Skip to main content

Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Ἀφετηρία καί ἐξέλιξη τῆς συγγραφικῆς μου δραστηριότητας

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Τά βιβλία πού μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ συνέγραψα, κατά καιρούς, θεωρῶ ὅτι εἶναι εὐλογία τοῦ Γέροντός μου ἁγίου Καλλινίκου Μητροπολίτου Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας. Ὅμως, ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά ἀναπτυχθῆ μέσα μου ἡ κατά Θεόν φιλοπονία καί ἡ γνωριμία μέ ἰδιαίτερες Σχολές μαθητείας, πρίν πορευθῶ στήν Ἔδεσσα καί χειροτονηθῶ Διάκονος καί Πρεσβύτερος ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Ἐδέσσης ἅγιο Καλλίνικο. 

Στήν συνέχεια ἀφ’ ἑνός μέν θά περιγράψω τό ἔργο, κατά τήν διαμονή μου σέ ἕξι πόλεις, ἀφ’ ἑτέρου δέ θά καταγράψω τά βασικά σημεῖα τῶν περιεχομένων τους.

1. Οἱ ἕξι πόλεις διαμονῆς

Ἀπό τήν μικρή μου ἡλικία μέχρι σήμερα ἔμενα σέ διάφορες πόλεις, οἱ ὁποῖες, κατά διαφόρους τρόπους ἐπέδρασαν ἐπάνω μου καί μοῦ ἔδωσαν τά στοιχεῖα πού μέ καθόρισαν στήν μετέπειτα ἐξέλιξή μου. Θά τίς ἀναφέρω κατά χρονολογική σειρά.

Ἰωάννινα 1945-1959

Γεννήθηκα στά Ἰωάννινα (Γιάννενα) Πρωτεύουσα τῆς Ἠπείρου καί ἐκεῖ ἔζησα μέχρι τά δεκατέσσερα χρόνια μου.

Ἡ νηπιακή καί παιδική ἡλικία παίζει σημαντικό ρόλο στήν διαμόρφωση τοῦ χαρακτήρα καί τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Τά βιώματα τῶν ἡλικιῶν αὐτῶν μᾶς καθορίζουν στήν μετέπειτα ἐξέλιξή μας. Εἶχα, ὄντως, ὑγιῆ πρότυπα.

Τό οἰκογενειακό μου περιβάλλον διαπνεόταν ἀπό ὀρθόδοξες ἐκκλησιαστικές ἀρχές. Ἡ μητέρα μου διακρινόταν ἀπό τήν παραδοσιακή εὐσέβεια, ἦταν ἄνθρωπος προσευχῆς, πίστεως, ὑπομονῆς καί θυσιαστικῆς ἀγάπης. Ὁ πατέρας μου ἦταν φιλοκαλικός, ζοῦσε ὡς ἡσυχαστής, κατά Παπαδιαμαντικό τρόπο (ὅπως ὁ Παπαδιαμάντης), μέ τά ἀσκητικά του βιβλία, κυρίως τήν Κλίμακα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Σιναΐτου, τό Γεροντικό καί εἶχε φιλοκαλικό πνεῦμα.

Ἀπό τήν μικρή μου ἡλικία οἱ γονεῖς μου μέ συνέδεσαν μέ τήν Ἐκκλησία, τό Ἱερό Βῆμα ὡς ἱερόπαιδα καί τό Ἀναλόγιο τῶν ἱεροψαλτῶν, ἔμαθα νά ψάλλω καί νά συμμετέχω στίς Ἱερές Ἀκολουθίες, καί στά Κατηχητικά Σχολεῖα.

Ὁ πρῶτος μου πνευματικός πατέρας, ὁ τότε Ἱεροκήρυκας Ἰωαννίνων Ἀρχιμ. Σεβαστιανός Οἰκονομίδης, καί μετέπειτα Μητροπολίτης, Δρυϊνουπόλεως Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης, μοῦ ἔδειξε πολλή ἀγάπη καί καλοσύνη.

Σέ αὐτό τό περιβάλλον πού μεγάλωσα ἔζησα τήν αὐθεντική ἐκκλησιαστική ζωή, μέ ἀγάπη καί ἐλευθερία καί εἶχα ἐκκλησιαστικές βάσεις.

Ἀγρίνιο 1959-1963

Ἀπό τήν ἠλικία τῶν 14 ἐτῶν βρέθηκα στό Ἀγρίνιο, ὅπου τελείωσα τήν Μέση Ἐκπαίδευση, τίς τέσσερες τάξεις τοῦ Ἑξαταξίου Γυμνασίου, μένοντας σέ ἕνα Χριστιανικό Οἰκοτροφεῖο. Ἐκεῖ πέρασα τήν ἐφηβεία σέ μιά καλή ἀτμόσφαιρα, χωρίς ἰδιαίτερες ψυχολογικές διαταραχές.

Στό Οἰκοτροφεῖο κάναμε πρωϊνή καί βραδινή προσευχή, ἁγιογραφικό ἀνάγνωσμα κάθε πρωϊ καί ὁ τότε Διευθυντής τοῦ Οἰκοτροφείου κ. Ἠλίας Ξένος, ἀργότερα Ἀρχιμ. Σπυρίδων Νεοσκητιώτης Ἁγίου ‘Ὄρους, μᾶς διάβαζε ἀπό τό βιβλίο  «Ἀόρατος πόλεμος» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, πού μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση.

Στό Ἀγρίνιο συμμετεῖχα ἔντονα στά Κατηχητικά Σχολεῖα, δίδασκα ἐκκλησιαστική κατήχηση στά παιδιά τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, συμμετεῖχα σέ Κατασκηνώσεις καί σέ ἄλλες ἐκδηλώσεις, ἄρχισα νὰ μαθαίνω τήν ἐκκλησιαστική μουσική, καί γενικά εἰσῆλθα βαθύτερα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. 

Τὸ κυριότερο εἶναι ὅτι στό Ἀγρίνιο γνώρισα τόν τότε Πρωτοσύγγελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Ἀρχιμ. Καλλίνικο Ποῦλο, ὁ ὁποῖος ὅταν ἀργότερα ἐξελέγη Μητροπολίτης Ἐδέσσης Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας, μέ κάλεσε νά πάω κοντά του, μέ χειροτόνησε σέ Διάκονο καί Πρεσβύτερο, μέ χειροθέτησε σέ Ἀρχιμανδρίτη καί Ἐξομολόγο, καί ἀξιώθηκα νά ζήσω γιά δεκαπέντε χρόνια μέ ἕναν Ἅγιο, τόν ἅγιο Καλλίνικο.

Ἔτσι στὰ Ἰωάννινα καὶ τὸ Ἀγρίνιο γνώρισα ἔντονα τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ, ἡ ὁποία μὲ ἐπηρέασε πολὺ, μὲ διαμόρφωσε ἐκκλησιαστικά, καὶ ἔλαβα τὴν ἀπόφαση νὰ σπουδάσω τὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη.

Θεσσαλονίκη 1964-1968

Ὡς φοιτητής, μένοντας στό Φοιτητικό Οἰκοτροφεῖο «Ἀπόστολος Παῦλος», Θεσσαλονίκης, εἶχα ἐξοικειωθῆ μέ τά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης, διότι κάθε ἡμέρα μετά τήν πρωινή προσευχή καί πρίν τό πρωινό ρόφημα εἶχαμε ἁγιογραφική ἀνάγνωση.

Ὡς φοιτητής στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης ἦλθα σέ ἐπαφή μέ Δογματικά, λειτουργικά, ἱστορικά, ποιμαντικά, κανονικά κείμενα, κυρίως, ὅμως, μέ πατερικά κείμενα, μέ τόν τότε καθηγητή μου Διεθνοῦς ἀκτινοβολίας Πατρολόγο Παναγιώτη Χρήστου.

Ἡ ἐπικοινωνία μου μέ τόν καθηγητή αὐτόν μέ ἐξοικείωσε μέ τά κείμενα τῶν Πατέρων ὅλων τῶν αἰώνων. Ἡ Πατρολογία μᾶς ἀποκάλυπτε τό βιογραφικό τῶν ἁγίων Πατέρων, τήν ἐργογραφία τους καί τήν διδασκαλία τους.

Τό «Πατερικόν Ἐγχειρίδιον, συλλογή πατερικῶν κειμένων», τόμος Α΄, πού μᾶς ἐδόθη γιά μελέτη καί ἐξέταση εἶχε τά βασικά στοιχεῖα τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, ἀπό τόν 1ο αἰώνα μέχρι τόν 5ο αἰώνα, δηλαδή τμήματα ἀπό τήν Διδαχή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, μέχρι κείμενα τοῦ ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς. Μεταξύ τῶν κειμένων συγκαταλέγονται κείμενα τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων καί τῶν Πατέρων τοῦ 4ου αἰῶνος, Μεγάλου Ἀθανασίου, ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Μεγάλου Βασιλείου, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου κ.ἄ.

Ἡ ἐπιλογή τῶν κειμένων αὐτῶν μᾶς ἔδωσε τήν δυνατότητα νά ἀποκτήσουμε γνώση τῶν βασικῶν σημείων τῆς πατερικῆς παραδόσεως.

