1. Στήν Ἔδεσσα
Μετά τήν ἀποφοίτησή του ἀπό τήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης μέ βαθμό «Ἄριστα», παρά τίς προτάσεις Καθηγητῶν του γιά εὐρύτερες σπουδές καί ἀκαδημαϊκή ἐξέλιξη, ἐπέλεξε νά ἀκολουθήσει τήν ἐκκλησιαστική διακονία. Μετέβη στή Μητρόπολη ὑπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου Καλλινίκου (Πούλου), τοῦ προσφάτως καταταγέντος ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, τόν ὁποῖον ἤδη γνώριζε καί εἶχε ἀποκτήσει πνευματική σύνδεση ἀπό τίς γυμνασιακές του σπουδές στό Ἀγρίνιο. Πλησίον του ὑπηρέτησε ὡς βοηθός λαϊκός Ἱεροκήρυξ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας (1969-1971).
Ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός ἀπό τόν ἅγιο Καλλίνικο τήν 13η Σεπτεμβρίου τοῦ 1971 καί τήν 10η Ὀκτωβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους εἰσήχθη στήν ἱερωσύνη μέ τήν εἰς Διάκονον χειροτονία του ἀπό τόν ἴδιο. Διορίσθηκε Ἱεροκήρυξ τοῦ τότε ΟΔΔΕΠ (1971). Τήν 25η Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1972 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καί χειροθετήθηκε σέ Ἀρχιμανδρίτη, στήν Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας.
Ὡς Ἱεροκήρυξ περιόδευε τήν παραμεθόρια ἐπαρχία καί διοργάνωνε ὁμιλίες, κηρύγματα, κατηχητικά, κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Διηύθυνε καί δίδαξε σέ ταχύρρυθμα ἱερατικά φροντιστήρια, ὁμίλησε σέ ἱερατικά Συνέδρια, ἀσχολήθηκε μέ τούς νέους, δημιούργησε οἰκοτροφεῖα, πραγματοποίησε ἁγιογραφικές συνάξεις καί ἀπογευματινά κηρύγματα.
Μέ τήν εὐλογία τοῦ Γέροντά του, ἁγίου Καλλινίκου, εἶχε στενή ἐπικοινωνία μέ τό Ἅγιον Ὄρος, πού τό εἶχε γνωρίσει ἀπό τίς Πανεπιστημιακές του σπουδές, καί συνδέθηκε πνευματικά μέ πολλούς ἁγιορεῖτες μοναχούς, ὅπως τόν ἅγιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη καί τόν ἅγιο Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, καί ἐπισκεπτόταν τά Μοναστήρια καί τίς Σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἐπίσης, γνώρισε καί ἀπέκτησε ἰσχυρούς πνευματικούς δεσμούς μέ τόν ἅγιο Σωφρόνιο τόν Ἁγιορείτη, πού τότε ἠσκεῖτο στήν Ἱερά Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου τοῦ Ἔσσεξ Ἀγγλίας. Ἐπισκεπτόταν κάθε καλοκαίρι τό μοναστήρι ὅπου καί μυήθηκε στήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ γνωριμία του μέ ὅλες αὐτές τίς μεγάλες ἀσκητικές μορφές εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά συγγράψει βιβλία καί νά δημοσιεύσει ἄρθρα γι᾽ αὐτές. Ὑπέβαλε, ἐπίσης, προτάσεις στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τίς ἁγιοκατατάξεις τῶν ἁγίων Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, Σωφρονίου τοῦ Ἀθωνίτου καί Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου.
Ἡ συγκατοίκηση στή Μητρόπολη ἐπί δεκαπέντε ἔτη μέ ἕναν ἀσκητή Ἐπίσκοπο, τόν Μητροπολίτη Καλλίνικο, τόν ὁδήγησε μετά τήν κοίμησή του στή συγγραφή τοῦ βίου του καί στήν καταγραφή τῶν θαυμάτων του. Μέ αὐτόν τόν τρόπο συνετέλεσε καί στήν ἁγιοκατάταξή του ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό ἔτος 2020.
Γιά μιά τριετία ἐξυπηρέτησε τίς λειτουργικές ἀνάγκες τῶν ἀξιωματικῶν καί ὁπλιτῶν τῆς 2ας Μεραρχίας Ἐδέσσης, ἐκτελῶν χρέη στρατιωτικοῦ Ἱερέως.
Συνολικά στήν Ἔδεσσα ὑπηρέτησε δέκα ὀκτώ (18) ἔτη.
Ἐπίσης, στήν Ἔδεσσα ἵδρυσε καί κατηύθυνε ὡς Πνευματικός πατέρας γυναικεία μοναστική ἀδελφότητα, ἡ ὁποία σήμερα ἐγκαταβιώνει στήν Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν, Λεβαδείας καί Αὐλίδος. Οἱ μοναχές, πέραν τῶν ἄλλων μοναχικῶν καθηκόντων τους, ὡς κύριο διακόνημα ἔχουν τήν ἐπιμέλεια, ἔκδοση καί διακίνηση τῶν συγγραμμάτων του.
- Προβολές: 124