐθνικές σκοπιμότητες, εἰσέρχεται σέ μιά πληγωμένη περιοχή καί ἐπιδιώκει νά φέρη πρωτίστως εἰρήνη στίς καρδιές. Κάθε ποιμαντική ἀποστολή καί ἱεραποστολή εἶναι πορεία μέσα σέ πληγή γεμάτη αἵματα, πόνους καί τραύματα. Ἔτσι, ὅμως, καταλαβαίνει καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦλθε σέ μιά τραυματισμένη κοινωνία-ἀνθρωπότητα, γιά νά τῆς μεταγγίση τήν ζωή καί νά τῆς προσφέρη τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, ἐκδιώκοντας κάθε ἀπόγνωση καί ἀπελπισία.

κζ) «Βιοηθική καί βιοθεολογία»

ΒΙΟΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΘΕΟΛΟΓΙΑἩ Ἐκκλησία ἕνα ἀπό τά θέματα πού καλεῖται νά ἀντιμετωπίση, στήν ἐποχή πού ζοῦμε, εἶναι ἐκεῖνα πού προέρχονται ἀπό τήν ἐπιστήμη, καί κυρίως ἀπό τήν ἐπιστήμη τῆς βιολογίας, ἡ ὁποία ἀγγίζει τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖο συνδέεται στενά μέ τήν ψυχή, καί ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἐπιστήμης πρέπει νά γίνεται μέσα ἀπό τίς βασικές ἀρχές τῆς θεολογίας.

Ἡ βιολογία εἶναι ἡ ἐπιστήμη πού μελετᾶ καί ἐρευνᾶ τό φαινόμενο τῆς ζωῆς καί τούς ζωντανούς ὀργανισμούς. Ἕνας ἀπό τούς κλάδους τῆς βιολογίας εἶναι ἡ γενετική πού μελετᾶ τήν κληρονομικότητα, ἡ ὁποία προσεγγίζεται μέσα ἀπό τήν μελέτη τῆς δομῆς, τῆς λειτουργίας καί τῆς ἐξέλιξης τῶν γονιδίων ὡς βάση τῆς ποικιλότητάς τους. Σήμερα, γίνεται λόγος γιά τήν σύνδεση τῆς μοριακῆς γενετικῆς μέ τήν γενετική μηχανική. Αὐτός ὁ συνδυασμός τῶν δύο ἐπιστημῶν ἔφερε μιά ἐπανάσταση στήν σύγχρονη βιολογία, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθῆ μιά νέα ἐπιστήμη, πού λέγεται βιοηθική.

Ἡ ἐπιστήμη τῆς βιοηθικῆς συνδυάζει τίς βιολογικές γνώσεις μέ τίς ἀνθρωπιστικές ἐπιστῆμες, γιατί διαπιστώθηκε ὅτι ἡ σύγχρονη γενετική μηχανική δίνει δυνατότητες ἀνασυνδιασμοῦ τοῦ DNA καί οἱ ἐπιστήμονες ἀποκτοῦν μιά μορφή ἐξουσίας πάνω στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων μέ τόν χειρισμό τῶν γονιδίων του. Ἔπρεπε, λοιπόν, νά ὑπάρχουν μερικοί κανόνες, ὥστε νά μήν ἐπέλθη ὁ λεγόμενος γενετικός μολυσμός καί ἡ καταστροφή τῆς βιολογικῆς ζωῆς καί τῆς φύσεως. Ἔτσι, ἡ ἐπιστήμη θέτει ἡ ἴδια ὅρια στήν ἔρευνά της μέ σκοπό νά βοηθήση τούς ἀνθρώπους καί νά μή τούς βλάψη.

Ἡ ἐπιστήμη τῆς βιοηθικῆς ἀσχολεῖται μέ θέματα πού συνδέονται μέ τήν ἀρχή τῆς ζωῆς, ἤτοι τήν χαρτογράφηση τοῦ ἀνθρωπίνου γονιδιώματος, τήν κλωνοποίηση, τίς ἔρευνες στά βλαστοκύτταρα, στίς ἀναπαραγωγικές λειτουργίες· μέ τήν συνέχιση τῆς ζωῆς, ἤτοι μετάγγιση αἵματος, μεταμοσχεύσεις ὀργάνων, κυτταρικές καί γονιδιακές θεραπεῖες· καί μέ τό τέλος τῆς βιολογικῆς ζωῆς, ἤτοι τήν εὐθανασία  καί τίς Μονάδες Ἐντατικῆς θεραπείας.