Εἰδικά, εἶχα τήν ἐξαιρετική εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά ἐπιλεγῶ μεταξύ μιᾶς ὁμάδος ὀκτώ φοιτητῶν νά συμμετάσχουμε σέ ἕνα πρόγραμμα καταγραφῆς τῶν χειρογράφων τῶν Βιβλιοθηκῶν τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καί ἡ παραμονή μου στό Ἅγιον Ὄρος γιά μεγάλο χρονικό διάστημα μέ ἔφερε σέ ἐπαφή μέ τήν πνευματική καί λειτουργική παράδοσή του.

Μέ ἀφορμή τό πρόγραμμα αὐτό μέ ἐπέλεξε ὁ ἴδιος ὁ καθηγητής νά ἐντοπίσω τά χωρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τά ὁποῖα χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στά κείμενά του πού τότε ἑτοίμαζε μέ ἐπιστημονική ὁμάδα γιά τήν κριτική τους ἔκδοση. Ἔτσι, μελέτησα ἐπισταμένως ὅλα τά κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί πολλά κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γιά νά εἰσέλθω στήν διδασκαλία τους.

Αὐτή ἡ φοιτητική ἀναστροφή μου μέ τήν πατερική θεολογία μοῦ ἔδωσε τό ἔναυσμα γιά νά συνεχίσω καί ἀργότερα τήν ἐντρύφησή μου στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, κυρίως τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (Μεγάλου Βασιλείου, ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου), τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καί ὅλων τῶν Φιλοκαλικῶν Πατέρων. Συνέλεξα περίπου 20.000 πατερικά χωρία πού συνέλεξα, τά ὁποῖα μέ βοήθησαν στήν μετέπειτα συγγραφική μου δραστηριότητα.

Πέρα ἀπό τήν ἐντρύφησή μου στά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης στά Οἰκοτροφεῖα στά ὁποῖα διέμενα καί στά πατερικά βιβλία κατά τήν φοίτησή μου στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης εἶχα τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά ἐπισκέπτομαι πολύ τακτικά τό Ἅγιον Ὄρος, τά Κοινόβια Μοναστήρια, τίς Σκῆτες, τήν Ἔρημο, καί νά συναντῶ ἁγιορεῖτες Πατέρες πού μοῦ μετέδιδαν τήν ἡσυχαστική ζωή καί παράδοση. 

Ὅλα αὐτά πού ἐγράφησαν συνοπτικῶς ἦταν τό ἔναυσμα καί τό περιεχόμενο τῶν πολλῶν βιβλίων πού ἀξιώθηκα νά γράψω. Μᾶλλον, ὁ Θεός βοήθησε καί ἐγώ ἀνταποκρίθηκα.

Ἔδεσσα 1969 - 1987

Αὐτό τό βιβλικό πατερικό «ὁπλοστάσιο», ὅταν πῆγα στήν Ἔδεσσα ὁ ἅγιος Γέροντάς μου τό σεβάστηκε καί δέν μοῦ ἀνέθεσε διοικητική θέση, ἀλλά τό ἔργο τοῦ Ἱεροκήρυκος γιά νά ἀξιοποιήσω ὅλο αὐτό τό ἐρευνητικό ἔργο πού ἔκανα καί συνέχιζα νά κάνω.

Συγχρόνως, ὁ ἴδιος μέ εἰσήγαγε στήν ὁμιλητική καί στήν λειτουργική ζωή, τήν ἐξομολογητική, καί συγχρόνως μοῦ ὑπέδειξε νά διαβάζω τά ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὁ ὁποῖος συνέλεξε τά ἐκλεκτότερα ἄνθη ἀπό τόν λειμῶνα τῆς βιβλικοπατερικῆς παραδόσεως καί ἔτσι ὁλοκλήρωσα κατά κάποιον τρόπο τήν ἔρευνά μου στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, στήν Ἔδεσσα, μετά τήν Θεσσαλονίκη, ἐργάσθηκα ὡς Ἱεροκήρυξ, Κατηχητής, Ἀρχηγός Κατασκηνώσεως, Καθηγητής καί Διευθυντής σέ Σεμινάρια Ἱερέων, σέ κηρύγματα, σέ Ἁγιογραφικές Συνάξεις, σέ Εἰσηγήσεις σέ Ἱερατικά Συνέδρια κ. ἄ. Ἀπό ἐκεῖ ξεκίνησε ἡ συγγραφή βιβλίων, ἔχοντας ὅλη αὐτήν τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία καί τήν ἐρευνητική ἐργασία πού προηγήθηκε τήν ὁποία αὔξησα ἀκόμη περισσότερο.

Ἡ πρώτη ἀπασχόλησή μου ἦταν τό κήρυγμα πού τό ἐπιμελήθηκα πολύ, καί μέ τήν παρακολούθηση καί μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Γέροντός μου ἁγίου Καλλινίκου, Μητροπολίτου Ἐδέσσης Πέλλης καί Ἀλμωπίας.

Ἔτσι, ἔγραψα δύο χρόνια τό γραπτό κήρυγμα πού ἀποστελλόταν ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη στούς Ἱερούς Ναούς καί διαβαζόταν στούς ἐκκλησιαζομένους, ἐκτός καί ἄν ἦταν κάποιος Ἱεροκήρυκας ἤ κατάλληλος ὁμιλητής.

Ὁ ἅγιος Γέροντάς μου, βλέποντας τόν τρόπο πού γράφω, πρότεινε στόν τότε Διευθυντή τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ἐπίσκοπο Ἀνδρούσης Ἀναστάσιο, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλβανίας, καί μοῦ ἀνέθεσε τήν συγγραφή τῆς «Φωνῆς Κυρίου» γιά δύο χρόνια, τά Εὐαγγελικά ἀναγνώσματα πού ἀργότερα ἐξεδόθηκαν μέ τίτλο «Ὀσμή γνώσεως», καί τά Ἀποστολικά ἀναγνώσματα πού ἐξεδόθηκαν μέ τίτλο «Παρακλητικά». Ἀργότερα, αὐτά τά τρία βιβλία ἑνώθηκαν καί ἀπετέλεσαν τό βιβλίο «Ὅσοι πιστοί».

Οἱ θεολογικές θέσεις πού καταγράφονταν στά κηρύγματα αὐτά ἔδωσαν ἀφορμή καί ἐγράφη τό βιβλίο «ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ».

Ἀπό τίς Εἰσηγήσεις πού ἔκανα στά Ἱερατικά Συνέδρια προῆλθαν δύο κείμενα: «Ἀνατολικές θρησκεῖες καί Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», «Ἡ ποιμαντική καθοδήγηση τῶν μετανοούντων κατά τόν Μέγα Βασίλειο».

Ἀπό τά προφορικά ἀπογευματινά κηρύγματα πού ἔκανα στήν Ἔδεσσα προῆλθε τό βιβλίο γιά τόν βίο και τήν πολιτεία τοῦ Προφήτου Σαμουήλ μέ τίτλο «Ὁ Βλέπων».

Ἐκεῖνο τόν καιρό μέ ἐνδιέφερε ἡ θεολογία τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Εἶχα διαβάσει πολλά βιβλία, εἶχα ἐπικοινωνία μέ πολλούς ἀσκητές τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τόν Γέροντα Σωφρόνιο καί κατέγραψα τά βασικά σημεῖα τῆς νοερᾶς εὐχῆς, οὐσιαστικά ἦταν ἐρωτήσεις πού ὑπέβαλα σέ μερικούς ὀνομαστούς ἔμπειρους ἀσκητές καί προῆλθε τό βιβλίο μέ τίτλο: «Μιά βραδιά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους», πού δημοσιεύθηκε ἀνωνύμως μόνον μέ τά ἀρχικά Α.Ι.Β., μέ πρόλογο τοῦ μακαριστοῦ Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. Γεωργίου, ὁ ὁποῖος μέ παρότρυνε νά τό δημοσιεύσω.

Ἀπό τό βιβλίο «Μιά βραδιά στήν ἔρημο τοῦ ἁγίου Ὄρους» «γεννήθηκαν» πολλά ἄλλα βιβλία πού ἐγράφησαν ἀργότερα στήν Ἀθήνα καί στήν Ναύπακτο, ὅπως «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς Ἁγιορείτης», «Ἡσυχία καί θεολογία», «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, βίος καί πολιτεία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου τοῦ ἡσυχαστοῦ καί θεολόγου», «Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁ ἁγιορείτης καί ἡσυχαστής, βίος, πολιτεία καί θεολογία του», καί βιβλία γιά τόν ἅγιο Παΐσιο.

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ἐγράφησαν τά βιβλία «Τό μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ» καί κυρίως τό βιβλίο «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία», τό ὁποῖο προῆλθε ἀπό τήν προσπάθεια νά βοηθήσω τούς ἀνθρώπους πού ἔρχονταν στήν ἐξομολόγηση. Τήν σύνθεσή του τήν  συνέλαβα στό Ἅγιον Ὄρος, ὅταν πῆγα ἕνα διάστημα, μετά τήν ἐκδημία τοῦ ἁγίου Καλλινίκου, ἀλλά τό ἔγραψα στήν Ἔδεσσα.

Αὐτό τό βιβλίο πού ἦταν συνέχεια τῶν προηγουμένων ὑπῆρξε μιά μετάβαση σέ ἄλλον τρόπο ποιμαντικῆς καί διερευνητικῆς ἐργασίας πού ἔχει σχέση μέ τήν σύνδεση μεταξύ τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, τῆς ἡσυχαστικῆς, νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς σύγχρονης ψυχοθεραπείας.

Προκάλεσε πολύ αὐτό τό βιβλίο καί γι’ αὐτό ἀργότερα ὅταν ἤμουν στήν Ἀθήνα ἐγράφησαν μερικά ἄλλα, ὅπως «Θεραπευτική ἀγωγή», «Συζητήσεις γιά τήν Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία», «Ψυχική ἀσθένεια καί ὑγεία», «Ἰατρική ἐν Πνεύματι Ἐπιστήμη», «Ὑπαρξιακή Ψυχολογία καί Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» καί πολλά κείμενα.

Ἀκόμη, ὅσο ἤμουν στήν Ἔδεσσα, μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγίου Καλλινίκου, ὁ Ἄρης Παπαγιάννης, ἐκδότης τῆς Ἐφημερίδας «Πέλλα» μέ παρεκάλεσε νά γράφω ἕνα μικρό ἄρθρο γιά τήν ἑβδομαδιαία Ἐφημερίδα του. Τά ἄρθρα αὐτά συγκεντρώθηκαν καί ἀπετέλεσαν τό βιβλίο «Ποιότητα ζωῆς», καί ὁ τίτλος του ἦταν ἕνα ἀπό τά βασικά πολιτικά συνθήματα τῆς περιόδου ἐκείνης, ἀλλά τό ἀνέλυσα βάσει τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας.

Ἡ συγγραφική μου δραστηριότητα στήν Ἔδεσσα εἶχε ξεκινήσει δειλά καί προχωροῦσε σέ μιά πορεία ἐξελισσόμενη, χωρίς νά τήν σχεδιάζω, ἁπλῶς τήν καθόριζαν τά γεγονότα. Εἶχαν τεθῆ οἱ βάσεις τῶν βιβλίων πού συνέδεαν τήν θεολογία μέ τήν ποιμαντική καί τό κήρυγμα.

Πρίν ἀναχωρήσω ἀπό τήν Ἔδεσσα, μετά τήν ἐκδημία τοῦ ἁγίου Γέροντός μου, δημοσίευσα τό πρῶτο βιβλίο γι’ αὐτόν, πού ἦταν «πρωτόλειο» μέ τίτλο «Μαρτυρία ζωῆς», τό ὁποῖο ἀργότερα ἀναπτύχθηκε καί ἀπαρτίσθηκε τό βιλίο μέ τίτλο «Κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας, βίος καί πολιτεία τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Ἐδέσσης Καλλινίκου». Ἐπίσης, γράφηκε ἕνα σύντομο βιβλίο μέ τίτλο «Μιά ὁσιακή μορφή, ὁ ἅγιος Καλλίνικος Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας», καί μετά τήν ἁγιοκατάταξή του γράφηκαν τά βιβλία «Ὁ ἅγιος Καλλίνικος Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας», «Ἀναμνήσεις ἀπό τόν ἅγιο Καλλίνικο, Μητροπολίτη Ἐδέσσης καί κείμενα ἁγιοκατάταξης», «Ἡ ὁδός πρός τήν ἁγιότητα». Τήν ἴδια περίοδο ἔγραψα ἕνα περιεκτικό βιβλίο, ἀλλά ἐκφραστικό, μέ τόν τίτλο «Τό μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ».

Ἡ Ἔδεσσα ἦταν ἡ πόλη ἐκείνη, πού μέ τήν ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Γέροντός μου, μοῦ ἔδωσε ὤθηση σάν νά ἔκανα μεταπτυχιακή ἔρευνα στά ἡσυχαστικά θέματα. Ἦταν σάν νά πῆγα σέ κάποιο ἐρευνητικό κέντρο τοῦ Ἐξωτερικοῦ γιά θεολογική καί ποιμαντική ἔρευνα.

Ἐρευνοῦσα τά βιβλικά καί πατερικά κείμενα μέσα ἀπό τήν ποιμαντική καί κατηχητική πείρα τῆς Ἐκκλησίας, ἐργαζόμενος μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, κυρίως νέων, πού ἤθελαν νά μάθουν τήν διδασκαλία καί τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα ζωντανό ἀνθρώπινο ἐργαστήρι πού ἀπέδωσε πολλούς καρπούς, διότι χειροτονήθηκαν Κληρικοί, ἔγιναν Πρεσβυτέρες, ἀκολούθησαν τόν μοναχικό βίο στό Ἅγιον Ὄρος καί σέ ἄλλα Μοναστήρια, μέ ἀκολούθησαν ἀργότερα στήν Ἐπισκοπική μου διακονία, βρίσκονται ὡς στενοί συνεργάτες μου ἐντός καί ἐκτός Ναυπάκτου, στούς ὁποίους ὀφείλω πολλά. Δέν θά ἀναφέρω ὀνόματα, ἀλλά εἶναι ἄξια πνευματικά παιδιά πού ἐξακολουθοῦν νά μέ βοηθοῦν σέ ὅλους τούς τομεῖς καί τούς ἐπιστημονικούς κλάδους.

Ἑπομένως, ἡ γιά δεκαοκτώ (18) χρόνια παραμονή μου στήν Ἔδεσσα ἔθεσε τίς βάσεις, ὄχι μόνον τῆς μελέτης καί τῆς ἔρευνας στά βιβλικά καί πατερικά κείμενα, ἀλλά στήν συνάντηση μέ Χριστιανούς πού διψοῦσαν τόν Χριστό καί ἀναζητοῦσαν νόημα ζωῆς.

Ἀθήνα 1987-1995

Τό 1987 «ἐξαναγκάσθηκα» νά φύγω ἀπό τήν Ἔδεσσα μέ πολύ πόνο, διότι ἀποχωρίσθηκα πολύ ἀγαπητούς ἀνθρώπους μέ τούς ὁποίους μέ συνέδεαν ἰσχυροί πνευματικοί δεσμοί δέκα ὀκτώ ἐτῶν, ὑπακούοντας στήν ἐντολή τοῦ Γέροντός μου ὅτι ἄν ὁ διάδοχός του δέν μέ ἤθελε, ἔπρεπε νά φύγω, διότι δέν εἶναι καλό νά βρίσκομαι σέ ἀντιπαράθεση μέ τόν ἑκάστοτε Ἐπίσκοπο.

Ἔτσι, διά μέσου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας, προσελήφθηκα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καί τοποθετήθηκα Ἱεροκῆρυξ καί Διευθυντής Νεότητος, μέ τό ὑπεύθυνο ἔργο νά συντονίζω τά Κατηχητικά Σχολεῖα τῶν Ἱερῶν Ναῶν τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς καί τίς Ἐνοριακές Συνάξεις Νέων.

Καί οἱ μοναχές τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Σταυροῦ Ἐδέσσης, πού μέ εἶχαν πνευματικό πατέρα, «ἐξαναγκάσθηκαν» νά φύγουν καί προσελήφθησαν ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Θηβῶν καί Λεβαδείας κ. Ἱερώνυμο, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος, στήν Ἱερά Μονή Γενεθλίου Θηβῶν (Πελαγίας). Αὐτό τό γεγονός ἦταν ἕνας σταθμός, διότι ἔκτοτε ἡ Ἱερά αὐτή Μονή, ὄχι μόνο ἀπετέλεσε τήν βάση τῆς ποιμαντικῆς μου διακονίας, ἀλλά ἦταν καί εἶναι ἡ ἐκδότρια ὅλων τῶν βιβλίων μου, τόσο στήν ἑλληνική γλώσσα ὅσο καί στίς ἄλλες γλῶσσες. Ἔχω δώσει στήν Ἱερά Μονή τά ἐκδοτικά δικαιώματα καί ἐπιτελοῦν τό ἔργο αὐτό μέ αὐταπάρνηση καί ἱεραποστολικό ζῆλο.

Στήν Ἀθήνα ἀναβαθμίστηκαν τά ἱερατικά μου καθήκοντα καί γενικότερα ἀνέλαβα ὑψηλότερες ὑποχρεώσεις, πράγμα πού ἔδωσε ὤθηση νά προχωρήσω ἀφ’ ἑνός μέν στήν ἐπεξεργασία καί ἀναβάπτιση τῶν ὅσων ἀσχολήθηκα προηγουμένως, ἀφ’ ἑτέρου δέ στήν ἔρευνα ἄλλων θεμάτων, ὅπως θά δείξω ἀμέσως.

Κατ’ ἀρχάς συνεχίσθηκε ἡ συγγραφή τῶν θεμάτων πού ἔχουν σχέση μέ τό Ἅγιον Ὄρος, τήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τήν ψυχοθεραπεία πού εἶχε ἀρχίσει στήν Ἔδεσσα, ὅπως προαναφέρθηκε. Ἀλλά στήν νέα αὐτήν διακονία ἀρχίζουν καί ἄλλα σοβαρά θέματα.

Ἀκόμη κάθε Κυριακή λειτουργοῦσα σέ ἕναν ἀπό τούς κεντρικούς Ναούς τῶν Ἀθηνῶν μέ πολυπληθές ἐκκλησίασμα, πού εἶχε ἀπαιτήσεις ἀπό τόν κάθε Ἱεροκήρυκα. Προσπαθοῦσα τό κήρυγμα νά εἶναι θεολογικό, σύντομο καί προσεγμένο. Ἐνδεικτικό εἶναι τό βιβλίο «Τό πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ». Στό βιβλίο αὐτό συμπεριλήφθησαν τά κηρύγματα τῶν δύο ἐτῶν 1988-1989. Ἔκτοτε, ὁμιλοῦσα μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἀλλά δέν τά κατέγραφα.