Φαίνεται, ὅμως, ὅτι δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἐπιστήμη τῆς βιοηθικῆς γιά νά ἀντιμετωπίση ὅλα τά θέματα πού προκύπτουν, γι’ αὐτό καί χρειάζεται ἡ βοήθεια τῆς βιοθεολογίας, ἡ ὁποία δέν ἀρκεῖται στό νά δίνη μερικές συμβουλές γιά τήν ἀντιμετώπιση ἐπί μέρους βιοηθικῶν προβλημάτων, ἀλλά ἀντιμετωπίζει ὅλα τά θέματα μέσα ἀπό τόν σκοπό τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη θεολογία. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ἄλογο ἤ ἔλλογο ζῶο, ἀλλά εἶναι «ὅν θεούμενον», πού δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό καί ἔχει ὁρμή πρός τόν Θεό, γι’ αὐτό καλεῖται θεούμενος.

Ἔτσι, ὁ συνδυασμός βιοηθικῆς καί βιοθεολογίας εἶναι ἀπαραίτητος γιά τήν ἀντιμετώπιση ὅλων τῶν βιολογικῶν προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου.

κη) «Ἡ ζωή μετά τόν θάνατον»

Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟὉ φιλόσοφος Πλάτων ἔκανε τήν διάκριση μεταξύ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καί φύσει θνητοῦ σώματος, ὅτι, δηλαδή, ἡ ψυχή ἦταν ἀθάνατη ἐκ φύσεως, προϋπῆρχε στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν καί μετά πού κινήθηκε κλείσθηκε στό σῶμα γιά νά τιμωρηθῆ. Ὁπότε, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα καί ἡ ἐπάνοδός της στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν. Σέ αὐτήν τήν προοπτική ἐκινοῦντο καί οἱ Νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι. Ὁ Ἀριστοτέλης ἔκανε λόγο γιά ποιητική ψυχή πού εἶναι ἀθάνατη καί γιά ἀτομική ψυχή πού εἶναι θνητή.

Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ἡ ψυχή δέν προϋπῆρχε τοῦ σώματος, ἀλλά δημιουργήθηκε ταυτόχρονα μέ τό σῶμα, δέν εἶναι ἄκτιστη, ἀλλά κτιστή, καί γι’ αὐτό γίνεται λόγος γιά ζωή. Ἡ ψυχή συνδέεται στενά μέ τήν ζωή καί αὐτή δίνει ζωή στό σῶμα. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε τό τέλος τῆς ἀτομικῆς ψυχῆς, οὔτε εἶναι ἔξοδος τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς ἀπό τό φύσει θνητό σῶμα, προκειμένου νά ἐπιστρέψη στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν. Γι’ αὐτό κάνουμε λόγο γιά τήν ζωή μετά τόν θάνατο.

Ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ, καί δέν εἶναι τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα πού γίνεται μέ τήν βούληση τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωρινός, ἀφοῦ θά ἀκολουθήση ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων, καί ἡ ψυχή δέν εἶναι ἐκ φύσεως ἀθάνατη, ἀφοῦ κάθε κτιστό ἔχει ἀρχή καί τέλος, ἀλλά ὁ Θεός ἔδωσε τήν ἀθανασία στήν ψυχή κατά Χάριν.

Ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν καταργεῖ τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου, καί ὁ Χριστός μέ τήν ἀνάστασή Του ἔδωσε στόν ἄνθρωπο νά ζήση τήν νέκρωση τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου, καί νά ἐλπίζη στήν μέλλουσα κατάργηση τοῦ θανάτου, μέ τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

Τό θέμα τῆς ζωῆς μετά θάνατον συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση, καί μέ τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση. Κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ἡ Κόλαση καί ὁ Παράδεισος δέν ὑφίστανται ἀπό τήν πλευρά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός ἀγαπᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀδίκους καί δίκαιους, ἀλλά ὁ καθένας θά αἰσθανθῆ διαφορετικά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅπως τό φῶς ἔχει δύο ἰδιότητες, τήν φωτιστική καί τήν καυστική, ἄλλους φωτίζει καί ἄλλους καίει, ἔτσι καί τό θεῖο Φῶς, ἄλλους φωτίζει, καί αὐτό εἶναι ὁ Παράδεισος, καί ἄλλους καίει, καί αὐτό εἶναι Κόλαση.

Αὐτό προσδιορίζει καί τήν ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποβλέπει στό νά καθαρίζη τόν ἄνθρωπο, νά τοῦ «κατασκευάση» πνευματικό ὀφθαλμό, ὥστε ὅταν δῆ τόν Θεό, ὁ Θεός νά γίνη φῶς καί ὄχι πῦρ, Παράδεισος καί ὄχι Κόλαση. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό «εἶναι» ὁδηγεῖται στό «εὖ εἶναι» καί ἀπό ἐκεῖ πρέπει νά φθάση στό «ἀεί εὖ εἶναι», καί νά ἀποφύγη τό «ἀεί φεῦ εἶναι».

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά ἀναστηθοῦν κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δέν θά δοξασθοῦν ὅλοι. Σέ ὅλους θά γίνη ἀποκατάσταση τῆς φύσεως, ἀλλά δέν θά γίνη ἡ ἀποκατάσταση τῆς θελήσεως, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος μέ τήν δική του θέληση θά ἔχη δημιουργήσει τίς προϋποθέσεις γιά τήν μέθεξη τῆς φωτιστικῆς θείας Χάριτος ἤ τῆς καυστικότητάς της.