Οἱ ἀκροατές, Κληρικοί καί λαϊκοί, ἀμέσως μέ κατέτασσαν στούς ἀποφοίτους τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, ἐπειδή ἀναφερόμουν στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί στήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν, πλήν μερικῶν ἐξαιρέσεων, ἐκινεῖτο στά πλαίσια τοῦ σχολαστικισμοῦ, τοῦ νεοσχολαστικισμοῦ, τῆς βιβλικῆς κριτικῆς τῶν Προτεσταντῶν, τοῦ Γερμανικοῦ ἰδεαλισμοῦ καί τῆς Ρωσικῆς θεολογίας, δηλαδή τῆς νεορθοδοξίας καί τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας.

Ἔπειτα, ὡς Διευθυντής Νεότητος ἔπρεπε νά ἔρχομαι σέ ἐπικοινωνία μέ τίς Ἐνοριακές Νεανικές Ἑστίες (ΕΝΕ), ὁμιλοῦσα μέ τούς νέους, τούς φοιτητές, καί μοῦ ἔθεταν θέματα πού μέ προβλημάτιζαν γιά τήν ἀνάπτυξή τους. Ἔτσι, γράφηκαν πολλά βιβλία γύρω ἀπό σύγχρονα θέματα, ἤτοι: «Καιρός τοῦ ποιῆσαι», «Ἀνατολικά», «Ὀρθόδοξος καί δυτικός τρόπος ζωῆς», «Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη κοινωνία», «Ἐποπτική Κατήχηση» κ.ἄ. Ὡς Διευθυντής τῆς Διεύθυνσης Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐκτός τῶν ἄλλων δραστηριοτήτων εἴχαμε τρία προγράμματα.

Πρῶτον, τήν ἔκδοση τοῦ μηνιαίου Φροντιστηρίου τῶν Κατηχητῶν στόν Ἱερό Ναό τῆς Πλάκας. Ἐκεῖ γιά 6 περίπου χρόνια ἀνέπτυσσα κάθε μήνα διάφορα θέματα. Ἀπό ἐκεῖ προῆλθαν τά βιβλία «Ἐκκλησία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα», «Δεσποτικές Ἑορτές», ἐπρόκειτο νά ἀρχίσουν, ἀλλά ὁλοκληρώθηκαν ἀργότερα «οἱ Θεομητορικές Ἑορτές», «Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο», καί ἄλλα θέματα πού συμπεριλήφθηκαν σέ ἄλλα βιβλία, ὅπως γιά τό τί εἶναι «ἡ Παραδοσιακή Κατήχηση».

Δεύτερον, μιά φορά κάθε χρόνο στήν ἀρχή τοῦ Κατηχητικοῦ ἔργου διοργανώναμε Συνέδρια Νεότητος, ἀπό τά ὁποῖα προῆλθαν πολλά θέματα, τά ὁποῖα ἀπασχολοῦσαν τότε τούς νέους.

Τρίτον, ἐκδίδαμε γιά τούς Κατηχητές ἕνα περιοδικό «Τό Σημειωματάριο», στό ὁποῖο πάντοτε ὑπῆρχε κατάλληλη ὕλη γιά τούς ὑπευθύνους τοῦ Κατηχητικοῦ ἔργου.

Πέρα ἀπό αὐτό τό ἔργο τῆς Διεύθυνσης Νεότητος, τό Ἵδρυμα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, τῆς ὁποίας ἤμουν μέλος, πού διηύθυνε τίς Ἐνοριακές Νεανικές Ἑστίες, μέ διάφορες ἐκδηλώσεις, ὅπως τμήματα μουσικῆς, χοροῦ, ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης κλπ., διοργανώναμε διάφορα Σεμινάρια γιά τά ναρκωτικά, τό AIDS κλπ. Ἀπό αὐτά τά Σεμινάρια προῆλθαν διάφορα θέματα γιά τά ναρκωτικά, τό AIDS, τήν τεχνολογία. Ἐπειδή, συγχρόνως ἐκπροσωποῦσα τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν σέ διάφορους Ὀργανισμούς τῶν Ὑπουργείων γιά τό AIDS, τά ναρκωτικά, γι’ αὐτό ἀπό ἐκεῖ προῆλθε τό βιβλίο «AIDS, ἕνας τρόπος ζωῆς» καί διάφορα ἄρθρα γιά τά ναρκωτικά.

Ἡ Ἀποστολική Διακονία μέ ἐπιστράτευσε νά γράψω διάφορα εὔληπτα καί μικρά βιβλία γιά νά ἀποστέλλονται στούς μαθητές τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων. Ἔτσι, ἔγραψα τά βιβλία «Μικρά εἴσοδος στήν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα», «Κατήχηση καί βάπτιση ἐνηλίκων», «Τό φυσικό περιβάλλον τοῦ παιδιοῦ», «Οἱ νέοι στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας», «Ἡ Ἐνορία ὡς θεραπευτική κοινότητα».

Ὅμως, ἡ μεγάλη πρόκληση πού συνάντησα στήν Ἀθήνα ὡς Ἱεροκήρυξ, πού προερχόταν ἀπό ἐρωτήσεις, ἀλλά καί εἰσηγήσεις πού μοῦ δόθηκαν νά ἀναπτύξω σέ Συνέδρια ἦταν τά θέματα τά σχετικά μέ τό πρόσωπο καί τήν ἐλευθερία. Στήν Ἀθήνα ἦλθα σέ ἐπαφή μέ ὅλα τά θεολογικά, φιλοσοφικά καί θρησκευτικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς μας καί ὅλα αὐτά μοῦ ἔδωσαν πολλά ἐρεθίσματα γιά νά γράφω. Αἰσθάνθηκα τό πῶς θά αἰσθανόταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅταν ἄκουσε τίς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ. Στήν Ἀθήνα συνάντησα ἕνα πνεῦμα Βαρλααμισμοῦ καί Νεοβαρλααμισμοῦ.

Ἀπό ἐκεῖ προῆλθε σέ πρώτη ἔκδοση τό βιβλίο «Πρόσωπο καί ἐλευθερία» καί σέ δεύτερη ἔκδοση ἐπαυξημένη «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη παράδοση», τό ὁποῖο βραβεύθηκε ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ὡς τό καλύτερο βιβλίο τῆς πενταετίας ἐκείνης. Ἀργότερα προεξέτεινα τίς θέσεις μου.

Μεγάλο δῶρο τῆς περιόδου ἐκείνης, πού ἦταν ἀκόμη ἕνα μεγαλύτερο πέταγμα στήν θεολογική μου σκέψη, ἦταν ἡ προσωπική συνάντηση μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος εἶχε συνταξιοδοτηθῆ ἀπό τήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί παρέμενε στήν Ἀθήνα. Ἔκανε κάποια μαθήματα σέ περιορισμένο ἀκροατήριο, εἴχαμε σχεδόν κάθε ἡμέρα τηλεφωνική ἐπικοινωνία γιά ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά ζητήματα, ἀλλά καί ὁ Ἀθανάσιος Σακαρέλλος, δικηγόρος τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, μοῦ ἔδωσε πολλές φωνοταινίες-κασσέτες ἀπό ὁμιλίες του, τίς ὁποῖες ἀπομαγνητοφώνησαν οἱ μοναχές τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας). 

Αὐτό γιά μένα ἦταν ἕνα μεγάλο Σχολεῖο, διότι ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης εἶχε ἀφομοιώσει μέ τήν δυνατή σκέψη του τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁμιλοῦσε γιά τά ἑρμηνευτικά κλειδιά τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καί τήν διαφορά τῆς θεολογίας τῶν Ρωμαίων Πατέρων ἀπό τήν δυτική Φραγκολατινική παράδοση, τήν κριτική βιβλική μέθοδο τῶν Προτεσταντῶν καί τήν Ρωσική θεολογία. Ἐγνώριζα σχεδόν καλά τήν πατερική θεολογία, ἀπό τήν μεγάλη ἕως τότε ἔρευνα πού ἔκανα, ἀλλά ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν σαφέστατος ὡς πρός τόν τρόπο τῆς θεολογίας περί τῆς διακρίσεως νοῦ καί διανοίας, περί τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως, περί τῆς μή ὑπάρξεως ἀναλογίας μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ κ.ἄ.

Ἀπό τήν συνάντηση αὐτήν ἐπηρεάσθηκε πολύ ἡ σκέψη μου ὡς πρός τήν ἔκφραση, σάν νά ἔγινε ἕνα ἄλλο μεγάλο πέταγμα στήν καθαρή καί διαυγῆ ἔκφραση τῶν ὀρθοδόξων θεμάτων. Ἀπό ἐκεῖ προῆλθαν τά βιβλία πού ἐγράφησαν λίγο ἀργότερα, ὅταν ἔγινα Μητροπολίτης, ὅπως «Γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί», «Παλαιά καί Νέα Ρώμη», «Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», δύο τόμοι, «π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὁρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», «Πατερική καί σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους».

Ἕνα πολύ σημαντικό πεδίο στό ὁποῖο κλήθηκα νά εἰσέλθω, χωρίς νά τό ἐπιδιώξω, ἦταν νά ἀποσπασθῶ γιά ἕξη μῆνες μῆνες, στήν Μπελεμέντιο Θεολογική Σχολή «ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός» τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας πλησίον τῆς Τριπόλεως στόν Βόρειο Λίβανο, κατά τήν διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, γιά νά διδάξω μαθήματα ἑλληνικῆς γλώσσης. Ὅταν τελείωσε αὐτό τό ἑξάμηνο πήγαινα γιά δύο χρόνια κατά τακτά ἐξάμηνα γιά νά διδάξω τά μαθήματα τῆς Χριστιανικῆς Ἠθικῆς καί τῆς Βιοηθικῆς.

Αὐτή πράγματι ἦταν μιά πρόκληση διότι ἔπρεπε νά ἀποκτήσω ἐμπειρία τοῦ τραγικοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ἔπειτα νά διδάξω σέ Θεολογική Σχολή Πανεπιστημίου, ἀναγνωρισμένου ἀπό τίς Κρατικές Ὑπηρεσίες τοῦ Λιβάνου, ὡς Ἐπισκέπτης Καθηγητής, καί ἐπί πλέον νά ἐξασκήσω τήν ἀγγλική γλώσσα τήν ὁποία εἶχα ἐγκαταλείψει.

Ὅλη αὐτή ἡ ἀποστολή πού καλυπτόταν ἀπό τό Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, λόγῳ τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως στήν περιοχή, ἀποτυπώθηκε στό βιβλίο μου μέ τίτλο «Ἀποστολή καί Ἱεραποστολή στήν Μέση Ἀνατολή». Ἀπό τήν ἐνασχόλησή μου αὐτήν προῆλθε τό βιβλίο πού ἐκδόθηκε μέ τίτλο «Βιοηθική καί Βιοθεολογία», στό ὁποῖο ἐπιχειρεῖται ὁ διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας μέ τήν βιοτεχνολογία. Αὐτό μέ βοήθησε πολύ στήν κατανόηση τῶν βιοηθικῶν θεμάτων μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας.

Βέβαια, ὅλη αὐτήν τήν περίοδο πού ὑπηρετοῦσα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν κλήθηκα νά συμμετάσχω σέ διάφορα Συνέδρια ἐντός καί ἐκτός Ἑλλάδος μέ ἰδιαίτερες Εἰσηγήσεις, κατά βάση πρωτότυπες, καί τίς συμπεριέλαβα σέ διάφορα βιβλία, ἀλλά δέν ἔχω κρατήσει τόν ἀριθμό καί τόν τόπο τῶν Συνεδρίων.

Ναύπακτος 1995 ἕως τώρα

Ἡ Ναύπακτος εἶναι ἡ ἕκτη πόλη (Ἰωάννινα, Ἀγρίνιο, Θεσσαλονίκη, Ἔδεσσα, Ἀθήνα, Ναύπακτος), στήν ὁποία ἀναπτύχθηκε πολύ περισσότερο ἡ συγγραφική μου παραγωγή καί νομίζω ἀνέβηκε σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο. Κάθε συγγραφεύς ἀρχίζει ἀπό μιά μελέτη καί τήν ἀναπτύσσει μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου. Ἔτσι, τά πρῶτα βιβλία «Μιά βραδιά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους», «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία», πού εἶναι ἐμβληματικά καί πρωτότυπα γιά τήν ἐποχή τους, χωρίς νά ἔχουν χάσει τό ἐνδιαφέρον τους, συνεχίσθηκαν μέ ἄλλα πού ἐνδιαφέρουν σήμερα τούς ἀνθρώπους.

Ὅταν ἀνέρχεται κανείς σέ μιά θέση βλέπει τά θέματα μέ ἄλλο πρίσμα καί θά χρειασθῆ νά τά ἐμπλουτίση ἀκόμη περισσότερο. Ἰδιαιτέρως, αὐτό ἰσχύει γιά τούς Ἐπισκόπους πού λαμβάνουν καί ἰδιαίτερη Χάρη ἀπό τόν Θεό μέ τήν Ἀρχιερωσύνη, νά ποιμαίνω ἕνα συγκεκριμένο ποίμνιο.

Ὁ Ἐπίσκοπος κατ’ ἀρχή πρέπει νά διευθύνη μιά Μητρόπολη μέ Ἐνορίες, Ἱερές Μονές, μέ Κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς, μέ τά προβλήματα καί τίς δυσκολίες τους, πρέπει νά ἀντιμετωπίζη θέματα ἀναρμόστων συμπεριφορῶν τῶν Κληρικῶν καί μοναχῶν, ὁπότε πρέπει νά ἀσκῆ τήν ἐκκλησιαστική πειθαρχική δίωξη, πρέπει νά ἀσκῆ διοίκηση, διότι κάθε Ἐνορία καί Μονή εἶναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (μέ προϋπολογισμούς, ἀπολογισμούς) καί πρέπει φυσικά νά διευθύνη ὅλο τό ποιμαντικό ἔργο. Εἶναι ἕνας θεραπευτής ἰατρός πού καλεῖται νά θεραπεύση μέ πολλούς τρόπους τούς Χριστιανούς, μέ λόγο καί συγγραφή, μέ πράξη. Σέ αὐτό ἀναφέρονται τά βιβλία «Θεολογία καί ποιμαντική», «Ἐγκύκλιοι, ἔγγραφα καί ἀφιερώματα εἰκοσαετίας 1995-2015», «Ἀναγνωστικό Κατήχησης», «Γραπτά κηρύγματα» κ.ἄ., παράλληλα μέ τό λειτουργικό καί κηρυκτικό ἔργο.

Ἐπίσης, ὁ Μητροπολίτης συμμετέχει στά Συνοδικά Ὄργανα, ἤτοι Ἱεραρχία, Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, Συνοδικές Ἐπιτροπές καί πρέπει νά λαμβάνη θέση γιά ὅλα τά σύγχρονα θέματα πού ἀπασχολοῦν τήν Ἐκκλησία.

Βεβαίως, ὀφείλει νά περιοδεύη ὅλες τίς Ἐνορίες καί τίς πλέον ἀπομακρυσμένες, πράγμα πού ἀπαιτεῖ χρόνο, κόπο καί ἔξοδα, ὅταν ἡ Μητρόπολη εἶναι μικρή καί ὀρεινή.

Ἀκόμη, ὑπάρχουν καί ἄλλες ὑποχρεώσεις μέ ἐπισκέψεις σέ ἄλλες Ἱερές Μητροπόλεις, χάριν κοινῶν ἐκδηλώσεων καί πανηγύρεων.

Ἐπί πλέον, πονεμένοι ἄνθρωποι πού δέν εἰσακούονται ἀπό τούς ὑπευθύνους τῆς Πολιτείας καταφεύγουν στόν Μητροπολίτη, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἀκούη τά αἰτήματά τους καί νά προβαίνη σέ κάποιες ἐνέργειες.

Πολύ χρονοβόρα εἶναι καί ἡ ἀπαίτηση τοπικῶν δημοσιογράφων, ἀλλά καί δημοσιογράφων Ἐφημερίδων πανεθνικῆς κυκλοφορίας, καί Τηλεοπτικῶν Σταθμῶν νά ζητοῦν τήν ἄποψή του γιά φλέγοντα ἐκκλησιαστικά θέματα πού ἀποσποῦν τήν προσοχή τῶν ἀνθρώπων.

Αὐτά καί ἄλλα πολλά συνήθως ἀνακόπτουν τήν ὅποια ἄλλη δραστηριότητα εἶχαν προηγουμένως, πρίν τήν ἐκλογή τους, οἱ Ἀρχιερεῖς. Ὅμως, στήν δική μου περίπτωση,  παρά τήν ἀπασχόληση μέ τήν διοίκηση, ὄχι μόνον δέν ἀνακόπηκε ἡ συγγραφική μου δραστηριότητα, ἀλλά αὐξήθηκε, νομίζω ἀνέβηκε καί ἄλλο ἐπίπεδο, λόγῳ τῆς ἀποκτηθείσης πείρας. Ἤδη, προανέφερα τά βιβλία γιά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τά ὁποῖα ἐγράφησαν αὐτήν τήν περίοδο. Θά ἀναφέρω μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα.

Στήν Ναύπακτο βρῆκα μιά Μητρόπολη τῆς ὁποίας ὅλο τό ποιμαντικό της ἔργο γινόταν ἀπό τήν Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία τήν ἀντικαθιστοῦσε ἐν παντί. Ἦταν μιά κανονική ἐκτροπή, ἀλλά καί νομική, διότι εἶχε λάβει παράνομες ἐπενδύσεις, καί ἔπρεπε νά ἐπανέλθη στόν κανονικό της ρυθμό. Γιά τό θέμα αὐτό ἔπρεπε νά ἀσχοληθῆ ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε σχετικῶς. Γιά τό θέμα αὐτό ἔγραψα βιβλίο «Συνοπτική ἐνημέρωση γιά τήν Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως». Ἀργότερα, συγκεντρώθηκαν οἱ πάνω ἀπό 70 ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου σέ βιβλίο μέ τίτλο «Ἕνα ἐκκλησιολογικό θέμα». Ἐπί πλέον ἔγραψα τό βιβλίο «ὁ Ὀρθόδοξος μοναχισμός ὡς προφητική, ἀποστολική καί μαρτυρική ζωή», γιά νά δείξω ποιός εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος μοναχισμός σέ ἀντίθεση μέ τόν δυτικό μοναχισμό.