Ἡ ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας γίνεται κατά τέτοιον τρόπο, ὥστε ὅταν ὁ ἄνθρωπος θά δῆ τόν Θεό, ὁ Θεός νά γίνη γι’ αὐτόν Παράδεισος καί ὄχι Κόλαση. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τῆς ποιμαντικῆς πού ἐξασκεῖ.

Συμπέρασμα

Οἱ τίτλοι τῶν βιβλίων μου πού ἀναλύθηκαν προηγουμένως εἶναι τά κεντρικά σημεῖα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί θεολογικῆς μου σκέψεως. Ἀποτελοῦν τά ἑρμηνευτικά κλειδιά τοῦ συγγραφικοῦ καί λοιποῦ ἔργου μου μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι, οἱ τίτλοι πού κατά καιρούς χρησιμοποίησα στά ἔργα μου κωδικοποιοῦν τήν θεολογική μου σκέψη.

Βεβαίως, τά βιβλία πού ἐκδόθηκαν δέν περιορίζονται στά βιβλία πού ἀνεφέρθησαν πιό πάνω, γιατί ὑπάρχουν καί ἄλλα βιβλία μέ ἄλλους τίτλους, ἀλλά νομίζω ὅτι τό ἐννοιολογικό περιεχόμενο ὅλων τῶν βιβλίων συνδέεται μέ τό περιεχόμενο αὐτῶν πού ἀναλύθησαν πιό πάνω. Μπορεῖ κανείς νά δῆ τό σύνολο τῶν ἐκδοθέντων βιβλίων στόν κατάλογο πού παρατίθεται στό τελευταῖο βιβλίο πού ἐκδόθηκε.

Πάντως, ἀπό ὅσα ἀναφέρθησαν γίνεται σαφές ποιό εἶναι τό ἐκκλησιαστικό πλαίσιο στό ὁποῖο κινοῦμαι, ἀναπνέω καί ζῶ. Ἄν σέ μερικά σημεῖα ἀστόχησα στήν ἔκφραση καί τήν διατύπωση, αὐτό ὀφείλεται στίς ἀνθρώπινες ἀτέλειες, καί ζητῶ τήν συγγνώμη τῶν ἀναγνωστῶν μου, κυρίως ζητῶ τό ἔλεος καί τήν συγχώρηση ἀπό τόν Θεό.

Αὐτή εἶναι ἡ θεολογική γνώση, τήν ὁποία ἐπιδίωξα νά κάνω πράξη σέ ὅλη μου τήν ζωή, ἀφοῦ προσπαθοῦσα νά ζῶ σύμφωνα μέ αὐτήν τήν διδασκαλία, ὅσο μποροῦσα, καί μέ αὐτήν πορεύομαι πρός τό τέλος τῆς βιολογικῆς μου ζωῆς χωρίς νά κάνω ἐκπτώσεις. 

Φυσικά, ὅταν φθάσω στόν Θεό ἐκεῖ δέν θά ἔχουν ἀξία οἱ ἀπόψεις, καί οἱ διδασκαλίες μου, ἀλλά θά παρουσιασθῆ ἡ ὕπαρξή μου γυμνή ἀπό τά ἐξωτερικά ἐπιχρίσματα, καί ἐκεῖνο πού θά φανῆ θά εἶναι κατά πόσον αὐτή ἡ ἐκκλησιαστική διδασκαλία εἰσῆλθε στό βάθος τῆς καρδιᾶς μου, κατά πόσον ἄναψε τήν ἐσωτερική καρδιακή προσευχή, καί κατά πόσον ὁ νοῦς μου ὡς ἱερεύς τῆς θείας Χάριτος λειτούργησε μέσα στό ἱερό βῆμα τῆς ἔνδον ἐκκλησίας, στό βάθος τῆς πνευματικῆς καρδίας.

Μακάρι ὅλη αὐτή ἡ θεολογία νά γίνη μιά σπίθα ἀναμμένη πού θά καίη καί θά φωτίζη σέ αὐτό τό ἐσωτερικό ἐκκλησάκι. Παρακαλῶ τόν Θεό γι’ αὐτό, γιατί τελικά αὐτό τό ἐσωτερικό φῶς στό ἱερό βῆμα τῆς καρδίας μου θέλω νά εἶναι ἡ μόνη καί πραγματική ἀποσκευή μου μέ τήν ὁποία θά παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσω λόγο τῶν πράξεών μου. Ἐλπίζω δέ ὅτι ὁ Θεός θά μέ κρίνη μέ φιλανθρωπία, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας, τῆς μόνης ἀκαταισχύντου ἐλπίδος τῆς σωτηρίας μου, μετά τόν Σωτήρα Χριστό.

Ὀκτώβριος 2015

  • Προβολές: 162