Ἕνας ἄλλος τομέας μέ τόν ὁποῖο ἀσχολήθηκα ἦταν τά Ἱδρύματα. Οἱ πολλοί Εὐεργέτες τῆς Ναυπάκτου συνέστησαν περίπου 13 Ἱδρύματα, λειτουργοῦσαν 10 Ἱδρύματα, στά ὁποῖα πάντοτε Πρόεδρος ἦταν ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης καί μέλη του ἄλλοι φορεῖς τῆς πόλεως. Ὅλα σχεδόν τά Ἱδρύματα λειτουργοῦσαν πλημμελῶς. Ἔκανα μεγάλες προσπάθειες γιά τήν καλή λειτουργία τους. Ἀναδιοργανώθηκαν, καί ὅλες οἱ ἐνέργειες καταγράφηκαν σέ βιβλίο «Τά Ἱδρύματα καί Κληροδοτήματα τῆς Ναυπάκτου, Τό ἱστορικό, οἱ ἐνέργειες διαχείρισης καί ἀξιοποίησης καί οἱ δημόσιες ἐνημερώσεις κατά τά ἔτη 1995-2020».

Ἡ Ἱερά Μητρόπολη γιά νά ἀσκήση μιά ποιμαντική στό ποίμνιό της ἐξέδωσε τήν Ἐφημερίδα «Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση», στήν ὁποία εἶχα ἀναλάβει κάθε μήνα νά γράφω τό κεντρικό ἄρθρο, ἕνα σχόλιο ἀπό τήν καθημερινότητα καί μερικά ἄλλα ἄρθρα. Αὐτά τά κείμενα συμπεριλήφθησαν σέ ἰδιαίτερα βιβλία πού ἐκδίδονταν κάθε χρόνο μέ τίτλο «Ἐνιαύσιον». Μέχρι τώρα ἐξεδόθησαν 27  Ἐνιαύσια.

Ὡς μέλος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὁρίσθηκα πολλές φορές ἐκπρόσωπος τύπου, ἀλλά καί κλήθηκα νά ἀντιμετωπίσω σοβαρά ἐκκλησιαστικά θέματα, ὅπως σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας  μέ τήν Πολιτεία, σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί διάφορα σοβαρά ἐπίκαιρα ζητήματα. Ὁρίσθηκα 13 φορές νά εἰσηγηθῶ θέματα στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καθώς ἐπίσης ἔκανα 28 ἀναφορές στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο γιά ποικίλα θέματα.

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ἐγράφησαν πολλά βιβλία.

Ἀναφέρω μερικά ἀπό αὐτά: «Ταυτότητα καί ταυτότητες», «Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος», «Τά Συνοδικά καί Πατριαρχικά κείμενα», «Περί διαφόρων ἀποριῶν, ἤγουν περί ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος» (τόμοι 3), «Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἄσκηση καί ἡ ἄθλησή του» (γιά τούς Ὀλυμπιακούς ἀγῶνες), «Μεταφράσεις, Μυστήρια καί ἄσκηση», ἐκδόθηκε ἕνα μεγάλο βιβλίο πολλῶν σελίδων μέ τίτλο «Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στήν Κρήτη, θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές θέσεις», «Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἀναφορά στό Οὐκρανικό ζήτημα». Ἑτοιμάζεται δέ βιβλίο 1.200 σελίδων περίπου, μεγάλου μεγέθους, πού θά περιλάβη ὅλες τίς Εἰσηγήσεις πού ἔκανα, στήν Ἱεραρχία, τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο καί τίς Συνοδικές Ἐπιτροπές.

Οἱ ἐκδόσεις τῶν βιβλίων μου στήν ἑλληνική γλώσσα καί σέ 27 ξένες γλῶσσες συνετέλεσαν στό νά δεχθῶ προσκλήσεις, καί ἀπό τόν ἐντός καί τόν ἐκτός τῆς Ἑλλάδος χῶρο, νά εἰσηγηθῶ θέματα σέ Συνέδρια ἤ νά παρουσιάσω τά βιβλία μου πού μεταφράζονταν. Ἔτσι, ἀπό τότε πού ἐκλέχθηκα Μητροπολίτης ἀπό τό ἔτος 1995 ἕως τώρα κλήθηκα νά ὁμιλήσω σέ 600 περίπου Συνέδρια, τά θέματα τῶν ὁποίων ἔχουν δημοσιευθῆ σέ βιβλία μου, ὅπως «Ἐντεύξεις καί συνεντεύξεις», «Μεταξύ δύο αἰώνων», «Ἐκκλησιαστικοί ἀναβαθμοί», «Θρησκεία καί Ἐκκλησία στήν κοινωνία», «Λόγοι καί διάλογοι στήν Κύπρο, τήν Ρωσία, τήν Ρουμανία καί τήν Γεωργία», «Μεταπατερική θεολογία καί ἐκκλησιαστική πατερική ἐμπειρία», «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς, ἀναφορά στήν θεία Λειτουργία, τίς ἐκκλησιαστικές τέχνες, τήν ποιμαντική, τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα, καί τίς Συνόδους», «Δερμάτινοι χιτῶνες, ἀναφορά στήν βιολογική ζωή, τίς ἀσθένειες, τά γεράματα, τόν θάνατο καί τήν ὥρα τοῦ θανάτου», «Ἐκκλησία καί Πανδημία», «Φεγγοβόλες ἀστραπές», «Δῶρο καί Ἀντίδωρο», «ὁ Κύριος τῆς Δόξης» κ.ἄ.

Ὑπάρχουν καί ἄλλες Εἰσηγήσεις πού θά δημοσιευθοῦν σέ ἄλλα 20 περίπου βιβλία πού ἀναμένουν τήν ἔκδοσή τους.

Ἄρθρα καί συνεντεύξεις πού δημοσιεύθηκαν σέ πολλές Ἐφημερίδες Πανελλαδικῆς κυκλοφορίας συγκεντρώθηκαν στά βιβλία μέ τίτλους: «Ἐκκλησιαστική ἱστορία καί θεολογία διά τοῦ Τύπου», «Μαχόμενη θεολογία», «Χωρίς ὑποσημειώσεις», «Πραγμάτων ἔλεγχος», «Βίβλοι ἀνοίγονται», «Λόγοι δημοσιεύονται», «Ἐκκλησιαστικός σφυγμός», «Λήμματα καί ρήματα ζωῆς προσκαίρου καί αἰωνίου», «Ὁδίτες καί πολίτες».

Πέραν τούτου, ὡς Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κλήθηκα βάσει τοῦ Νόμου, τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά ἀναλάβω Τοποτηρητής σέ τρεῖς ὄμορες Μητροπόλεις, Φωκίδος, Καρπενησίου, Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας, καί ἐξέδωσα Ἐγκυκλίους καί ἀνέλαβα τήν προετοιμασία γιά τήν ἔλευση τῶν νέων Μητροπολιτῶν, πράγμα τού ἀπαίτησε πολύ χρόνο.

Ἕνα ἀπό τά τελευταῖα ἔργα πού ἐπιτέλεσα εἶναι ὅτι διδάσκω ὡς Καθηγητής Ποιμαντικῆς καί Ἀσκητικῆς στό Τμῆμα Διδακτορικῶν Σπουδῶν στήν Πενσυλβάνια τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς. Οἱ παραδόσεις μέ τίτλο «Πατερική θεολογία καί ποιμαντική ἀσκητική», στήν ἑλληνική καί τήν ἀγγλική γλώσσα εἶναι ἀνέκδοτο, ὅμως ἕνα τμῆμα ἔχει ἐκδοθῆ μαζί μέ ἄλλα κείμενα στό βιβλίο «Φεγγοβόλες ἀστραπές, μικρό πανόραμα τῆς Ὀθοδόξου θεολογίας», τό ὁποῖο βιβλίο θεωρῶ ὅτι εἶναι μιά μικρή περίληψη τοῦ ὅλου θεολογικοῦ μου ἔργου.

Ἄρχισα νά γράφω τότε πού ἤμουν στήν Ἔδεσσα καί συνέχισα στήν Ἀθήνα καί στήν Ναύπακτο. Εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ -ὄχι δικό μου- πού μοῦ τό ἔδωσε ὁ Θεός μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντός μου ἁγίου Καλλινίκου, Μητροπολίτου Ἐδέσσης, γιά τόν ὁποῖο ἔγραψα πέντε βιβλία.

Ὅμως συνήργησαν, οἱ γονεῖς μου γιά τούς ὁποίους ἔγραψα βιβλίο μέ τίτλο «Εἰς μνημόσυνον»∙ ὁ πρῶτος πνευματικός μου πατέρας, ὁ Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης κυρός Σεβαστιανός, γιά τόν ὁποῖο ἔγραψα βιβλίο μέ τίτλο «Παλαιόν Ὄφλημα»∙ ὁ ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, γιά τόν ὁποῖο ἔγραψα δύο βιβλία μέ τίτλους «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ», «ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁ θεολόγος καί ἠσυχαστής»∙ ὁ ἅγιος Παΐσιος γιά τόν ὀποῖο ἔγραψα δύο βιβλία μέ τίτλο «Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης ὡς ἐμπειρικός θεολόγος», καί «ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Αγιορείτης αὐτοβιογραφούμενος»∙ καθώς ἐπίσης καί ὁ π. Ἰωάννης  Ρωμανίδης γιά τόν ὁποῖο ἔγραψα τά βιβλία, «Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», «π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», «Πατερική καί σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους» καί πολλά ἄρθρα.

Ἀπό  τό Ἅγιον Ὄρος τράφηκα πνευματικά κατά τήν φοιτητική καί μετέπειτα ζωή μου. Γνώρισα ἐκεῖ ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες πού συναναστράφηκα ἀκόμη περισσότερο τί θά πῆ ἡσυχαστική ζωή, πού εἶναι ἡ βάση τοῦ ὀρθοδόξως ζεῖν καί θεολογεῖν.

Ἡ πρόσκληση τοῦ Καθηγουμένου τῆς Μεγίστης Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου Ἀρχιμ. π. Ἐφραίμ νά συζητήσω κάθε χρόνο γιά πολλές ἡμέρες, ἀπό τό 2015-2019, μέ τούς ἱερομονάχους καί μοναχούς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς πάνω σέ θεολογικά καί μοναχικά θέματα ἦταν στήν οὐσία πρόσκληση τοῦ Θεοῦ γιά νά ἐπιστρέψω στό Ἅγιον Ὄρος τά τροφεῖα πού ἔλαβα κατά καιρούς. Ἐξεδόθησαν αὐτές οἱ συνομιλίες ἀπό τήν Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου μέ τίτλο «ἡ Ἁγία Γνώση» καί ὑπότιτλο «τά ὡραῖα τῶν ἔνδον». Πρόκειται γιά τό καταστάλαγμα ὅλης τῆς συγγραφικῆς μου δραστηριότητας, σέ θεολογικά, ἡσυχαστικά καί μοναχικά θέματα.

Γενικά, ἐγώ ἔβαλα τίς πτωχές μου δυνάμεις, ἐκίνησα τό χέρι μου καί κατέβαλα φιλότιμο, ἀλλά ὁ Θεός εὐλόγησε. Φυσικά εὐγνωμονῶ τούς συνεργάτες μου πού μνημονεύω στόν Πρόλογο τῶν βιβλίων καί ἀφιερώνω κάθε βιβλίο. Στόν Θεό ἀνήκει ἡ δόξα.

2. Βασικά σημεῖα τῶν περιεχομένων τῶν βιβλίων μου

Ὕστερα ἀπό ὅσα ἔγραψα προηγουμένως γιά τήν ἀφετηρία καί τήν ἐξέλιξη τῆς συγγραφικῆς μου δραστηριότητας θά καταγράψω τά βασικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας μου, πού περιέχονται στά βιβλία πού προανέφερα.

Ὁμολογῶ ὅτι δέν ἔχω δική μου θεολογία, ἀλλά ἀκολουθῶ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀποδέχομαι πλήρως τό «Σύμβολο τῆς Πίστεως», τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού εἶναι τό consensus patrum καί τήν ὅλη ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ἀποδέχομαι τό lex crendendi (νόμος πίστεως-Οἰκουμενικές Συνόδους), τό lex orandi (νόμος προσευχῆς-λατρείας) καί τό lex vivendi (τρόπος ζωῆς-κάθαρση, φωτισμός, θέωση).

Ὅλη αὐτή ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας στά βιβλία μου διατυπώνεται καί ἐκφράζεται μέ τό ἀκόλουθο γενικό περιεχόμενο.

1. Ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός, «Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα Τριάδα ὁμοούσιος καί ἀχώριστος». Στόν Θεό ὑπάρχει τό ἐνδότατο (οὐσία), τό ἐνδότερο (ὑποστάσεις), τό ἐξώτερο (οἱ ἐνέργειες). Ἐμεῖς κοινωνοῦμε τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ὡς κάθαρση, φωτισμός, θέωση, καί δέν μποροῦμε νά εἰσέλθουμε στό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ πού ὑπάρχει πλήρης ἀποφατικότητα.

2. Ἡ κτίση εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί δέν ὑπάρχει καμμιά ὁμοιότητα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ, οὔτε ἀναλογία. Τό ἄκτιστο δέν ἔχει ἀρχή, φθορά καί τέλος, ἐνῶ τό κτιστό ἔχει ἀρχή, φθορά καί τέλος, ἀλλά ὁ Θεός θέλει ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι κατά Χάρη ἀθάνατη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάση στήν θεοπτία, καταλαβαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμιά ὁμοιότητα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ.

Ἰδὸντες αὐτὸν ἀντιπαρῆλθον.  Παραβολὴ Καλοῦ Σαμαρείτη.  Ἁγιογραφία Ἰωάννου Γερμετζέ, Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου

3. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Αὐτοῦ, δηλαδή τοῦ Λόγου, εἶναι «εἰκών τῆς ἀρρήτου δόξης Του», καί ἔχει ὁρμή νά φθάση στό καθ’ ὁμοίωση πού εἶναι ἡ θέωση-θεοπτία, καί δέν εἶναι πρόσωπο, ὅπως τό ἔχει καθορίσει ὁ δυτικός περσοναλισμός.

4. Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σκοτασμός τοῦ νοῦ, «πάντες γάρ ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ΄, 23). Ὁ νοῦς εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, καί ἡ Χάρη-ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ διά τοῦ νοῦ μεταφέρεται σέ ὅλο τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση. Μέ τήν διάπραξη τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ ἀμαυρώθηκε-σκοτίσθηκε ὁ νοῦς καί διαστράφηκαν οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί μεταφέρθηκε τό σκοτάδι σέ ὅλο τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση. Ὁ Θεός ἀπό ἀγάπη τοῦ φόρεσε τούς δερμάτινους χιτῶνες, πού εἶναι ἡ φθορά καί ἡ θνητότητα. Ἔτσι, οἱ «δερμάτινοι χιτῶνες» εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας καί ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης.  Παραβολὴ Καλοῦ Σαμαρείτη.  Ἁγιογραφία Ἰωάννου Γερμετζέ, Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου5. Ἡ Παλαιά καί Καινή Διαθήκη περιγράφει τήν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες καί Ἀποστόλους γιά νά συνάψη διαθήκη μέ τόν λαό Του καί νά τόν ὁδηγήση ἀπό τόν σκοτασμό τοῦ νοῦ στήν κάθαρση καί τόν φωτισμό τοῦ νοῦ καί ἀπό ἐκεῖ στήν Θεοπτία.

Ὁ Κύριος τῆς Δόξης ἀποκαλύφθηκε στούς Προφῆτες καί Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀσάρκως, καί ὁ Ἴδιος ὡς Σεσαρκωμένος Λόγος ἐμφανίζεται στούς Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους διά μέσου τῶν αἰώνων. Κλειδί τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Οὐκ ἄν τόν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α΄ Κορ. β΄, 8).

6. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά συγχρόνως ἡ Ἐκκλησία εἶναι «κοινωνία θεώσεως». Στήν Ἐκκλησία, διά τῶν Μυστηρίων καί τῆς ἀσκήσεως, μετέχουμε τοῦ Χριστοῦ, γινόμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς μεθέξεως τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

7. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθηκε σέ ὅρους στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, εἶναι ἡ ἐμπειρία τῶν θεουμένων-θεοπτῶν ἁγίων. Αὐτή ἡ θεολογία ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Χριστό στούς Ἁγίους, μέσα στήν ἱστορία, γι’ αὐτό ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι μεταφυσική, ἀλλά μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, συνδέεται στενά ἡ θεολογία μέ τήν ἰστορία καί τήν ἐσχατολογία. Τά ἔσχατα ἦλθαν στήν ἱστορία, τήν ὁποία μεταμόρφωσαν, καί τά ἀναμενόμενα ἔσχατα, τά ὁποῖα ζοῦν οἱ θεόπτες ἀπό τήν βιολογική τους ζωή, δέν καταργοῦν τήν ἱστορία, ἀλλά τήν μεταμορφώνουν. Οἱ βίοι τῶν ἁγίων, τά λείψανά τους, ἡ ζωή τῶν ἁγίων στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μεταμορφωμένη ἱστορία.

 ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ·  Παραβολὴ Καλοῦ Σαμαρείτη.  Ἁγιογραφία Ἰωάννου Γερμετζέ, Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου8. Τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ κρουνοί διά τῶν ὁποίων δέχεται ὁ ἄνθρωπος τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἐντάσσεται στήν Ἐκκλησία, γίνεται μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, παραμένει σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό, καί αὐτό γίνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ συνύπαρξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς συνέργειας τοῦ ἀνθρώπους, γίνεται μέ τήν κάθαρση τοῦ νοῦ -κυρίως τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, καί τήν θέωση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ Μυστηρίων καί ἀσκήσεως, ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων γίνεται «τό μέν θεόθεν, τό δέ τῆς ἡμετέρας σπουδῆς». Ἔτσι, συνδέονται τά μυστήρια μέ τόν ἡσυχασμό. Ὁ ἱερός ἡσυχασμός εἶναι ἡ προϋπόθεση μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

9. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική, κατέχει τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία «ἅπαξ» παραδόθηκε στούς Ἁγίους (Ἰούδα 3), καί τήν μεταδίδει σέ αὐτούς πού τήν ἀναζητοῦν, διά τῆς μετοχῆς τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐνῶ εἶναι Μία, διαιρεῖται ἀδιαιρέτως, ὅπως ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ στήν θεία Εὐχαριστία «μερίζεται καί διαμελίζεται ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ μελιζόμενος  καί μή διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος». Ἔτσι ὑπάρχουν, τά Πατριαρχεῖα, οἱ Ἀρχιεπισκοπές, οἱ Μητροπόλεις, οἱ Ἐπισκοπές, οἱ Ἐνορίες, οἱ Ἱερές Μονές.

Σέ ὅλες τίς περιπτώσεις ὑπάρχει ἑνότητα στήν πίστη, στά Μυστήρια, στήν Ἀποστολική παράδοση καί διαδοχή, στήν θεολογία καί τόν ἡσυχασμό. Ὅσοι ἀπομακρύνονται ἀπό αὐτήν τήν ἑνότητα, εἶναι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία.

10. Οἱ Κληρικοί τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς Ἱερωσύνης, μετέχουν τῆς καθαρτικῆς (διάκονοι), φωτιστικῆς (Ἱερεῖς) καί θεοπτικῆς (Ἐπίσκοποι) ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, θεραπεύουν τούς ἀνθρώπους, ἐλευθερώνουν τόν νοῦ τους ἀπό τήν ἐξάρτησή του στήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο πού θεραπεύει τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ἀπό τόν σκοτασμό νά ὁδηγηθῆ στόν φωτισμό καί ἀπό ἐκεῖ νά ἀναχθῆ, ὅταν ὁ Θεός θελήση, στήν θεωρία-θεοπτία. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ἀπό δοῦλος στά πάθη, τήν λογική καί τό περιβάλλον γίνεται ἐλεύθερος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καί ἀποκτᾶ τό χάρισμα τῆς υἱοθεσίας, καί ἀπό τήν ἰδιοτελῆ-φίλαυτη ἀγάπη ὁδηγεῖται στήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, τήν ἀληθινή φιλανθρωπία καί φιλοθεΐα. Ἔτσι, οἱ Κληρικοί εἶναι θεραπευτές τῶν ἀνθρώπων πού μετανοοῦν.

11. Ἐκτός ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπως ἐκφράσθηκε καί διατυπώθηκε ἀπό τούς θεουμένους ἁγίους, ὑπάρχει καί ἄλλη θεολογία πού διατυπώνεται ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, ἀλλά θεολογοῦν μέ τόν στοχασμό, τήν φαντασία, τήν φιλοσοφία. Στήν κατηγορία αὐτήν ἦταν οἱ ἀρχαῖοι φιλοσοφοῦντες θεολόγοι τοῦ 4ου αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦσαν «ἀριστοτελικῶς» καί ὄχι «ἁλιευτικῶς», ὅπως τό ἔκαναν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτοί οἱ αἱρετικοί καταδικάστηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία συνοδικῶς, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπεφάνθησαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινός Θεός καί ἀληθινός ἄνθρωπος, εἶναι Θεάνθρωπος, ἔχει δύο φύσεις καί δύο θελήσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, καί οἱ δύο αὐτές φύσεις ἐνεργοῦν στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Λόγου «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως». Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν θέληση, ὅτι, δηλαδή, ὑπάρχουν δύο θελήσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, καί ἡ ἀνθρωπίνη θέληση ὑπακούει στήν θεία θέληση. Πάντως, κάθε μία ἀπό τίς φύσεις ἐνεργεῖ «μετά τῆς θαττέρου κοινωνίας» στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Λόγου. Ἐπίσης, ἡ θέληση εἶναι τῆς φύσεως καί ὄχι τοῦ προσώπου.

Οἱ αἱρετικοί χρησιμοποίησαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία σέ βάρος τῆς Ἀποκαλύψεως, ἐνῶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας παρέμειναν στήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τήν δική τους ἐμπειρία, καί διατύπωσαν αὐτήν τήν ἐμπειρία μέ ὅρους τῆς ἐποχῆς τους. Ἔτσι, δέν ἔχουμε ἁπλῶς συνάντηση Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, ἀλλά διατύπωση τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέ ὅρους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

12. Στόν Δυτικό χῶρο ἀπό τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. μέ τόν ἱερό Αὐγουστῖνο ἀναπτύχθηκε μιά ἄλλη θεολογία, διαφορετική ἀπό τήν θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Κυρίως, αὐτό φάνηκε ἔντονα μέ τήν σχολαστική θεολογία ἀπό τόν 11ο αἰώνα καί ἑξῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία διατυπώνονται ὅλες οἱ ἀποκαλυφθεῖσες ἀλήθειες «πλατωνικῶς» καί «ἀριστοτελικῶς», συνεχίζοντας τήν ἄποψη τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι καταδικάστηκαν ἀπό τούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ἡ σχολαστική θεολογία δημιούργησε ἀντιδράσεις στόν δυτικό κόσμο καί εἶναι ὑπεύθυνη γιά ὅλα τά ρεύματα πού ἀκολουθήθηκαν, ἤτοι τόν νομιναλισμό (14ο), τήν ἀναγέννηση (15ο), τήν μεταρρύθμιση (16ο), τόν διαφωτισμό (17ο-18ο), τόν ὑπαρξισμό, τόν ρομαντισμό, τόν ψυχολογισμό, τόν νεοσχολαστικισμό (20ό) κ.ἄ.

Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία διαλέγεται μέ ὅλα αὐτά τά ρεύματα μέ βάση, ὅμως, τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν προϋπόθεσή τους πού εἶναι ὁ ἱερός ἡσυχασμός.

13. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας διαλέγεται μέ τήν σύγχρονη ἐπιστήμη στήν βάση ὅτι ὑφίσταται διάκριση μεταξύ νοερᾶς ἐνεργείας καί λογικῆς ἐνεργείας, ὅτι ὑπάρχει διπλῆ μεθοδολογία γνώσης, πού σημαίνει ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ μέθοδος γνώσης τοῦ Θεοῦ πού γίνεται μέ τόν φωτισμένο νοῦ, καί ἄλλη εἶναι ἡ μέθοδος γνώσης τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου πού γίνεται μέ τήν λογική ἐνέργεια. Δέν πρέπει νά ὑφίσταται σύγχυση μεταξύ θεολογίας καί ἐπιστήμης, ἀφοῦ διαφορετικό εἶναι τό ἔργο τῶν δύο αὐτῶν.

14. Ἕνα μεγάλο πρόβλημα πού ταλαιπωρεῖ τήν Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἐθνοφυλετισμός, πού εἶναι δημιούργημα τοῦ διαφωτισμοῦ καί τῶν ἐθνικῶν παθῶν. Ἡ Ἐκκλησία κινεῖται πάνω ἀπό τίς πατρίδες, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀξία γιά τόν καθένα, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία ἑνώνει ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτου φυλῆς, φύλου καί ἐθνικῆς καταγωγῆς. Ἡ μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ὑπερβαίνει ὅλες τίς διακρίσεις-διαιρέσεις. Ὁ ἐθνοφυλετισμός εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

15. Ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση δέν ὑφίστανται ἐξ ἐπόψεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐξ ἐπόψεως τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, ὅλοι θά δοῦν κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τόν Χριστό, ἀλλά ἄλλοι θά μεθέξουν τῆς φωτιστικῆς ἐνεργείας Του καί ἄλλοι τῆς καυστικῆς ἐνεργείας Του. Ὁ Θεός εἶναι Φῶς, ἀλλά ὅσοι ἔχουν ὑγιῆ πνευματικό ὀφθαλμό (φωτισμένο νοῦ) θά δοῦν τήν φωτιστική ἐνέργειά Του, ὅσοι ἔχουν σκοτισμένο νοῦ θά μεθέξουν τῆς καυστικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό σημαίνει ὅτι σκοπός καί ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά θεραπεύση τόν ἄνθρωπο, δηλαδή νά τόν βοηθήση νά φωτισθῆ ὁ νοῦς του, νά ἀποκτήση καθαρό ὀφθαλμό γιά νά δῆ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί αὐτό εἶναι καί λέγεται Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, μέ τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τόν Ὁποῖο συνδεόμαστε στήν Ἐκκλησία, ὄχι μόνον ἐπανερχόμαστε στήν ἀρχική κατάσταση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας πρίν τήν πτώση, ἀλλά ἀνεβαίνουμε ἀκόμη ὑψηλότερα, ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό καί ἔτσι γίνεται ἡ ἀτρεψία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, τό φυσικό θέλημα, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, αὐτεξουσίως κινεῖται πρός τόν Θεό καί ἐκπληρώνεται ὁ ἀρχικός σκοπός τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό κατ’ εἰκόνα νά φθάση στό καθ’ ὁμοίωση, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Ἔτσι, οἱ ἅγιοι στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά αὐξάνονται σέ μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί θά αὐξάνονται στήν προσθήκη τῶν χαρισμάτων καί αὐτό δέν θά σταματήση ποτέ, διότι «αὕτη ἐστιν ἡ τελεία τῶν τελείων ἀτέλεστος τελειότης». Ἔτσι ἐξηγεῖται ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιά τήν «ἀεικίνητη στάση» καί τήν «στάσιμη κίνηση», πού εἶναι ἐναντίον τῆς μεταφυσικῆς καί τῆς εὐδαιμονίας.

«Μόνῳ σοφῷ Θεῷ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας∙ ἀμήν» (Ρωμ. ιστ΄, 27).

Ἰανουάριος 2024

  • Προβολές: 175